Το «αντίο» του Ταβιάνι, φεστιβαλικά δράματα και Black Panther

Πρεμιέρες με το κατευόδιο του Πάολο Ταβιάνι στον αδερφό του...

Το «αντίο» του Ταβιάνι, φεστιβαλικά δράματα και Black Panther

Το κινηματογραφικό φινάλε του Πάολο Ταβιάνι, αφιερωμένο στον αείμνηστο αδελφό του Βιτόριο, με τον οποίο έγραψαν μαζί ένα σπουδαίο κεφάλαιο στο ιταλικό σινεμά, με το δραματικό «Λεονόρα Αντίο», ξεχωρίζει αυτή την εβδομάδα από τις επτά ταινίες που κάνουν πρεμιέρα απόψε. Ενδιαφέρον έχουν και τα φιλμ «Τα Ίχνη της Βίας» από την Πολωνία, η τελευταία δημιουργία του Πάνου Κούτρα «Dodo», ενώ προβάλλεται και το υπερηρωικό σίκουελ της Marvel «Black Panther: Wakanda Forever».

Λεονόρα Αντίο (Leonora Addio). Δραματική ταινία, ιταλικής παραγωγής του 2021, σε σκηνοθεσία Πάολο Ταβιάνι, με τους Φαμπρίτσιο Φερακάνε, Ματέο Πιτιρούτι, Ντάνια Μαρίνο, Ντόρα Μπέκερ, Ρόμπερτ Στάινερ κ.ά.
Ένας φόρος τιμής στον μεγάλο θεατρικό συγγραφέα Λουίτζι Πιραντέλο, αλλά και ένα συγκινητικό κινηματογραφικό «αντίο», αφιερωμένο στον μεγαλύτερο αείμνηστο αδελφό του Βιτόριο Ταβιάνι, από τον 90χρονο Πάολο Ταβιάνι, τον τελευταίο μιας σπουδαίας γενιάς Ιταλών σκηνοθετών, ένα φιλμ που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ Βερολίνου το 2021 και κέρδισε το βραβείο FIPRESCI.
Είναι η πρώτη ταινία του Πάολο Ταβιάνι, μετά τον θάνατο του μόνιμου συνεργάτη του στον κινηματογράφο, Βιτόριο, οι οποίοι υπέγραψαν μαζί ορισμένες εμβληματικές ταινίες, όπως «Αλοζανφάν», «Πατέρας Αφέντης», «Η Νύχτα του Σαν Λορέντζο» και φυσικά το «Χάος» που βασιζόταν σε νουβέλες του Πιραντέλο.
Μια ελεγεία για την Ιταλία των μεγάλων δημιουργών, τους συγγραφείς και τους κινηματογραφιστές της, τους καλλιτέχνες ενάντια στον φασισμό και στον εκτεταμένο κομφορμισμό, μια Ιταλία που χάνεται πίσω από το πλήθος τού ευτελούς θεάματος, της τηλεοπτικής αισθητικής και της επίπλαστης ευμάρειας, πέρα από κάποιες εξαιρέσεις.
Ο Πιραντέλο, που πέθανε το 1936, δυο χρόνια μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, την οποία βλέπουμε πριν την έναρξη της ιστορίας, είχε αφήσει ακριβείς οδηγίες για να μη γίνει κηδεία και το μόνο που ήθελε ήταν η τέφρα του να πεταχτεί σε κάποιο βράχο της ιδιαίτερης πατρίδας του, το Αγκριτζέντο, στη Σικελία. Τελικά, έπειτα από σουρεαλιστικές περιπέτειες, θα γίνουν τρεις κηδείες.
Ένα ψυχωμένο φιλμ, που απευθύνεται σε γνήσιους σινεφίλ, ανθρώπους που λάτρεψαν μια ολόκληρη εποχή αντίστασης, δημιουργίας και πικρού χιούμορ, που διεκδικεί την ελευθερία μιας μη γραμμικής δομής, και δεν υποτάσσεται σε καμία φόρμα.
Ταυτόχρονα ένας ύμνος στη λιτότητα του Πιραντέλο, στην απλότητα και την ομορφιά της Σικελίας, σε ασπρόμαυρο κατά κύριο λόγο φιλμ -εξαιρετική η φωτογραφία των Πάολο Καρνέρα και Σιμόνε Ζαμπάνι- αλλά και ένας σχολιασμός για όσα πάντα απασχολούσαν το έργο των Ταβιάνι. Τις δεισιδαιμονίες, τις θρησκευτικές εμμονές, την υποκρισία, τις πολιτικές σκοπιμότητες και τη φτώχεια που πλήττει τους απλούς ανθρώπους.
Ένα φιλμ, που θα συγκινήσει τους θεατές, με τον αυθορμητισμό του και ιδίως εκείνους των οποίων οι μνήμες τους, από εκείνη την εποχή, έχουν αρχίσει να ξεθωριάζουν αλλά κρατούν μέσα τους, με την πρέπουσα θαλπωρή, όλα εκείνα που τους ενέπνευσαν για να συνεχίσουν, να αντέξουν, να προσπαθήσουν για το καλύτερο.
Ο Ταβιάνι, μαζί με το καλοστεκούμενο καστ, αλλά και την υποβλητική μουσική του Νικόλα Πιοβάνι -ποιος μπορεί να ξεχάσει το σάουντρακ για το «Χάος»;- θα τα καταφέρει για ακόμη μία φορά να αποκτήσει τον σεβασμό μας και να μας γεμίσει με αισθήματα, από τη γνώριμη ποιητική του διάθεση, αλλά και σκέψεις για τον αλλοπρόσαλλο κόσμο που ζούμε.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Ο Πιραντέλο πέθανε αφήνοντας ακριβείς οδηγίες: ούτε κηδεία, ούτε γιορτή. Τελικά έγιναν τρεις κηδείες. Η ταινία αφηγείται την ιστορία του περιπετειώδους ταξιδιού της τέφρας του Πιραντέλο από τη Ρώμη στο Αγκριτζέντο, ανάμεσα σε ατυχήματα, συναντήσεις και οράματα.

Τα Ίχνη της Βίας (Leave no Traces). Δικαστικό θρίλερ, πολωνικής, γαλλικής και τσεχικής παραγωγής του 2021, σε σκηνοθεσία Γιαν Ματουζίνσκι, με τους Τόμας Ζιέτεκ, Σάντρα Κορζένιακ, Γιάσεκ Μπράσιακ, Ανιέσκα Γκροτσόφσκα κ.ά.
Καθηλωτικό δικαστικό θρίλερ, που μας έρχεται από την Πολωνία και τα χρόνια διακυβέρνησης του στρατηγού Γιαρουζέλσκι, βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και ξεχώρισε στο περσινό Φεστιβάλ Βενετίας. Η ταινία τού ανερχόμενου σκηνοθέτη Γιαν Ματουζίνσκι, πέρα από τη δικαστική διερεύνηση μίας υπόθεσης που συγκλόνισε την Πολωνία στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, θα συναρπάσει με τη δαιδαλώδη διαδρομή προς την αντικειμενική αλήθεια, ενώ είναι και ένα ψυχογράφημα της εποχής. Από τη μια ένα σκληρό καθεστώς, απ’ την άλλη οι διωκόμενοι αντιφρονούντες, που πιέζονται ασφυκτικά από τις Αρχές, και στη μέση ένας τρομαγμένος κόσμος που διστάζει να κοιτάξει την πραγματικότητα και προτιμά την ασφάλεια μιας μίζερης ζωής.
Η ιστορία μας πάει στο 1983, αμέσως μετά την άρση του στρατιωτικού νόμου στην Πολωνία, που η χώρα συγκλονίζεται από το θανάσιμο τραυματισμό ενός δεκαοχτάχρονου μαθητή, έπειτα από έναν βάναυσο ξυλοδαρμό από μέλη της πολιτοφυλακής. Ο λίγο μεγαλύτερος φίλος του, που έχει συλληφθεί μαζί με το θύμα, θα είναι ο αυτόπτης μάρτυρας, ο οποίος θα βρεθεί στη μέση ενός κυκλώνα, καθώς η απόφαση του αρμόδιου υπουργείου είναι να εξαφανίσει κάθε ευθύνη των ένστολων για τον θάνατο του παιδιού και να ρίξει την ευθύνη οπουδήποτε αλλού.
Η μυστική αστυνομία, οι καταδότες, το σύστημα εξουσίας, κάποιοι δικαστικοί λειτουργοί, θα ευθυγραμμιστούν στοχεύοντας να εξαφανίσουν τα στοιχεία, να ρίξουν την ευθύνη σε αθώους. Θα πιέσουν και τη χαροκαμένη μάνα, που είναι μία αντικαθεστωτική ποιήτρια, θα εκβιάσουν τους γονείς τού νεαρού ανυπότακτου μάρτυρα, θα αναγκάσουν έναν τραυματιοφορέα, που τον φτάνουν στα όρια της τρέλας, να ομολογήσει κάτι που δεν έκανε.
Ο Ματουζίνσκι θα στήσει από την αρχή ένα ασφυκτικό θρίλερ, θα ανεβάσει στροφές στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, θα ρίξει το βάρος του στις επιπτώσεις που έχουν τα τερτίπια των κατασταλτικών μηχανισμών στα πρόσωπα που εμπλέκονται και ιδίως στον αυτόπτη μάρτυρα.
Ταυτόχρονα, η ταινία διακρίνεται για την αναπαράσταση της εποχής, τη στιβαρή αφήγησή της, αλλά και το μήνυμα ότι μπορεί τα χρόνια να πέρασαν αλλά οι μηχανισμοί καταστολής παραμένουν ανεξέλεγκτοι σε μεγάλο βαθμό -κάτι που βλέπουμε σε όλον τον κόσμο, ακόμη και σε χώρες που υπερηφανεύονται για τη δημοκρατία και την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Εκεί που χάνει, σε ένα βαθμό η ταινία, είναι η λεπτομερής επανάληψη περιστατικών και καταστάσεων, στην απεικόνιση των αξιωματούχων τού καθεστώτος, που μοιάζουν με κέρινες μαριονέτες, στα όρια του γκροτέσκου και ορισμένες αχρείαστε κορόνες. Επιπλέον και το φινάλε είναι μάλλον αδύναμο, έπειτα από δυόμισι ώρες έντασης.
Το πολυπρόσωπο καστ, έχει τα πάνω του και τα κάτω του, ορισμένες φορές νομίζεις ότι βλέπεις κάποιους απλώς να λένε τα λόγια, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις διαπιστώνεις ότι έχει γίνει λάθος στη διανομή.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Πολωνία, 1983. Η χώρα συγκλονίζεται από την υπόθεση του Γκζέγκος Πσέμικ, μαθητή που ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από την πολιτοφυλακή. Βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, η ταινία ακολουθεί την ιστορία του μοναδικού μάρτυρα του ξυλοδαρμού, ο οποίος εν μια νυκτί γίνεται ο νούμερο ένα εχθρός του κράτους. Το καταπιεστικό καθεστώς χρησιμοποιεί ολόκληρο τον μηχανισμό του ώστε να στριμώξει τον ίδιο και άλλους ανθρώπους σχετικούς με την υπόθεση, όπως τους γονείς του, αλλά και τη μητέρα του Γκζέγκος Πσέμικ.

Όσα Φέρνει η Ζωή (To Leslie). Δραματική ταινία, αμερικανικής παραγωγής του 2022, σε σκηνοθεσία Μάικλ Μόρις, με τους Άντρεα Ράιζμπορο, Άντρε Ρόγιο, Μαρκ Μάρον, Όουεν Τιγκ, Στίβεν Ρουτ, Τζέιμς Λάνρι Χέμπερτ.
Σπαραχτικό δράμα από τον Μάικλ Μόρις, ένα περίπλοκο συναισθηματικό πορτρέτο μιας γυναίκας της οποίας ο εθισμός στο αλκοόλ στοιχειώνουν μια εργατική οικογένεια στον Νότο. Αμερικανικό ανεξάρτητο σινεμά, μακριά από μελοδραματισμούς, θεαματικά φτιασίδια, για ένα κοινωνικό ζήτημα, τον αλκοολισμό, το δικαίωμα της επιστροφής στη ζωή, αλλά και για τη θλίψη που προκαλεί πλέον το «αμερικάνικο όνειρο».
Το βαρύ θέμα, αφορά μία γυναίκα, μια μοναχική μητέρα, που έχει πιάσει πάτο, δίχως ένα φράγκο στην τσέπη, αν και είχε κερδίσει στο λαχείο ένα σεβαστό ποσό πριν μερικά χρόνια. Χωρίς σπίτι, η ηρωίδα μας θα αναγκαστεί να επιστρέψει στον τόπο της, σε μια προσπάθεια να ξαναχτίσει τη ζωή της σε ένα τοπικό μοτέλ, όπου της δίνουν ένα δωμάτιο και μια δουλειά.
Ο Μόρις θα μεταφέρει κάθε μελανιά, κάθε άσχημη πτώση της ηρωίδας του, σε έναν σκληρό κόσμο, που αρκείται να στέκεται επικριτικά σε ανθρώπους που πέφτουν και χρειάζονται ένα χέρι συμπαράστασης για να σηκωθούν και πάλι, να βρουν τον εαυτό τους, να διεκδικήσουν τη ζωή τους.
Ένα φιλμ στεγνό, που αναδίδει αλκοόλ και δυστυχία, που ίσως ορισμένες φορές χάνει το μέτρο, αλλά καταφέρνει να αναδείξει το πρόβλημα και να δώσει με ζεστασιά μία ελπίδα για τους ανθρώπους που θέλουν να επιστρέψουν στη ζωή.
Αναμφισβήτητα, όμως, αυτός που κέρδισε το λαχείο είναι ο Μάικλ Μόρις εξασφαλίζοντας την Άντρεα Ράιζμπορο, για τον απαιτητικό πρωταγωνιστικό ρόλο, τον οποίο αποδίδει σαρωτικά, θυμίζοντας τις μεγάλες ερμηνεύτριες του παρελθόντος.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Η Λέσλι, μια Τεξανή μητέρα που παλεύει να προσφέρει στον γιο της τα απαραίτητα, κερδίζει το λαχείο και μια ευκαιρία για καλή ζωή κάνει τη εμφάνισή της. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα, τα χρήματα έχουν τελειώσει και η Λέσλι έχει ξεμείνει να παλεύει με τον εθισμό της στο ποτό στην προσπάθεια της να αποφύγει τον πόνο που άφησε πίσω της. Με τη γοητεία της να εξαντλείται και δίχως να έχει πού να πάει, η Λέσλι έρχεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες των πράξεων της, αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία για εκείνη και τον γιο της.

Dodo. Κωμωδία, ελληνικής, γαλλικής και βελγικής παραγωγής του 2022, σε σκηνοθεσία Πάνου Κούτρα, με τους Σμαράγδα Καρύδη, Άκη Σακελλαρίου, Νατάσα Εξηνταβελώνη, Νίκο Γκέλια, Άγγελο Παπαδημητρίου, Μαριέλλα Σαββίδου, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου κ.ά.
Πολύχρωμη, σαν το ομώνυμο πτηνό που ζούσε στον Ινδικό ωκεανό και χάρισε τον τίτλο στην ταινία, πολλές φορές κραυγαλέα και ακόμη περισσότερες γενναιόδωρη, για τις ατέλειες, τα ελαττώματα και τη διαφορετικότητα, είναι τούτη η ρομαντική δραματική κωμωδία, που προβλήθηκε στο επίσημο πρόγραμμα του 75ου Φεστιβάλ των Καννών.
Στην πέμπτη του ταινία, ο Πάνος Κούτρας («Ξένια», «Στρέλλα», «Αληθινή Ζωή», «Η Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά») κάνει ακόμη ένα μικρό βήμα στην κινηματογραφική του πορεία, παρότι εδώ και ελαφρώς παραπατά και παρασύρεται από την τηλεοπτική αισθητική, την οποία μάλλον δεν μπορεί να διαχειριστεί όπως -είναι φανερό- ο αγαπημένος τού Αλμοδοβάρ.
Το dodo, σπάνιο είδος πτηνού που έχει εξαφανιστεί πριν τρεις αιώνες, μυστηριωδώς εμφανίζεται σε μια πολυτελή βίλα, μιας ξεπεσμένης αθηναϊκής οικογένειας, που πνίγεται στα χρέη, λίγες ώρες πριν τον γάμο της κόρης τους, με έναν πλούσιο γαμπρό.
Μια αλληγορία για τα καταπιεσμένα συναισθήματα, τις κρυφές ενδόμυχες σκέψεις, τη συλλογική συνείδηση, μία θετικών προθέσεων ταινία, που αγαπά τις αδυναμίες των ανθρώπων, τρομάζει με την υποκρισία και πιστεύει ότι ο κόσμος χρειάζεται την καλοσύνη και τα πλουμιστά φτερά του σπάνιου πτηνού για να προστατέψει κάθε άνθρωπο που βρίσκεται σε δύσκολη θέση.
Πάντως, οι ιδέες του σεναρίου, αν και καλοπροαίρετες, αρκετές φορές αιωρούνται, χωρίς να περνούν και να δένουν με τη ροή τού φιλμ, ενώ οι δραματικές εξάρσεις, που φτάνουν στα όρια της γραφικότητας, καλύτερα να κοβόντουσαν στο μοντάζ. Επιπλέον, οι διάλογοι μοιάζουν σχηματικοί και το κιτς, ως αυθεντική αισθητική ταυτότητα, χρειαζόταν αν μη τι άλλο τον μετρ του είδους Αλμοδοβάρ.
Οι ερμηνείες προσεγγίζουν, ηθελημένα ή μη, την τηλεοπτική αισθητική και δεν προσφέρουν κάτι το ιδιαίτερο, σε ένα φιλμ, που έχει το δικό του ενδιαφέρον, αλλά ορισμένες φορές αμήχανο, βάζοντας ένα σπάνιο και πολύτιμο για τη φύση πτηνό, μέσα σε μια βίλα κοτέτσι.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Ένα Ντόντο, είδος πουλιού που έχει εξαφανιστεί εδώ και 300 χρόνια, εμφανίζεται ξαφνικά λίγο έξω από την Αθήνα, στο κτήμα μιας οικογένειας που μετράει αντίστροφα τα τελευταία κρίσιμα 24ωρα μέχρι το σωτήριο για όλους γάμο της κόρης τους με έναν πλούσιο κληρονόμο. Τα όρια ανάμεσα στη λογική και την τρέλα θα δοκιμαστούν και η κατάσταση θα βγει εκτός ελέγχου.

Black Panther: Wakanda Forever. Περιπέτεια φαντασίας, αμερικάνικης παραγωγής του 2022, σε σκηνοθεσία Ράιαν Κούγκλερ, με τους Μάικλ Μπ. Τζόρνταν, Λετίσια Ράιτ, Λουπίτα Νιόνγκο, Γουίνστον Ντιουκ, Άντζελα Μπάσετ κ.ά.
Ακόμη ένα υπερηρωικό blockbuster βασισμένο στους χαρακτήρες της Marvel Comics «Black Panther», τέσσερα χρόνια μετά από τον εμβληματικό, στο είδος, «Μαύρο Πάνθηρα» και δυο χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του πρωταγωνιστή της πρώτης ταινίας Τσάντγουικ Μπόουζμαν. Έτσι, μετά την εμπορική επιτυχία της πρώτης ταινίας, οι λάτρεις του είδους θα επιστρέψουν στον συναρπαστικό σύμπαν της Γουακάντα, σε σκηνοθεσία και πάλι του Ράιαν Κουγκλέρ, ο οποίος ακολουθεί με συνέπεια τις πετυχημένες συνταγές, βάζοντας ωστόσο κάτι παραπάνω σε συναίσθημα, αλλά και λίγο -όσο πατά η γάτα- από «μπλακ πάουερ».
Σε αυτό το προσεγμένο σίκουελ, την περίοδο που ο λαός του βασιλιά Τ’ Τσάλα πενθεί το θάνατό του, νέες μοχθηρές παγκόσμιες δυνάμεις καιροφυλακτούν απειλώντας την ακεραιότητα της Γουακάντα, ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται και μια σκληρή μάχη για τον θρόνο.
Υπερθέαμα, με όλα τα γνώριμα συστατικά της Marvel, που από κάποια στιγμή και μετά ξεφουσκώνει, με το σενάριο να ξεμένει από έμπνευση και τη δράση να εκτείνεται χωρίς κάτι το δημιουργικό, αλλά σίγουρα οι νεαροί θαμώνες του είδους θα το ευχαριστηθούν, αφήνοντας κατά μέρος απαιτήσεις για κάτι περισσότερο.
Ικανοποιητικό, αλλά χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο, το καστ, που μάλλον χάνει κατά κράτος από τα πλούσια εφέ και ορισμένες πράγματι εντυπωσιακές σκηνές.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Μετά τον θάνατο του Βασιλιά Τ' Τσάλα, η Βασίλισσα Ραμόντα, η Σούρι, ο Μ'Μπάκου, η Οκόγιε και οι Ντόρα Μιλάγιε πολεμούν για να προστατεύσουν το έθνος τους από τις παγκόσμιες δυνάμεις. Ενώ οι κάτοικοι της Γουακάντα προσπαθούν να προχωρήσουν, οι ήρωες πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους και με τη βοήθεια της Γουόρ Ντογκ Νάκια και του Εβερετ Ρος, να χαράξουν ένα νέο μονοπάτι για το Βασίλειο της Γουακάντα.

Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:

Απέραντη Αγάπη (L' Immensità). Γλυκόπικρο τρυφερό αυτοβιογραφικό δράμα του Εμανουέλε Κριαλέζε, που μας ταξιδεύει στη Ρώμη της δεκαετίας του ‘70 και συμμετείχε στο Διαγωνιστικό Τμήμα του 79ου Φεστιβάλ Βενετίας. Με την Πενέλοπε Κρουζ, να φτάνει τη μητρική αγάπη στα άκρα, καθώς η οικογένειά της βρίσκεται σε κρίση και η μεγαλύτερη κόρη της συστήνεται σαν αγόρι στη νέα πλούσια γειτονιά που μετακόμισαν. Τραγούδια και μουσικές τής εποχής, με πολύ Πάτι Μπράβο και Ραφαέλα Καρά, καλή ανασύσταση της εποχής και συμπαθητικές ερμηνείες από τους Πενέλοπε Κρουζ, Λουάνα Τζουλιάνι, Βιντσέντζο Αμάτο, Πατρίτσιο Φραντιόνι, Μαρία Κιάρα Γκορέτι κ.ά.

ΣαμΣαμ (SamSam). Παιδική -καλύτερα νηπιακή- ταινία κινουμένων σχεδίων, γαλλικής και βελγικής παραγωγής του 2020, σε σκηνοθεσία του Τανγκί ντε Κερμέλ, που βασίζεται στην ομότιτλη τηλεοπτική βελγική σειρά. Ο ΣαμΣαμ φαίνεται να έχει όλα όσα ονειρεύεται ένας κοσμικός ήρωας, καθώς διαθέτει ηρωικούς γονείς, αρκετούς υπερήρωες φίλους και τον δικό του ιπτάμενο δίσκο για να εξερευνήσει το διάστημα. Η ταινία προβάλλεται μεταγλωττισμένη στα ελληνικά.

(Φωτό από το «Λεωνόρα Αντίο».

AΠΕ-ΜΠΕ