«Ο Ολυμπιακός, το θρυλικό “Φαληρικόν” και η μάχη ενάντια στη σπάνια αναπηρία»

Διαβάστε τη συγκλονιστική ιστορία του στιχουργού Στέλιου Μαργωμένου, γιου του Γιώργου Μαργωμένου, που είχε το θρυλικό «Φαληρικόν» στις Τζιτζιφιές. Τι έπαθε ο άνθρωπος και τι αγώνα έδωσε επί πάρα πολλούς μήνες για να το ξεπεράσει.

«Ο Ολυμπιακός, το θρυλικό “Φαληρικόν” και η μάχη ενάντια στη σπάνια αναπηρία»

Ο ΑμεΑ Χάρης Ασλανίδης μού είχε πει μια φράση που με σημάδεψε: «Αν κοιτάς τι δεν έχεις και όχι τι έχεις, καταστράφηκες»...

Κατ’ αρχάς, να πούμε ότι είσαι Ολυμπιακός.

Από μικρό παιδάκι. Με έπαιρνε ο πατέρας μου στην πλάτη και με πήγαινε στο παλιό «Καραϊσκάκης».

Τι θυμάσαι;

Στο γήπεδο, όταν ήθελα να κατουρήσω, με έπαιρνε ο πατέρας μου να πάμε τουαλέτα και όταν γυρίζαμε είχαμε χάσει τη θέση μας και βλέπαμε το ματς όρθιοι. Στην πλάτη του πατέρα μου έβλεπα το ματς. Θυμάμαι τον «Ατίλιο». Το λάτρευα το ποδόσφαιρο, όμως το ποδόσφαιρο με τους Έλληνες. Όταν πλάκωσαν οι πολλοί ξένοι και τα πολλά λεφτά, αποστασιοποιήθηκα. Παλιότερα δεν έχανα αγώνα του Ολυμπιακού στο γήπεδο! Είχα τρέλα με τον Ολυμπιακό, έπαιζα και ο ίδιος ποδόσφαιρο ερασιτεχνικά.

Τι σου έρχεται πρώτο στο μυαλό από εκείνη την εποχή στον Ολυμπιακό;

Ότι πήγαινα από το πρωί στο γήπεδο! Και στη Λέσχη, στο Πασαλιμάνι, για εισιτήρια. Δεν ήμουν ποτέ χούλιγκαν. Θυμάμαι όμως έντονα τον «Ατίλιο», κοντά ήμουν. Τον είχαμε διώξει ένα διάστημα γιατί πήγαινε και στον Εθνικό... Αλήθειες είναι αυτά, ξέρουν οι παλιοί. Θυμάμαι που έκλαιγε και τον ξαναδεχτήκαμε. Θυμάμαι αμυδρά τον Μποτίνο και τον Σιδέρη, που λίγο τους πρόλαβα, θυμάμαι όμως πολύ καλά τις μεγάλες μου αγάπες: τον Δεληκάρη, τον Γαλάκο, τον Αναστόπουλο.

Το θρυλικό «Φαληρικόν»

Πες μου για το «Φαληρικόν».

Το άνοιξε ο πατέρας μου το 1953. Εγώ γεννήθηκα το 1958. Ξέρω ιστορίες πολλές, όμως δεν πρέπει να λέγονται, γιατί είμαι στον καλλιτεχνικό χώρο, καταλαβαίνεις... Όταν άνοιξε αυτό το μαγαζί ο πατέρας μου τού έλεγαν τότε ότι δεν θα πιάσει, διότι ήταν κακόφημο το μέρος εκείνη την εποχή, με γυναίκες στον δρόμο... Του έλεγαν ότι θα καταστραφεί. Είχε ψαράδες μπροστά που πούλαγαν σκουλήκι στη διάρκεια της μέρας και γυναίκες το βράδυ... Πήγε πολύ καλά όμως το μαγαζί, έγραψε ιστορία. Θυμάμαι τα τζουκ μποξ και τον κόσμο να τρώει μαριδάκι.

Ποιοι περάσανε από το «Φαληρικόν»;

Όλοι. Ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Γαβαλάς, ο Μπιθικώτσης, ο Μητσάκης, ο Ζαμπέτας, ο Χιώτης, ο Καζαντζίδης. Ο πατέρας μου τα έφαγε τα λεφτά του. Διότι όλοι αυτοί είχαν το πάθος και έπαιζαν...

Πού;

Υπήρχε μια λέσχη που πήγαιναν ~δεν θέλω να πω το όνομα. Ο πατέρας μου με είχε σε ιδιωτικό σχολείο, με αμάξι στα 18, με σπίτι στο Παλαιό Φάληρο… Όταν πέθανε ήμουν πολύ νέος και ήρθαν τα πάνω κάτω. Έπρεπε να το διαχειριστώ μόνος μου. Έκανα τις δουλειές μου, πήρα τα ρίσκα μου, έφαγα τα χαστούκια μου, αλλά δεν κώλωνα. Η δουλειά μου ήταν χρυσοχόος ~καλλιτέχνης και σε αυτό. Δεν έκανα λεφτά διότι δεν ήμουν καλός έμπορος... Δεν ήμουν τοκογλύφος να κλέβω κόσμο…. Έφυγα για τις ΗΠΑ ~δεν ήξερα καν τη γλώσσα τότε. Γύρισα στα 37, οπότε τράβηξα και μία ψυχανάλυση για να έρθω στα ίσα μου.

Και σου σκάει η παλιοαρρώστια η σπάνια. Θα τα πούμε παρακάτω για αυτό που πέρασες. Πες μου για το «Φαληρικόν». Περνούσαν και ποδοσφαιριστές από εκεί.

Όλοι. Διότι ήταν το σημείο τρομερό. Τότε τα τραγούδια τα έβγαζαν και τα δοκίμαζαν στον κόσμο πρώτα. Μετά γινόταν η δισκογραφία. Έβλεπαν αν άρεσε ένα τραγούδι στο κοινό στα μαγαζιά. Οι τραγουδιστές είχαν και φίλους ποδοσφαιριστές και ρώταγαν τη γνώμη τους.

Ποια η μεγάλη διαφορά τού τότε με το σήμερα στη διασκέδαση;

Ο κόσμος τότε έβγαινε κάθε μέρα! Δεν είχε έξοδα, κινητό, αυτοκίνητο, δάνεια, και ήταν μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο που ο κόσμος το είχε ανάγκη να ξεσκάσει.

Έχεις γράψει και βιβλίο.

Ναι, για το τι πέρασα και πώς νίκησα το Guillain-Barre. Συναντιόμουν με τον συγγραφέα που με βοήθησε πολύ, καθώς δεν μπορούσα να μιλήσω και με έπιαναν τα κλάματα. Έπρεπε να τα θυμάμαι όλα... Το έκανα όμως για να βοηθήσω ανθρώπους με τέτοια προβλήματα, ώστε να μην το βάζουν κάτω. Διότι εγώ ήθελα να αυτοκτονήσω. Σοβαρά το λέω, στην αρχή ήθελα να πεθάνω, αλλά δεν μπορούσα καν να αυτοκτονήσω, δεν μπορούσα να κουνηθώ.

Θα την αφήσω τη διήγηση της αρρώστιας για το τέλος. Πες μου για τους τραγουδιστές με τους οποίους έχεις συνεργαστεί.

Στα 45 μου αποφάσισα να αρχίσω να γράφω στίχους. Με ενθάρρυνε ο Αχιλλέας Θεοφίλου, που ήταν διευθυντής στη ΜΙΝΟΣ, ο άντρας της Αλεξίου. Έκανα μία ομάδα με νέα παιδιά, διότι μου αρέσει να συνεργάζομαι με νέους. Αντλώ από τη ζωντάνια τους και τη δίψα τους. Μετά έδωσα στίχους σε όλους: Σφακιανάκη, Καρρά, Μακρόπουλο, Αδαμαντίδη, Άντζελα Δημητρίου, Κατερίνα Στανίση, Οικονομόπουλο, Παντελή Θαλασσινό και άλλους.

Το πιο αγαπημένο τραγούδι στο οποίο έγραψες τους στίχους;

«Δώσε ένα τέλος να αρμόζει», του Σφακιανάκη. Επίσης «Τα πιο μεγάλα σ’ αγαπώ», πάλι του Σφακιανάκη.

Είσαι Ίμβριος.

Έχω γυναίκα που είναι εξ ολοκλήρου από την Ίμβρο, ενώ και η γιαγιά μου είναι από την Ίμβρο. Έχουμε σπίτι εκεί και πάμε κάθε καλοκαίρι.

Πώς είναι η Ίμβρος;

Είναι ένα κοριτσάκι που έχει 2 μητριές, ποτέ δεν είχε μάνα! Η μία μητριά είναι η Ελλάδα και η άλλη μητριά είναι η Τουρκία. Είναι το μοναδικό μέρος που έμεινε από τις χαμένες πατρίδες, το οποίο έχει ακόμα αρκετούς Έλληνες. Πάντως, κάποτε ήταν 300 Τούρκοι εκεί και 5.000 Έλληνες. Τώρα είναι το αντίθετο. Επειδή έχω σπίτι εκεί δεν μπορώ να μιλήσω ελεύθερα... Θα πω μόνο τούτο: Κάποτε οι Τούρκοι είχαν εγκαταστήσει φυλακές ανοιχτές εκεί για βαρυποινίτες... Αναγκάστηκαν οι Ίμβριοι και έφυγαν... Τα χρόνια όμως προ κρίσης, όταν υπήρχε χρήμα στους Έλληνες, γύρισαν εκεί οι Ίμβριοι και έριξαν πολλά λεφτά φτιάχνοντας πολλά και ωραία σπίτια. Υπήρξε ο ανταγωνισμός του γέρου και της γριάς για το ποιος θα φτιάξει το πιο ωραίο σπίτι... Και έτσι ξαναφτιάχτηκε το νησί. Η κατάσταση εκεί είναι περίεργη με τους Τούρκους. Μία είναι καλά, μία είναι άσχημα.

Η συνταρακτική διήγηση της σπάνιας αρρώστιας

Πες μου τώρα αυτά που πέρασες. Πώς έρχονται τα πάνω κάτω στη ζωή μέσα σε λίγα λεπτά. Πώς μένεις ανάπηρος…

Πριν από 4,5 χρόνια άρχισε ο εφιάλτης. Μπαίνω στο μπάνιο να πλυθώ ένα πρωί και δεν είχα δύναμη στα χέρια. Ήθελα να ντυθώ, να βγω έξω και δεν μπορούσα να κουμπώσω το παντελόνι! Μου το κούμπωσε η ηρωίδα γυναίκα μου ~θα καταλάβεις μετά γιατί την αποκάλεσα έτσι. Βγαίνω έξω για μια βόλτα προβληματισμένος και γυρίζω πίσω. Δεν μπορούσα να ανεβώ τα σκαλιά να φτάσω στο ασανσέρ! Οχτώ σκαλιά όλα κι όλα. Κρατιόμουν από την κουπαστή. Φτάνω με τα χίλια ζόρια πάνω, κάθομαι να φάω, αλλά δεν μπορούσα ούτε να φάω ούτε να πιω.

Ξάπλωσα διότι δεν μπορούσα να σταθώ όρθιος. Νομίζαμε με τη γυναίκα μου ότι ήταν παρενέργειες ενός φαρμάκου που έπαιρνα. Τηλεφωνώ στον γιατρό μου και μου λέει ότι πρέπει να πάω σε κάποιο νοσοκομείο. Δίστασα. Πήγα να κοιμηθώ, δεν μπορούσα να κοιμηθώ και δεν μπορούσα να κουνηθώ! Είπα στην οικογένειά μου να πάρουν το 166.

Μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο είχα πέσει κάτω και δεν μπορούσαν να με σηκώσουν! Αγωνίστηκαν να με βάλουν στο φορείο και με πήγαν στο Κρατικό Νίκαιας. Με ρώτησαν οι γιατροί αν είχα περάσει γαστρεντερίτιδα. Όντως είχα περάσει πρόσφατα.

Την επόμενη μέρα δεν μπορούσα να κουνήσω τίποτα στο σώμα μου! Έπεσα σε απελπισία. Έρχεται ο διευθυντής της Νευρολογικής, φανταστικός γιατρός, ο κ. Γκέκας, και λέει να μου κάνουν παρακέντηση στον νωτιαίο μυελό στη σπονδυλική στήλη. Είχα τρομερή αγωνία και όταν τον ρώτησα αν θα γινόμουν καλά μού είπε να κάνει την εξέταση πρώτα...

Έγινε η εξέταση και η διάγνωση ήταν: Guillain-Barre, αυτοάνοσο νόσημα. Μπερδεύεται ο οργανισμός και αντί να χτυπήσει έναν ιό που σε έχει προσβάλει, επιτίθεται στο νευρικό σύστημα και προκαλεί τετραπληγία! Ρώτησα πάλι τον γιατρό αν θα γίνω καλά, και μου είπε ότι μπορεί να γίνω καλά. Μου δίνει ανοσοσφαιρίνες για να σταματήσει ο οργανισμός να χτυπά το νευρικό σύστημα. Περνάνε δύο μέρες και πιστεύουν ότι με έπιασε το φάρμακο. Έλεγαν να με στείλουν στο Εθνικό Κέντρο Αποκατάστασης (ΕΚΑ), αλλά δεν πρόλαβαν, ξεκίνησε η πάρεση προσώπου!

Σε δυο μέρες με πιάνει τρομερός βήχας και δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Με κρατούσαν καθιστό, αφού έβηχα πολύ. Προσπαθούσα να αναπνεύσω, αλλά ήταν πολύ δύσκολο και έφτασα στο σημείο να χάσω τις αισθήσεις μου. Ξύπνησα στην Εντατική διασωληνωμένος και με τραχειοτομή...

Εκεί μου είπε η γυναίκα μου: «Πήγαν άσχημα τα πράγματα, Στέλιο, πρέπει να πολεμήσεις, θα είμαι δίπλα σου και δεν θα σ’ αφήσω λεπτό, σ’ το υπόσχομαι. Θέλω να ζήσεις, σε θέλουμε, σ’ αγαπάμε»! Μπήκαν και τα παιδιά μου στην Εντατική. Δεν μπορούσα ούτε να κουνηθώ ούτε να μιλήσω. Είχα μόνο δυο μάτια δακρυσμένα.

Ήθελα να πεθάνω. Ναι, ήθελα να αυτοκτονήσω, αλλά δεν μπορούσα ούτε αυτό να κάνω. Ήμουν σε σοκ. Σκεφτόμουν ότι αν μπορούσα να κουνηθώ, θα έβγαινα στο μπαλκόνι και θα βουτούσα.

Με τη στήριξη της οικογένειάς μου άλλαξα γνώμη τις επόμενες μέρες και αποφάσισα να το παλέψω. Όσο ήμουν στην Εντατική είχα φαντασιώσεις, είχα εφιάλτες, η φωνή μου ήταν πολύ παράξενη, έβγαζε έναν ήχο σαν βάτραχος προσπαθώντας να επικοινωνήσω.

Επί δέκα μέρες καιγόμουν στον πυρετό και έψαχναν να βρουν ποιο μικρόβιο από την Εντατική με είχε πειράξει. Ξέροντας ότι είχα πέτρες στη χολή, έκαναν υπέρηχο και είδαν ότι έχω πάθει χολοκυστίτιδα. Το ένα πρόβλημα μετά το άλλο. Οι γιατροί είπαν στη γυναίκα μου ότι πρέπει να χειρουργηθώ αμέσως αλλά ήταν επικίνδυνο, διότι δεν είχα πια νευρικό σύστημα και έπρεπε να με ναρκώσουν, κάτι που θα δυσκόλευε την επιστροφή... Κινδύνευα όμως από σηψαιμία. Και της ζήτησαν να υπογράψει για να χειρουργηθώ!

Όλα πήγαν καλά με το χειρουργείο και στη συνέχεια άρχισα να αναπνέω. Έπειτα από σαράντα μέρες στην Εντατική με πάνε πίσω στη μονάδα. Εκεί δεν μπορούσα να κουνήσω τίποτα! Νόμιζα ότι με έχουν δεμένο και έλεγα στη γυναίκα μου: «Κούνα με λίγο να δω ότι… υπάρχω».

Άρχισα να κουνάω λίγο τα δύο μεγάλα δάχτυλα των χεριών μου. Μου είπαν ξανά να πάω στο κέντρο αποκατάστασης (ΕΚΑ) για να αρχίσω τον αγώνα της αποκατάστασης. Αλλά δεν υπήρχε κρεβάτι! Πέρασαν 25 μέρες για να μπορέσω να πάω εκεί. Κάθε πρωί με σήκωναν με έναν ειδικό γερανό απ’ το κρεβάτι, με έβαζαν σε αναπηρικό καρότσι και πήγαινα για φυσικοθεραπεία.

Οι φυσικοθεραπευτές μού κινούσαν τα χέρια και τα πόδια και μου έλεγαν να τα κοιτάω. Μετά μου γύριζαν δεξιά-αριστερά το σώμα και αναρωτιόμουν πώς το σώμα αυτό θα λειτουργήσει και πάλι μόνο του.

Έδειξαν τις ασκήσεις στη γυναίκα μου και της είπαν να μου τις κάνει στο κρεβάτι. Ύστερα από ένα μήνα είχα λίγη πρόοδο και πήγα για εργοθεραπεία, να μάθω από την αρχή να χειρίζομαι τα δάχτυλά μου. Έπειτα από 30 μέρες άρχισα να κουνάω λίγο τα χέρια μου και να στηρίζομαι κάπως όταν κάθομαι.

Με έδεναν με ιμάντες σε ένα κρεβάτι το οποίο σήκωναν όρθιο για να συνηθίζω. Με έβαζαν με το καρότσι κοντά σε μια πεταλιέρα ποδηλάτου και ξεκινούσαν να κινούν τα πόδια μου. Έπειτα από καιρό μου έβαζαν νάρθηκες στα πόδια, από πάνω μέχρι κάτω, και προσπαθούσαν να με σηκώσουν σε ένα δίζυγο. Δεν μπορούσα στην αρχή.

Ένα απόγευμα ήρθε ένας φυσικοθεραπευτής που δεν τον ήξερα και μου λέει ότι είμαι έτοιμος να σηκωθώ και πρέπει να δώσουμε ερέθισμα στα νεύρα γιατί έχω αργήσει. Αυτός ήταν ο Βέλιν Πρόικας, που μαζί του αργότερα πάλευα κάθε απόγευμα να ξαναπερπατήσω, καταπληκτικός άνθρωπος.

Είχε ανέβει η ψυχολογία μου και ζήτησα να με πάνε στην κυρία Γεωργία Σάκκου, να μου κάνει φυσικοθεραπεία. Είχα ακούσει εξαιρετικά λόγια γι’ αυτήν. Με αναλαμβάνει και αρχίζουμε αγώνα. Ο ιδρώτας της και ο ιδρώτας μου έσταζαν ταυτόχρονα. Προσπαθούσε να με σηκώνει και απορούσα πού έβρισκε τη δύναμη.

Το πρωί φυσικοθεραπεία, ενδυνάμωση, βάδιση, μετά εργοθεραπεία, και το απόγευμα ο Βέλιν να με περπατά με τους νάρθηκες. Η κυρία Πετροπούλου, η διευθύντρια της Β’ Κλινικής, τρομερή γιατρός και άνθρωπος, με εξέτασε και μου είπε ότι πάω καλά και ότι θα μπω στην πισίνα με γυμναστήριο. Ξεκίνησα πρόγραμμα επτά ώρες την ημέρα!

Μπαίνοντας στη πισίνα ούτε πατούσα ούτε κολυμπούσα ~αισθανόμουν ανάπηρος. Με πολλή γυμναστική δυνάμωσαν τα χέρια μου και το κορμί μου και άρχισα να τρώω μόνος μου. Κάνω το σταυρό μου, περπατούσα με τους νάρθηκες στα πόδια και με Π. Έπειτα από 11 μήνες σε νοσοκομεία με στέλνουν για λίγες μέρες σπίτι μου. Προσπαθούσα να επιβιώσω εκεί. Στο μπάνιο πήγαινα με τα τέσσερα, μπουσουλώντας. Επέστρεψα στο ΕΚΑ να συνεχίσω τον αγώνα. Οι φυσικοθεραπευτές μού έβγαζαν τον ένα νάρθηκα και προσπαθούσαν να με κάνουν να περπατήσω με το Π. Σε 15 μέρες μου έβγαλαν και τον άλλο νάρθηκα και περπατούσα πλέον με το Π.

Έπεσα αρκετές φορές. Μία από τις φορές που έπεσα, έσπασα τα δύο μεγάλα δάχτυλα των ποδιών μου, αλλά δεν είπα τίποτα… Έβαζα κρυφά πάγο γιατί θα μου σταμάταγαν τις θεραπείες...

Πέρασαν άλλοι 3 μήνες. Πήγα καλά. Μου έδωσαν τη δεύτερη άδεια να γυρίσω σπίτι μου για λίγες μέρες. Και βγήκα πρώτη φορά έξω για καφέ ύστερα από 14 μήνες. Με μπαστούνι.

Όταν γύρισα στο νοσοκομείο περπάτησα τα πρώτα 50 μέτρα μόνος μου χωρίς βοήθεια. Όμως το τελευταίο Σάββατο, πριν φύγω, τσουλώντας το καρότσι στον διάδρομο και περπατώντας έχασα την ισορροπία μου και έπεσα, σπάζοντας κνήμη και περόνη!

Με μετέφεραν στο ΚΑΤ, όπου μου έβγαλαν πλάκες και διαπίστωσαν τα κατάγματα. Τη Δευτέρα πέρασε ο διευθυντής της Γ’ Κλινικής στο Βρυώνειο Κτήριο, ο Θανάσης Αντωνόπουλος, υπέροχος γιατρός, και μου λέει: «Με τον νάρθηκα που σου έχουμε βάλει θα πας πίσω στο ΕΚΑ και σε δέκα μέρες θα έρθεις πάλι να δούμε τι θα κάνουμε».

Επιστρέφω στο ΕΚΑ, με βλέπει η κυρία Πετροπούλου και καταλαβαίνει τη στενοχώρια μου. Αν μείνω ακίνητος θα χάσω ό,τι έχω κερδίσει έως τώρα. Την παρακαλώ και της λέω ότι δεν αντέχω άλλο. Με ενθάρρυνε ψυχολογικά.

Η φυσικοθεραπεύτριά μου η Γεωργία με κατεβάζει στη φυσικοθεραπεία και με πλακώνει στις ασκήσεις για να μη χάσω δυνάμεις. Τόση αγάπη που εισέπραξα από αυτούς τους ανθρώπους, με έκαναν να δώσω πάλι μια μεγάλη μάχη.

Σάββατο μιλάω με το κύριο Αντωνόπουλο για να επιστρέψω στο ΚΑΤ. Μου λέει: «Μαργωμένε, μίλησα με τη κυρία Πετροπούλου και έμαθα για τον αγώνα που έχεις δώσει. Tο βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ για να σκεφτώ τι θα κάνω με σένα. Λοιπόν, Τρίτη έρχεσαι στο ΚΑΤ να κάνουμε εξετάσεις και Τετάρτη να σε χειρουργήσω». Με χειρουργεί και όλα πάνε καλά. Μου βάζουν ειδική μπότα, με εξετάζουν αν πονάω και μου δίνουν πάλι το Π! Ήμουν τρελός από χαρά που δεν θα έχανα τις θεραπείες μου.

Επέστεψα στο ΕΚΑ. Οι φυσικοθεραπευτές μου, η Γεωργία και ο Βέλιν, μού δίνουν πολλή αγάπη. Έδωσαν τη ψυχή τους να με σηκώσουν και δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Θερμοευχαριστώ την κυρία Πετροπούλου και αποφασίσαμε να φύγω σε 15 μέρες να συνεχίσω τον αγώνα σπίτι. Και τα κατάφερα. Με σκληρό αγώνα τα κατάφερα. Το νίκησα το Guillain–Barre. Αγωνίστηκα, αλλά ήμουν τυχερός που έπεσα σε καλά χέρια ειδικών. Ήμουν τυχερός που είχα και αυτήν τη γυναίκα για σύζυγο, την Παναγιώτα! Από νέα παιδιά είμαστε μαζί! Μαζί μεγαλώσαμε. Της χρωστάω τα πάντα και ποτέ δεν θα μπορέσω να την… ξεχρεώσω.

Το «ΦΩΣ» στην πόρτα σας και στον υπολογιστή σας