«Δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καπετανάκη» - Ο μυστηριώδης άγνωστος του λαϊκού τραγουδιού
Ο Καπετανάκης του γνωστού λαϊκού τραγουδιού βάζει δύσκολα στους μελετητές του
«Δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καπετανάκη», συροτσιφτετέλι γραμμένο από τον Λεονάρδο Μπουρνέλη σε στίχους Παναγιώτη Μιχαλόπουλου εγείρει ένα σωρό ερωτηματικά γύρω από την ύπαρξη και το ποιόν ενός άγνωστου λαϊκού ήρωα.
Ποιος ήταν λοιπόν ο διαβόητος Καπετανάκης που τραγουδά ο Μιχαλόπουλος; Η επικρατέστερη εκδοχή υποδεικνύει τον Ιωάννη Καπετανάκη από την Κρήτη, διευθυντής των φυλακών της Παλαιάς Στρατώνας το 1920.
Ο αυστηρός και ζόρικος διευθυντής της Παλιάς Στρατώνας ήταν ακραιφνής Βενιζελικός κι όταν ηττήθηκε ο Βενιζέλος στις εκλογές του '20 με βαριά καρδιά εκτέλεσε τη διαταγή να απελευθερωθούν οι βασιλόφρονες πολιτικοί κρατούμενοι της φυλακής. Την αυστηρότητά του, ωστόσο, την εξάντλησε στους ποινικούς κρατούμενους που εκ του πονηρού θεώρησαν ότι η διαταγή τους αφορά κι εκείνους και στασίασαν ζητώντας αποφυλάκιση. Ο Καπετανάκης κατέστειλε τη στάση έστω κι αν χρειάστηκε να επιστρατεύσει τα πιστόλια του. Στο τέλος σκότωσε ένα κρατούμενο και τραυμάτισε άλλους δύο.
Πάνω στην αναμπουμπούλα κατηγορήθηκε ότι υφάρπαξε το ταμείο των φυλακών, ο ίδιος βέβαια ισχυρίστηκε ότι το έκανε για να μην το αφήσει τα χέρια των στασιαστών. Γεγονός πάντως είναι ότι οι κρατούμενοι της Παλιάς Στρατώνας δεν μπορούσαν να υπομείνουν άλλο τη σκληρή και άγρια συμπεριφορά του. Οι διαμαρτυρίες μέσω επιστολών σε εφημερίδες έδιναν και έπαιρναν, ενώ τα «θύματα» της σκληρότητας του Καπετανάκη κατέφευγαν κάποτε και στο έσχατο μέσο της απεργίας πείνας.
«Ντούγκλας το μουστάκι» ή «ντούγκλα στο μουστάκι»;
Εξαρτάται πώς το ακούει κανείς για να λύσει στη συνέχεια το αίνιγμα. Αν είναι... ντούγκλας παραπέμπει στον Ντάγκλας (Douglas) Φέρμπανξ -που διαβάζεται και ντούγκλας- αστέρα του πρώιμου σινεμά, που πλάσαρε το λεπτό, τσιγκελωτό μουστάκι.
'Αλλοι μιλούν για ένα είδος κεριού για μουστάκι μάρκας Douglas, που οι αθώοι καταναλωτές το διάβαζαν ντούγκλα οπότε ο στίχος γίνεται ντούγκλα, δηλαδή κερί, στο μουστάκι.
Τα μελιτζανιά να μην τα βάλεις πια
Θα υπήρχαν κατάδικοι που θα άκουσαν από το στόμα του διευθυντή τη φράση, «την πουτάνα τη μάνα σου!» Ίσως κι η ίδια η μητέρα άκουσε να λέγεται σε κάποια επισκεπτήριο. Έτσι η δεύτερη στροφή ξεκινά με τον στίχο «Τη δόλια τη μανούλα μου, την πότισες φαρμάκι» και συνεχίζει με προτροπή προς τη μητέρα «τα μελιτζανιά να μην τα βάλεις πια».
Την εποχή εκείνη οι ιερόδουλες χρησιμοποιούσαν για αντισηπτικό, διάλυμα υπερμαγγανικού καλίου, το οποίο άφηνε μια μοβ απόχρωση. Για να μη φαίνονται οι λεκέδες στα εσώρουχα, χρησιμοποιούσαν υφάσματα σε χρώμα μελιτζανί. Έτσι η φράση «τα μελιτζανιά να μην τα βάλεις πια» σημαίνει «σταμάτα μα εκδίδεσαι και μη φοράς μελιτζανιά βρακιά».