Ο Βαμβακάρης στην Κατοχή και η Βούλα που πήγαινε με Γερμανούς και Ιταλούς!

Ένας παγκόσμιος πόλεμος δεν κάνει εξαιρέσεις σε καλλιτέχνες και δημιουργούς. Ο Βαμβακάρης έζησε τον δικό του «Γολγοθά» στη Κατοχή και στην αυτοβιογραφία του μιλά για μια Βούλα, γυναίκα ελευθέρων ηθών, με την οποία συμβίωνε στο ξενοδοχείο «Κασταλία» ιδιοκτησίας κάποιου ονόματι Γάτου. 

Ο Βαμβακάρης στην Κατοχή και η Βούλα που πήγαινε με Γερμανούς και Ιταλούς!

Λέει ο Μάρκος: «… εκεί μαζευόντουσαν διάφορες κοινές γυναίκες μες στην οδό Ξάνθου, στο στενό, και σουρνόντουσαν μαζί με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς για να κονομήσουν καμιά κουραμάνα γερμανική που είχαν τότες, από πατάτα…»

Για την περίφημη Βούλα αναφέρει παρακάτω: «Την είχα στο ξενοδοχείο που έμενα μαζί, δηλαδή στην Κασταλία του Γάτου. Ήταν κι αυτή ελευθέρων ηθών. Επάγαινε με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς έξω για να μάθει τη γλώσσα την ιταλικήν.[…]»

Φαίνεται όμως πως η Βούλα δεν αρκείται στην εκμάθηση των ξένων γλωσσών αλλά ο Μάρκος κάνει τα στραβά μάτια γιατί η κοπέλα φέρνει τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης. Ωστόσο ο Μάρκος προβάλλει τα παράπονά του:

«Εγώ που την έσωσα από το θάνατο (σ.σ. την πείνα) και απέναντί μου δεν ήταν καθόλου εντάξει. Έκανε ό,τι ήθελε. Είχε γνωρίσει έναν Ιταλό και αυτός την κυνηγούσε άγρια, αλλά και της έδινε πολλά πράγματα και τα έφερνε στο σπίτι, δηλαδή στο ξενοδοχείο που έμενα, κι άλλα έτρωγα εγώ κι άλλα τα έδωνα για όλη την οικογένεια μου».

Πέρα από το γεγονός ότι η Βούλα δεν ήταν πιστή στον Μάρκο με το «ειδύλλιο» της τον βάζει σε μπελάδες καθώς ο Ιταλός αντίζηλος τον παίρνει στο κυνήγι ένα βράδυ στην Ομόνοια. Ο Βαμβακάρης αφηγείται:

«Ένα βράδυ με εκυνηγούσε μες την Ομόνοια. Αλλά εγώ είχα γνωρίσει έναν Ιταλό υπολοχαγό και ήταν φίλος μου. Τον Έλεγαν Λούη. Ήταν ένα πολύ καλό παιδί και του τα είπα ότι μου συνέβαινε, και αυτός εκανόνισε με αυτόν και δε με ξαναπείραξε καθόλου»

Οι σχέσεις ντόπιων γυναικών με τους κατακτητές σύμφωνα με τη μαρτυρία του Βαμβακάρη, ήταν μάλλον διαδεδομένες.

«Όχι μόνον αυτή άλλα πολλές γυναίκες στην Ελλάδα ήθελαν να έχουν αγαπητικούς Γερμανούς, διότι τότε ήταν μόδα!»

Για να γλιτώσει τα χειρότερα ο Μάρκος καταφεύγει για σαράντα μέρες στην Λειβαδιά. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πάντως ο Συριανός συνθέτης θα επιβιώσει παίζοντας και τραγουδώντας σε διάφορα Αθηναϊκά μαγαζιά.

«Εκονομούσα τόσα λεφτά, πάρα πολλά, αλλά δεν είχαν αξία. Εκατομμύρια και δισεκατομμύρια. Ματσάκια».

Για του λόγου το αληθές θα γράψει την ίδια περίοδο ένα τραγούδι που παραμένει πάντα επίκαιρο:

Ματσάκια πεντοχίλιαρα
θες για να την περάσεις
κι όταν καλά καλά σκεφτείς
βρε τα μυαλά θα χάσεις

Στην αγορά όταν θα πας
βάστα πουγγί μεγάλο
κι αν είσαι ο δόλιος φουκαράς
τράβα από δρόμο άλλο