Συλλαβίζοντας τον Καμύ

Γκολκίπερ, δημοσιογράφος, ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας, φιλόσοφος, πολιτικός αναλυτής, διηγηματογράφος − όλα αυτά και τίποτε από όλα αυτά, ο Αλμπέρ Καμύ υπήρξε πρωτίστως ένας σπουδαίος μυθιστοριογράφος του εικοστού αιώνα που διασπάθισε το ταλέντο του στην πολυπράγμονα πνευματική του δράση.

Συλλαβίζοντας τον Καμύ

Γιος «Μαυροπόδαρων» από την Αλγερία με Ισπανικές ρίζες από την πλευρά της μητέρας του, έχασε τον πατέρα του στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και έζησε τα παιδικά του χρόνια σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας τις οποίες περιγράφει με μοναδική τρυφερότητα στο κύκνειο άσμα του «Ο Πρώτος Άνθρωπος». Νέος και ονειροπόλος θέλησε να κάνει το ταξίδι του Οδυσσέα αλλά τον πρόλαβε ο πόλεμος.

Κατέφθασε στο γερμανοκρατούμενο Παρίσι, το οποίο κατέκτησε με τη σειρά του το 1942 με τον εμβληματικό «Ξένο» του. Το μυθιστόρημα αυτό συνοπτικό και βαθιά φιλοσοφικό ήταν η αρχή μιας διασημότητας που ούτε ο ίδιος δεν είχε φανταστεί. Μαχόμενη συνείδηση σε όλα τα μέτωπα, κατατρυχόταν σε όλη του τη ζωή από την φυματίωση και τον δονζουανισμό του. Η αρρώστια του δεν του επέτρεψε να εργαστεί στην επίσημη εκπαίδευση και τον απομάκρυνε νωρίς-νωρίς από τη μεγάλη του αγάπη, το ποδόσφαιρο. Το πάθος του για τις γυναίκες τον ανάγκασε να συντηρεί κατά καιρούς μια στρατιά από ερωμένες με πρώτη και καλύτερη την ηθοποιό Μαρία Καζαρές. Έκανε δύο γάμους. Αρχικά παντρεύτηκε την άπιστη και μορφινομανή Σιμόν Ιέ και στη συνέχεια την πιανίστρια Φρανσίν Φορ, με την οποία απέκτησε τα δίδυμα.

Οικοδόμησε το συγγραφικό του έργο πάνω σε τρεις πυλώνες: το παράλογο, την εξέγερση, την αγάπη. Κάθε συγγραφική του φάση περιέχει μυθιστόρημα, φιλοσοφικό δοκίμιο και θεατρικά έργα.

Ήταν μόλις 44 ετών όταν η Σουηδική Ακαδημία του απένειμε το βραβείο Νόμπελ το οποίο η κακεντρεχής Γαλλική κριτική το χαρακτήρισε «ταφόπλακα στο έργο ενός πρόωρα ωριμασμένου ταλέντου». Στη συνέχεια ο Καμύ ήρθε σε σύγκρουση με τον κύκλο του πανίσχυρου Σαρτρ για το πολύκροτο πολιτικό και φιλοσοφικό του δοκίμιο «Εξεγερμένος Άνθρωπος». Ταυτόχρονα ταξίδεψε δυο φορές στην Ελλάδα και στα νησιά του Αιγαίου, καταγράφοντας τις εντυπώσεις του στις ταξιδιωτικές του σημειώσεις.

Δεν δίστασε να παρέμβει στον πόλεμο της Αλγερίας και για αυτό επικρίθηκε σφοδρά. Ούτως ή άλλως έζησε τη ζωή του όπως ακριβώς ήθελε, ανεξάρτητος και αλληλέγγυος, μέχρι τον πρόωρο θάνατό του από δυστύχημα σαν σήμερα, 4 Ιανουαρίου 1960. Ήταν είναι και θα είναι ο πιο δημοφιλής Γάλλος συγγραφέας του εικοστού αιώνα, τόσο στη Γαλλία όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Και να σκεφτεί κανείς πως όλη η λογοτεχνική του δόξα οικοδομήθηκε πάνω σε τρεις λέξεις: «Σήμερα πέθανε η μαμά». Είναι η πρώτη φράση από το μυθιστόρημά του «Ο Ξένος».