Oι κυβερνήσεις πέφτουνε, μα ο Κοντογιάννης μένει...

Δημήτρης Κοντογιάννης. Ο καλλιτέχνης που μας είχε μπερδέψει εξαρχής, γιατί ουδείς μπορούσε να πει αν είναι του ρεμπέτικου, του λαϊκού ή του δημοτικού. Σίγουρα είναι παντός καιρού, αφού διακρίνεται σε όλα τα είδη και συνεργάστηκε με τους μεγάλους του τραγουδιού, με τον Τσιτσάνη, τον Τσαουσάκη, τον Ξυδάκη, τον Σαββόπουλο, τον Ρασούλη, τον Νικολόπουλο. Με λίγα λόγια «οι κυβερνήσεις πέφτουνε, μα ο Κοντογιάννης μένει».

Oι κυβερνήσεις πέφτουνε, μα ο Κοντογιάννης μένει...

Με ορόσημο στην καριέρα του τη συμμετοχή στην πρώτη «Ρεμπέτικη κομπανία», στους δίσκους που άλλαξαν το ελληνικό τραγούδι «Η εκδίκηση της γυφτιάς» και «Τα δήθεν». Πρωτοπόρος, ορμώμενος εκ Δαύλειας Βοιωτίας. Στην περιοχή όπου σκοτώθηκε ο Οιδίποδας και αιχμαλωτίστηκε ο λήσταρχος Νταβέλης. Ας πιάσουμε όμως το κουβάρι από την άκρη του…

«Πήγα γυμνάσιο στη Δαύλεια, αλλά ήμουν προορισμένος για να πάρω τη δουλειά του πατέρα μου. Έτσι γινόταν εκείνη την εποχή, ο ένας γιος στα γράμματα και ο άλλος στη δουλειά και παντρεμένος. Υπήρχε όμως στην οικογένεια ο θείος, ο Νίκος Στρογγυλάκος, που έπαιζε φλογέρα και έκανε καλαπόδια στην Αθήνα για τους τσαγκάρηδες. Γλεντζές, κοινωνικός, μερακλής, ήξερε τους πάντες και τα πάντα. Αυτός με έβαλε δέκα χρόνων στη Νίκαια, στην Κοκκινιά, και τραγούδησα, εκεί όπου έπαιζαν ο Λάφκας και ο Καρανικόλας. Με πήγε και στα ταλέντα του Οικονομίδη, στη Σκρα 3, και πήρα και βραβείο. Πίστευε σε μένα και έγραφε συνέχεια στιχάκια, δημοτικά τραγούδια. Πολλά, πάνω από 250, όπως “ήρθε μια βλάχα στο χωριό”. Δούλευα λοιπόν στο ξυλουργείο του πατέρα μου που ήταν αυστηρός και έφτιαξα κρυφά μια κιθάρα. Τότε όποιος τραγουδούσε και έπαιζε τον θεωρούσαν “γύφτο”, γι’ αυτό και το έκανα κρυφά. Τη βρήκε όμως μια μέρα ο πατέρας μου και την έσπασε. Με πλήγωσε πολύ και δεν του το συγχώρησα. Μετά βέβαια ηρέμησε, όταν έγινα γνωστός και με έβλεπαν στην τηλεόραση. Πήγα λοιπόν στη φιλαρμονική Λιβαδειάς και έμαθα τρομπέτα».

Τρομπέτα;

Πήγα για να μάθω μουσική. Ναι, ήταν μόνο με πνευστά η μπάντα, αλλά ταυτόχρονα γρατζουνούσα και την κιθάρα. Έμαθα βέβαια και την τέχνη του ξυλουργού, μου άρεσε, γιατί θέλω να δουλεύω με τα χέρια. Κάναμε και ένα συγκρότημα στη Λιβαδειά, τους «Στιβ and the friends», και έπαιζα ποπ κομμάτια. Τραγουδούσα και έλεγα και αγγλικά τραγούδια, τα αποστήθιζα. Στη δουλειά πήγαινα καλά, έβγαζα λεφτά, πολλά για την εποχή, και αγόρασα αμάξι, κάτι που δεν μπορούσε να κάνει ο καθένας. Ήμουν περιζήτητος.

Και πώς έφυγες από την επαρχία;

Είχα μέσα μου το σαράκι, με έτρωγε και έκανα την επανάστασή μου. Πήγα στην Αθήνα και φτιάξαμε μαζί με τον αδελφό μου, τον Γιώργο, και τον Μανώλη Δημητριανάκη τη «Ρεμπέτικη κομπανία». Βγάλαμε και έναν δίσκο «Τα μπλε παράθυρα» και αργότερα το «Πώς θα περάσει η βραδιά». Δεν πούλησαν στην αρχή οι δίσκοι. Ήμασταν πρωτοπόροι στην αναβίωση του ρεμπέτικου, αν και εγώ είχα ακούσματα από δημοτικά τραγούδια και όχι ρεμπέτικα. Με μύησε η παρέα και παίζαμε τζάμπα στις ταβέρνες. Και όχι μόνο τζάμπα αλλά πληρώναμε και το φαγητό μας. Φέρναμε βέβαια και τις παρέες μας, είκοσι τριάντα άτομα, και αυτό άρεσε στους ταβερνιάρηδες. Έπαιζα μπαγλαμά, κιθάρα και τραγουδούσα, ενώ παράλληλα έψαχνα και δουλειά. Πήγα στις «Εσπερίδες» όπου έπαιζε ο Γιάννης Αργύρης. Νέο κύμα ήταν το ρεπερτόριο, Χατζιδάκις, Σαββόπουλος, και τραγούδησα σε μπουάτ με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου στην «Ξαστεριά». Έβγαινε δειλά δειλά το μεροκάματο. Ο δίσκος προέκυψε από τον Τάσο Φαληρέα που ήταν στη «Λύρα» και μας άκουγε στις ταβέρνες. Έρχονταν και μας άκουγαν ο Ρασούλης και ο Ξυδάκης. Κάναμε παρέα, είχε γυρίσει ο Ρασούλης από το Λονδίνο. Τους παροτρύναμε μάλιστα να γράψουν τραγούδια. Έμεναν στην ίδια αυλή, κάπου στον Λυκαβηττό. Όπως στις παλιές ελληνικές ταινίες, που νοίκιαζαν δωμάτια πολλά άτομα με κοινή αυλή. Παίζαμε στον Πειραιά και στην Καισαριανή, αλλά το στέκι μας ήταν πίσω από τα δικαστήρια, στη «Φωλιά της Όπερας», εκεί σύχναζε και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Παρακαλάγαμε να παίξουμε, γιατί θεωρούσαν τότε το ρεμπέτικο τραγούδι του υποκόσμου. Ο Χατζιδάκις και οι διανοούμενοι το απενοχοποίησαν.

Πάμε στους δίσκους που άλλαξαν την Ιστορία του λαϊκού τραγουδιού, την «Εκδίκηση της γυφτιάς» και «Τα δήθεν».

Λέγε λέγε στον Ρασούλη, άρχισε να γράφει στίχους. Πρώτα το «Τρελή και αδέσποτη». Κάναμε μάλιστα και ντέμο μαζί με τον Ξυδάκη και το στείλαμε στη «Λύρα». Ο Νίκος Παπάζογλου δεν ήξερε τίποτα. Εκεί λοιπόν άκουσε το τραγούδι ο Σαββόπουλος και ζήτησε να κάνει την παραγωγή. Όλοι μαζί λοιπόν ανηφορίσαμε στη Θεσσαλονίκη και μέναμε σε ένα κτήμα που είχε ο Παπάζογλου και εξέτρεφε άλογα ιπποδρόμου. Είχε και ένα στούντιο, το «Αγροτικό», και ηχογραφούσαμε.

Δεν πούλησε όμως η «Εκδίκηση της γυφτιάς» από την αρχή.

Όχι, δεν την ήξερε ο κόσμος. Ο κόσμος ζυμώθηκε μέσω των διανοούμενων και των φοιτητών που τους άρεσαν τα τραγούδια. Ανανεώσαμε το ελληνικό τραγούδι και ο Ρασούλης παρουσίασε έναν πρωτοποριακό στίχο με ξενικές λέξεις «λικέρ», «κομπρεσέρ», «πλεξιγκλάς» και απίστευτες φράσεις, όπως «γλυκιά μου ανελέητη». Και είχε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, κοινωνικό μήνυμα όπως «όλο νόμοι και αστυνόμοι και σπανίως υπονόμοι». Μέχρι τότε ο στίχος ήταν παρωχημένος, για τη μάνα και την ξενιτιά.

Και έρχεται η έκρηξη…

Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1978 και δεν τραβούσε. Μετά από 7-8 μήνες όμως άρχισε να πουλάει σαν τρελός και μας ζητούσαν να κάνουμε συναυλίες. Στα πανεπιστήμια, στο Πολυτεχνείο, το έμαθαν οι φοιτητές από στόμα σε στόμα. Στην αρχή έλεγε ο Πατσιφάς της «Λύρα» πως «καταστραφήκαμε».

Πράγματι, εκείνη την εποχή ήμασταν φοιτητές στη Θεσσαλονίκη και ο Παπάζογλου ξεκίνησε να τραγουδάει στο μικρό αμφιθέατρο της Νομικής, όπου του έκλεψαν και τον μπαγλαμά και μετά δεν χωρούσε ο κόσμος ούτε στο μεγάλο αμφιθέατρο. Υπήρχε ένα κίνημα.

Πράγματι, υπήρχε ένα κίνημα ανθρώπων πάνω από τον μέσον όρο, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Και σε έναν χρόνο βγάλαμε και «Τα δήθεν». Πανικός, πουλούσαν και οι δύο δίσκοι. Είχε πάρει φόρα και η «Εκδίκηση». Γράψαμε ιστορία μαζί και με τη Σοφία Διαμαντή.

Ποιος ήταν ο γύφτος στο εξώφυλλο;

Ο Παπάζογλου, τον είχαν φτιάξει. Δεν παίζαμε όμως όλοι μαζί σε συναυλίες.

Ναι, αλλά ο Ξυδάκης μετά αποχώρησε από την παρέα.

Αποποιήθηκε το λαϊκό τραγούδι και στράφηκε σε άλλο είδος, σε έντεχνο, σε ανατολίτικα.

Νωρίτερα;

Πήγα στην Πλάκα με τον Τσαουσάκη στη «Λήδρα» και με τον Τσιτσάνη στο «Θεμέλιο». Μεγάλη προίκα να μαθητεύεις δίπλα σε τέτοιους ανθρώπους. Πιστεύω στη μαθητεία, μεγάλο σχολείο, να μαθαίνεις προφορικά την παράδοση. Κοντά στους μεγάλους ήμουν βοηθός, κάλφας, και έγινα μάστορας δίπλα στους μάστορες. Δημιουργική περίοδος της ζωής μου. Μάθαινα κοντά σε αυτούς, μου άρεσε να μαθαίνω τον τρόπο του Ρούκουνα και του Οδυσσέα Μοσχονά. Ήταν μάστορες.

Και πώς σε βρήκε ο Τσαουσάκης;

Κυκλοφορούσε στην πιάτσα ότι κάποια μορφωμένα παιδιά παίζουν ρεμπέτικα. Παίζαμε εμπειρικά, νότες ήξερα μόνο για την τρομπέτα. Ζόρικα χρόνια.

Και συνεχίζεις με Σαββόπουλο…

Στην Πλάκα, στον «Ρήγα», το 1978 και το 1979. Πίσω από την πλατεία Κυδαθηναίων. Τότε έβγαλε τη «Ρεζέρβα», τραγουδούσα μαζί με τον Παπάζογλου και στους «Αχαρνείς».

Χαρακτηρίστηκες όμως λαϊκός και ρεμπέτης;

Ναι, είχα φύγει τελείως από το δημοτικό τραγούδι. Το 1981 όμως πήγα στον «Σαμπάνη», σε ένα ιστορικό μαγαζί, μετά τη συνεργασία με τον Χάρρυ Κλυνν στη «Διαγώνιο». Έφερα πάλι τους τραγουδιστές και τους οργανοπαίχτες στο πάλκο. Όλοι στην πίστα. Ρένα Στάμου, Αηδονίδης, Μοσχονάς. Είχε ξεφύγει το πράγμα με το σταρσίστεμ της εποχής, με τον τραγουδιστή μόνο στην πίστα. Επέβαλα να κάθονται όλοι στην πίστα. Παίζαμε δημοτικά και λαϊκά. Έγινε πανικός και σημείο αναφοράς. Στον Άγιο Λουκά, στην Πατησίων. Ήταν ποιοτική διασκέδαση. Είχε την επιμέλεια ο Γιώργος Παπαδάκης, ο δημοσιογράφος. Δυσκολευτήκαμε να τον πείσουμε τον Σαμπάνη, μέχρι τότε είχε γάμους, βαπτίσεις, συνεστιάσεις. Έπαιζε η ορχήστρα του Τσίχλα. Πέρασε όλος ο καλός κόσμος. Διανοούμενοι, ηθοποιοί, ο Τσαρούχης, ο πατέρας Πηρουνάκης, ο Κουν. Παίξαμε δύο σεζόν.

Επόμενη δισκογραφική απόπειρα;

Η μεγάλη επιτυχία «οι κυβερνήσεις πέφτουνε, μα η αγάπη μένει» με τον Χρήστο Νικολόπουλο. Ο πρώτος προσωπικός δίσκος μου. Τον ήξερα από παλιά τον Νικολόπουλο, είχε παίξει μπουζούκι στα «Δήθεν». Και την επόμενη χρονιά μάλιστα με πάντρεψε.

Και σε κέντρο;

Στο «Ντέφι», στο Γαλάτσι, με τη Βιτάλη. Ουρές έξω από το μαγαζί. Κάναμε τον γύφτο και τη γύφτισσα. Ύστερα έφερα τη Γιώτα Λύδια. Εγώ πρότεινα αυτά τα σχήματα, γιατί ήταν στα αζήτητα αυτοί οι τραγουδιστές, ο Μοσχονάς, η Λύδια, η Γκρέι. Μετά δούλεψα με τον Βαγγέλη Περπινιάδη στην «Άνεση», στο Γαλάτσι. Κοντά σε αυτούς βελτιώνεσαι, παίρνεις πόντους. Γίνεσαι Α' Εθνική. Και ο Περπινιάδης με είχε εντυπωσιάσει γιατί έπαιζε και καλό μπουζούκι. Εγώ τους πρότεινα στα μαγαζιά.

Μπήκες και στα σαλόνια, στο Μέγαρο Μουσικής;

Ναι, με τον προσωπικό μου δίσκο «Δρόμοι της νύχτας» του Νίκου Μαμαγκάκη σε στίχους διαφόρων παλιών και σύγχρονων ποιητών, ενώ είχε προηγηθεί το «Κέντρο διερχομένων», με Ιωάννου, Μαμαγκάκη. Με τον Ρασούλη και την Αλεξίου κάναμε «Τα τραγούδια της Χαρούλας».

Πρόλαβες και τον Λοΐζο;

Κάναμε παρέα, εξαιρετικός άνθρωπος και μερακλής. Σπουδαίος καλλιτέχνης.

Από βιοπορισμό;

Πήγαινα καλά. Αυτονομήθηκα. Η πενταετία ‘81-‘86 ήταν χρυσή. Είχα εδραιωθεί, πήρα ένα κομμάτι της αγοράς και είχα πολλά δείγματα καλής δουλειάς. Ακολούθησαν κι άλλοι δίσκοι «Παίξε Χρήστο επειγόντως» με Βιτάλη, Τερζή και «Όλοι δικοί μας είμαστε». Νικολόπουλος-Ρασούλης.

Οικογένεια;

Τρία παιδιά, 37, 33, 22. Ο ένας σκηνοθέτης, ο άλλος δημοσιογράφος και ο τρίτος φοιτητής Διεθνών Σχέσεων.

Παράλληλα ήσουν και συνδικαλιστής;

Ναι, ιδρυτικό μέλος στην Ένωση Τραγουδιστών Ελλάδας και στον Πανελλήνιο Μουσικό Σύλλογο.

Και τώρα πού βρίσκεσαι;

Επιλέγω πλέον σχήματα και τραγουδιστές. Με δικό μου συγκρότημα και δικό μου ρεπερτόριο. Είμαι αυτήν την εποχή με τη Γλυκερία, κάνουμε το «Σμυρνέικο μινόρε», με την ευκαιρία των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Συναυλίες σε όλη την Ελλάδα, με μικρασιάτικα τραγούδια.

Πού βρίσκεται το ελληνικό τραγούδι;

Η μεγάλη αλλαγή ήταν η γιγάντωση του σταρσίστεμ. Ανούσια τραγούδια που γράφονται στο γόνατο. Ίδιες φωνές, ίδιοι στίχοι. Καψουροτράγουδα. Δεν υπάρχει διαδραστικότητα με την κοινωνία. Δεν υπάρχει σχέση του κόσμου με τους καλλιτέχνες, τους δημιουργούς, όπως παλιά. Μεγάλες πίστες με ίδιους τραγουδιστές. Νοοτροπία που άλλαξε άρδην τη ζύμωση με τον λαό. Και σταμάτησε να πουλάει ο δίσκος. Την πάτησαν τα τραστ, έπληξε τους εμπορικούς το διαδίκτυο. Χωρίς σουξέ δεν μπορούν να πάρουν μεγάλα, εξωφρενικά μεροκάματα. Είχαν αλυσίδα υποστήριξης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τις εταιρείες. Με το σουξέ πήγαιναν στο μαγαζί. Είναι η αντιστροφή της κανονικότητας. Παλιά γινόσουν αποδεκτός αρχικά στην παρέα σου, μετά στο μαγαζί, μετά έβγαζες δίσκο και έβγαινες στην τηλεόραση. Τώρα πρώτα βγαίνεις στην τηλεόραση, μετά κάνεις δίσκο και μετά πας στο μαγαζί.

Άλλαξε και η πιάτσα;

Κυριαρχούν ο εγωισμός, η έπαρση, η αλαζονεία και ο ένας θέλει να βγάλει το μάτι του άλλου. Και δεν έχουν εφόδια, γνώση, συλλογική συνείδηση. Το τραγούδι δεν αφουγκράζεται τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες δεν πρέπει να έχουν μόνο ταλέντο και να τραγουδούν καλά. Έχουμε καλούς τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Τώρα πάνω απ’ όλα είναι ο εγωισμός. Χρειάζεται και κοινωνική συμπεριφορά συνειδητότητας και συλλογική συνείδηση. Γιατί έτσι δημιουργείται ο πολιτισμός και γι’ αυτό παίζουμε ακόμη τα παλιά τραγούδια. Αυτά που ασχολήθηκαν με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Τελευταίος δίσκος;

To «Κυρ-αστυνόμε μη βαράς» με ρεμπέτικα, πριν από την πανδημία. Παίζω στα περισσότερα εγώ κιθάρα. Είναι τραγούδι του Στελάκη Περπινιάδη, που ηχογραφήθηκε το 1937 και έκανε την ίδια χρονιά τέσσερις εκτελέσεις. Το είπε και η Ρόζα και μιλάμε για ηχογραφήσεις 78 στροφών. Το είπαν και πολλοί αργότερα. Ήταν ένα τραγούδι-σταθμός.

Ταξίδεψες πολύ;

Πήγα σε όλο τον κόσμο, πλην της Αυστραλίας. Ολλανδία, Γερμανία, Πολωνία, σε όλη την Ευρώπη. Και στην Αμερική πήγαμε σε πολλές πόλεις κυρίως σε πανεπιστήμια με ξένο ακροατήριο. Αίγυπτο, Ιράκ, Αρμενία, Τουρκία στην Πόλη. Εκεί τραγούδησα και το δικό τους «Όγλαν, όγλαν καλκ γκινετλί».

Μου αρέσει, αλλά πιο πολύ το «Μπεγκλεντίμ, ντα γκελμεντίν».

Α, αυτό που πάει νταμπανταντάμ, νταμπανταμπαντάμ. Πολύ ωραίο.

Το είπε και ο Ζεκί Μουρέν, τον έχεις ακουστά;

Ναι, βέβαια, ήταν φίλος του Στέλιου και όταν ερχόταν εδώ έκαναν παρέα. Το ίδιο και στην Πόλη.

Αυτό το είπε και ο Καζαντζίδης στα τραγούδια της Ανατολής. Τον Καζαντζίδη τον συνάντησες;

Στο σπίτι του Νικολόπουλου, πολλές φορές. Παίξαμε και τραγουδήσαμε για την παρέα στη Φιλαδέλφεια. Δεν τον είδα σε πίστα γιατί σταμάτησε το 1966. Έβγαλε μόνο το «Υπάρχω» το 1975. Τι να πούμε για τον Στέλιο; Δεν μπορούμε να πούμε και πολλά για τον Στέλιο, γιατί αν πούμε θα μας κάψει ο Θεός. Μεγάλη σχολή. Ασχολήθηκε με τα κοινά, διεκδίκησε πρώτος ποσοστά από τις εταιρείες. Τα έβαλε με τα θηρία. Έκανε δική του εταιρεία δίσκων. Δύσκολο εγχείρημα εκείνη την εποχή. Ήταν γκέτο τότε οι εταιρειάρχες.

Συνάντησες δύσκολες καταστάσεις;

Ναι, μετά από έναν δίσκο που έκανα με τον Τάκη Σούκα έπεσα εμπορικά. Παρεξηγημένος δίσκος. Τότε τον θεωρούσαν σκυλά, γιατί έγραφε τραγούδια της Ομόνοιας, μετά απενοχοποιήθηκε. Έγραφε με τον μακαρίτη τον Κόλια.

Μα έγραψε το υπέροχο «Έρωτά μου αγιάτρευτε» και το τραγούδησε ο Κόλιας.

Ναι, αλλά τότε δεν τον είχαν σε εκτίμηση. Είπα και το «Γκρέμισ’ τα» σε πρώτη εκτέλεση, αλλά δεν το υποστήριξα. Ντρεπόμουν. Το είπε μετά η Πίτσα Παπαδοπούλου και έκανε επιτυχία.

Τους μπέρδεψες περισσότερο. Λαϊκό, ρεμπέτικο, δημοτικά, Σούκα…

Ναι, και μετάνιωσα που δεν συνεργάστηκα με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου.

Πώς βρέθηκε στον δρόμο σου ο Θανάσης;

Μου έστειλε κάποτε στίχους να τους δουλέψω, αλλά δεν έδωσα σημασία. Αμέλησα. Είχα πολλή δουλειά. Εκτιμώ πολύ τη δουλειά του.

Έχεις άλλο απωθημένο;

Ναι, που δεν τραγούδησα έντεχνο και δεν συνεργάστηκα με τον Σπανό και τον Ξαρχάκο. Το έκανα με τον Μαρκόπουλο. Και με τον Μουσαφίρη δεν συνεργάστηκα. Βέβαια πρέπει να πω ότι το δημοτικό είναι το παν. Το διδακτορικό ενός καλλιτέχνη, χρειάζεται πολλά εργαλεία. Τώρα το έκαναν το τραγούδι προϊόν, ενώ είναι το νερό και το ψωμί.

Ασχολείσαι με κάτι άλλο;

Ναι, έχω στο σπίτι ένα στούντιο και κάνω τον ηχολήπτη. Έμαθα και κομπιούτερ, γιατί έτσι λειτουργούν πλέον όλα.

Κάτι άλλο;

Μαθαίνω βυζαντινή μουσική. Είμαι φιλομαθής, με δάσκαλο τον Πέτρο Πάτρα. Πάω στο ωδείο και θα δώσω κατατακτήριες εξετάσεις για να πάρω το πτυχίο.

Είσαι γεμάτος, πλήρης, μετά από τόσα χρόνια στο τραγούδι;

Ναι, πολύ. Δεν διάλεξα την προβολή, διάλεξα τη ζωή. Είμαι γεμάτος, γιατί πήρα πολλή αγάπη από τον κόσμο και τους συναδέλφους. Είναι σπουδαίο πράγμα να σε εκτιμούν.