Ο παλιός μεγάλος γκολκίπερ του ΠΑΟ Μιχάλης Βουτσαράς: «Βλέπω Παναθηναϊκό και φεύγω από το ημίχρονο»!

Ήταν και τραγικό πρόσωπο, εμπλεκόμενος σε μία σύγκρουση με παίκτη του Εθνικού, ο οποίος σκοτώθηκε. Ήθελε να σταματήσει το ποδόσφαιρο τότε, είχε γίνει χαμός στην κηδεία με δεκάδες χιλιάδες κόσμο, παράτησε την μπάλα και είχε φύγει, πήγαιναν οι συμπαίκτες του και τον παρακαλούσαν να αλλάξει απόφαση, τον είχε πιάσει και ο αδερφός του νεκρού ποδοσφαιριστή.

Ο παλιός μεγάλος γκολκίπερ του ΠΑΟ Μιχάλης Βουτσαράς: «Βλέπω Παναθηναϊκό και φεύγω από το ημίχρονο»!

Συνέντευξη στον ΘΕΜΗ ΣΙΝΑΝΟΓΛΟΥ

Στην εφημερίδα έχουν παρελάσει όλες οι μεγάλες μορφές του ελληνικού ποδοσφαίρου και όχι μόνο. Και ας είναι από τον ΠΑΟΚ, από τον Παναθηναϊκό, από την ΑΕΚ, τον Άρη κ.λπ. Και φυσικά από τον Ολυμπιακό. Το σέβονται το «ΦΩΣ».


Ο Μιχάλης Βουτσαράς έχει ιστορία, έζησε την εποχή όπου ο Ολυμπιακός έκανε τη μισή Ελλάδα Ολυμπιακούς, έζησε και την εποχή όπου ο Παναθηναϊκός έφτιαξε την πιο μεγάλη ομάδα της Ιστορίας του τη δεκαετία του ‘60.


Ήταν και τραγικό πρόσωπο, εμπλεκόμενος σε μία σύγκρουση με παίκτη του Εθνικού, ο οποίος σκοτώθηκε. Ήθελε να σταματήσει το ποδόσφαιρο τότε, είχε γίνει χαμός στην κηδεία με δεκάδες χιλιάδες κόσμο, παράτησε την μπάλα και είχε φύγει, πήγαιναν οι συμπαίκτες του και τον παρακαλούσαν να αλλάξει απόφαση, τον είχε πιάσει και ο αδερφός του νεκρού ποδοσφαιριστή.


Την ιδέα να τον αναζητήσω μού την έδωσε ένας φανατικός οπαδός του Ολυμπιακού, ο Νίκος Μολδοβανίδης, που είχε η οικογένειά του συγγένεια με τον Βουτσαρά και είχε χάσει τα ίχνη του. Κι εγώ δεν ήξερα αν είναι καλά, δεν είχα μιλήσει ποτέ πριν μαζί του. Μεγάλος σε ηλικία ο άνθρωπος, αλλά είναι κοτσονάτος. «Με φροντίζει καλά η γυναίκα μου» είπε και γελούσε. Ωραίος τύπος, ήταν ο μεγάλος έρωτας της Τζένης Βάνου!


Πότε γεννηθήκατε;


Το 1935.


Προβλήματα υγείας έχετε;


Μια χαρά είμαι. Μόνο με τη μέση έχω ένα πρόβλημα, μου είχε μείνει από τότε που έπαιζα ποδόσφαιρο, αλλά δεν είναι κάτι σοβαρό.


Πού μεγαλώσατε; Κάποιος μου είπε ότι ήσασταν Ολυμπιακός μικρός.


Πράγματι ήμουν Ολυμπιακός μικρός. Στο γήπεδο όμως να τον δω δεν είχα πάει. Γεννήθηκα μεταξύ Ρουφ και Βοτανικού, η Ορφέως τότε χώριζε αυτές τις δύο περιοχές.


Φτώχεια;


Είχε βιοτεχνίες εκεί, έφτιαχναν τα δέρματα για τα παπούτσια, είχε ταβέρνα ο πατέρας μου και δούλευε καλά με τους εργάτες. Με φαγητά, κρασιά - και η μαμά ήταν στο μαγειριό.


Πόσα παιδιά;


Ήμασταν τέσσερα αδέρφια. Εγώ ήμουν ο μικρότερος.


Πώς πήγατε στον Παναθηναϊκό;


Όταν πήγα στη Δόξα Πειραιά ήμουν νέος και η Δόξα ήταν στη Β’ κατηγορία. Με το που πήγα ανεβήκαμε στην Α’ και παίζαμε με τον Ολυμπιακό αντίπαλο, τον Εθνικό, την Προοδευτική. Ήταν ένας στη γειτονιά και ήθελε να με πάει στον Απόλλωνα που είχε μεγάλους τερματοφύλακες τότε. Έλεγα «πού να παίξω εκεί;» και προτίμησα να ακούσω έναν άλλον που μου είπε «θα σε πάω στον Παναθηναϊκό να σε δοκιμάσουν». Τότε ο Παναθηναϊκός είχε έναν καλό προπονητή, τον Γκλίσοβιτς. Αυτός έκανε διπλά το καλοκαίρι και δοκίμαζε νέα παιδιά.


Τι έγινε λοιπόν;


Πήγα και έπαιξα σε ένα διπλό, με είδε και είπε στον αρχηγό του Παναθηναϊκό «θέλω τον Βουτσαρά». Πήγαιναν οι παράγοντες κάθε μέρα στον Γκλίσοβιτς και του έλεγαν «πήραμε αυτόν, πήραμε τον άλλον» και εκείνος ρώταγε «τον Βουτσαρά τον πήρατε;». Αυτά τα έμαθα από ανθρώπους του Παναθηναϊκού. Επέμενε να με πάρουν, δεν ξέρω τι είχε δει, γιατί τότε δεν ήμουν κάτι ξεχωριστό, νέος ήμουν. Με πλάκωσε στις προπονήσεις εκείνο το καλοκαίρι, με ξεθέωσε ο Γκλίσοβιτς. Ο Παναθηναϊκός είχε τότε έναν τερματοφύλακα που λεγόταν Σαραντάκης. Έρχεται τουρνουά με Παναθηναϊκό, Ολυμπιακό, ΑΕΚ, ήταν Σεπτέμβρης. Τότε αυτές οι ομάδες έκαναν τρία τουρνουά μεταξύ τους κάθε χρόνο για να βγάζουν κάνα φράγκο από τα εισιτήρια. Πρώτη μου χρονιά στον Παναθηναϊκό, με πιάνει ο Γκλίσοβιτς και μου λέει «στο β' ημίχρονο θα παίξεις εσύ. Απ’ όπου και να φας γκολ, εγώ είμαι εδώ, μη φοβάσαι!». Ντέρμπι με την ΑΕΚ.


Πώς τα πήγατε;


Έκανα τρομερό ντεμπούτο, χάλασε ο κόσμος. Ενώ χάναμε 1-0 στο ημίχρονο, μπήκα στο β' ημίχρονο, δεν έφαγα γκολ, ισοφαρίσαμε 1-1, είχα κάνει μεγάλο ματς. Και από εκεί καθιερώθηκα. Διότι ο Παναθηναϊκός έως τότε δεν είχε βγάλει μεγάλο τερματοφύλακα. Τι εποχές ήταν εκείνες, ο κόσμος καθόταν ανακατεμένος στις εξέδρες και δεν σκοτώνονταν. Πιο πολύ μαλώναμε εμείς οι ποδοσφαιριστές παρά οι φίλαθλοι!

Ήταν η αυτοκρατορία του Ολυμπιακού τότε.


Πράγματι. Παλεύαμε με τον Ολυμπιακό για τον τίτλο, αλλά ήταν καλύτερος. Όμως από το 1959-60 φτιάξαμε μεγάλη ομάδα στον Παναθηναϊκό και παίρναμε σερί το πρωτάθλημα για έξι χρόνια. Με μία εξαίρεση που μας το πήρε η ΑΕΚ, είχαν γίνει τραγικά πράγματα και χάσαμε εκείνο το πρωτάθλημα...


Γιατί σταματήσατε 30-31 χρόνων;


Λόγω Μαντζαβελάκη. Με είχε στην μπούκα, μου την είχε στημένη και προωθούσε τον Οικονομόπουλο. Είναι ιστορία που δεν λέγεται...


Ε, μην τα πείτε όλα, ας «φωτογραφίσετε» κάποια πράγματα.


Ο Μαντζαβελάκης έκανε κάτι πονηρά πράγματα εκείνη την εποχή και ξεσκεπάστηκε...


Έπιανε παίκτες...


Ξέρω καλά τι έκανε γιατί τον είχα βοηθήσει σε δύο περιπτώσεις... Ένα ματς όμως με τον Εθνικό έκρινε εκείνο το πρωτάθλημα που χάσαμε από την ΑΕΚ. Ενώ ήταν δικά του τα λάθη, τα έριξε στον Παπαεμμανουήλ και σε εμένα. Έβγαλε φήμες δεξιά και αριστερά. Ούτε ο Παπαεμμανουήλ μίλησε ούτε εγώ. Ήθελε να μας φάει. Και αν άντεξα στη συνέχεια ήταν λόγω του Μπόμπεκ. Με στήριξε ο Μπόμπεκ και πήραμε το αήττητο πρωτάθλημα. Τα δύσκολα ματς εκτός έδρας εγώ τα έπαιξα, και με τον Ολυμπιακό, αλλά είχα πέσει πάνω σε έναν πανούργο άνθρωπο. Ξέρεις τι ήταν ο Μαντζαβελάκης;


Γνωρίζω, έχω ακούσει πολλά.


Θυμάμαι με είχε πάρει τηλέφωνο ο Γενεράλης από την «Αθλητική Ηχώ» και μου είχε πει «βγες να μιλήσεις γιατί αυτός θα σε φάει». Του λέω «θα τα βάλω εγώ με τον Μαντζαβελάκη;». Ευτυχώς η οικονομική κατάσταση της οικογενείας μου ήταν καλή και δεν είχα πρόβλημα.


Πείτε μου όμως τι έγινε σε εκείνο το ματς με τον Εθνικό που σας διέκοψε το σερί πρωταθλημάτων.


Είχε κάνει κάτι βρομιές αυτός που λέγαμε και νομίζαμε όλοι ότι το παιχνίδι ήταν σίγουρο. Ήμασταν ξεχαρβαλωμένοι, ξενυχτήσαμε όλο το βράδυ, πανηγυρίζαμε το πρωτάθλημα που θα παίρναμε. Και έγινε τραγωδία. Ενώ με ισοπαλία θα παίρναμε τον τίτλο, χάσαμε 4-2! Και πήγαμε στο μπαράζ με την ΑΕΚ και μπλέξαμε. Ήταν αυτοκτονία. Την επόμενη χρονιά πήραμε το αήττητο πρωτάθλημα. Τότε ήταν πολύ δύσκολο να πας σε άλλες έδρες, δεν ήταν όπως τώρα. Πήγαινες τότε να παίξεις στον δυνατό Πανιώνιο. Πήγαινες τότε να παίξεις στον δυνατό Απόλλωνα. Πήγαινες τότε να παίξεις στη δυνατή Δόξα Δράμας. Στον Ηρακλή, στον Άρη, στον ΠΑΟΚ - που τότε στον ΠΑΟΚ γίνονταν χειρότερα από αυτά που γίνονται τώρα. Πήγαινες τότε να παίξεις με την ΑΕΚ και τον Ολυμπιακό.


Ποιος τερματοφύλακας σάς άρεσε πιο πολύ;


Ο Σαργκάνης. Αλλά έχω τέτοια απογοήτευση από το ποδόσφαιρο που δεν πηγαίνω να βλέπω αγώνες στο γήπεδο εδώ και πολλά χρόνια.


Νιώθετε θλίψη για τον Παναθηναϊκό των τελευταίων χρόνων;


Ω, πάρα πολύ. Βλέπω ένα ημίχρονο και φεύγω από την καφετέρια, στενοχωριέμαι. Δεν είναι αυτός Παναθηναϊκός. Πάντως στο ματς με τα Γιάννινα που τον είδα πρόσφατα ήταν καλός. Αλλά χωρίς Έλληνες, τι πράγμα είναι αυτό, ρε παιδί μου. Γι’ αυτό δεν πάει πουθενά το ελληνικό ποδόσφαιρο, έχουν βουλιάξει η Εθνική και οι ομάδες. Βλέπεις και τα μικρά σωματεία να είναι γεμάτα ξένους. Πώς θα βγάλουμε ποδοσφαιριστές έτσι;


Κορυφαίο συμπαίκτη σας ποιον θεωρείτε;


Όλοι λένε για τον Δομάζο, εγώ θεωρώ τον Τάκη Λουκανίδη.


Και ο Δομάζος μού έχει πει τον Τάκη Λουκανίδη.


Πολύ μεγάλος παίκτης φυσικά ο Δομάζος, ηγέτης και με τεράστια διάρκεια. Όμως το αριστερό πόδι το είχε μόνο για να περπατάει. Επίσης, κεφαλιά δεν είχε. Ενώ ο Λουκανίδης ήταν πλήρης, δεν του έλειπε τίποτα. Ήταν τέλειος! Αριστερό πόδι, δεξί πόδι, κεφαλιές, έπαιζε όλες τις θέσεις, αμυντικά, επιθετικά, ήταν τέλειος. Μπαλαδόρος και παιδαράς. Δεν υπήρξε άλλος τέτοιος Έλληνας ποδοσφαιριστής.


Μετά από Λουκανίδη και Δομάζο;


Ο Παπαεμμανουήλ ήταν παικταράς.


Τι είχε;


Είχε ένα πόδι που σε διέλυε. Θυμάμαι σε μια προπόνηση μού είχε κάνει δέκα βολίδες και οι εννιά είχαν πάει στο τέρμα, εννοώ γκολ ή απόκρουση, δεν αστοχούσε. Τρομερά ευθύβολος. Μεγάλοι παίκτες ήταν και ο Βαγγέλης Πανάκης και ο Λινοξυλάκης.


Τι είχε ο Πανάκης;


Ήταν σωματώδης, ένας παιδαράς που δεν μπορούσες να τον τζαρτζάρεις, έπρεπε να τον σπρώξουν τρεις για να πέσει. Ήταν εξτρέμ, μετά τον βάλαμε σέντερ φορ, γύριζε την πλάτη του και δεν του έπαιρναν την μπάλα, δεν μπορούσαν ούτε να τον κουνήσουν.


Ο Μίμης Στεφανάκος, που πέθανε πρόσφατα, πώς ήταν ως αντίπαλος;


Πολύ καλός παίκτης και εξαιρετικό παιδί. Σωματάρα, ψηλός, δυνατός και τεχνίτης, πολύ καλός αμυντικός.


Ποιον επιθετικό του Ολυμπιακού υπολογίζατε πιο πολύ;


Ο Σιδέρης ήταν πολύ επικίνδυνος. Πολύ δυνατός, δεν κώλωνε πουθενά αυτός!


Ποιο θεωρείτε ότι ήταν το μεγαλύτερο ατού σας;


Όταν ερχόταν η μπάλα στα γκολπόστ, δέκα να έπεφταν πάνω μου, την έπιανα και δεν έφευγε από τα χέρια μου. Δεν απέκρουα με μπουνιές, την έπιανα. Σε αυτό με είχε βοηθήσει ο Γκλίσοβιτς με την ειδική προπόνηση που μου έκανε. Έβαζε τον Θεοφάνη και άλλους να κάνουν σέντρες, να μου έρχεται ο Λινοξυλάκης πάνω μου για κεφαλιά και να πιάνω την μπάλα. Στις αρχές την έδιωχνα με μπουνιές όπως έκαναν άλλοι. Κάποια στιγμή το έκοψα και είπα «τέλος, θα την πιάνω». Και δεν ξαναβγήκα με μπουνιές ποτέ.


Σας έλεγαν «ο τανάλιας»;


Ναι! (γελάει).


Ποιος σας το έβγαλε αυτό;


Είχαμε έναν οπαδό φανατικό, τον Αντωνάκο, στη θύρα 3. Αυτός με φώναζε έτσι και μου το κόλλησε.


Τι είναι το πιο σημαντικό που χρειάζεται ο τερματοφύλακας;

Να κόβει το μάτι σου, να δουλεύει το μυαλό σου, να πιάνεις την εξέλιξη της φάσης. Αντίληψη θέλει. Να ξέρεις πότε θα βγεις, πού να σταθείς. Είναι η πιο δύσκολη θέση, μην το συζητάς! Δεν συγκρίνεται με καμία άλλη. Όλοι μπορούν να κάνουν ένα λάθος, αλλά αν το κάνει ο τερματοφύλακας δεν υπάρχει άλλος πίσω του, τελείωσε. Εγώ είχα πίσω μου μόνο τους οπαδούς που ένιωθα την ανάσα τους. Ήταν τόσο κοντά μου που μπορούσαν να μου ρίξουν και καρπαζιά. Όμως πέρασα καλά στον Παναθηναϊκό, δεν μπορώ να πω.


Ποιον παίκτη του Ολυμπιακού θαυμάζατε πιο πολύ ως αντίπαλο;


Πρόλαβα τον Μπέμπη. Ήταν άλλο πράγμα!


Θέλω να κλείσουμε με τη μοιραία σύγκρουση που έφερε τον θάνατο ενός αντιπάλου σας, του Ιωάννου, 20 χρόνων, παίκτη του Εθνικού. Πώς έγινε;


Δεν μπόρεσα κι εγώ ποτέ να καταλάβω πώς συνέβη. Δεν έκανα κάτι κακό, γιατί αν είχα κάνει κάτι κακό, δεν θα μπορούσα να κοιμάμαι από τις τύψεις. Έγινε μια μπαλιά, δεν ήταν ψηλή, αλλά δεν σήκωσα τα πόδια μου, ενώ τότε οι τερματοφύλακες τα σήκωναν όταν έβγαιναν. Τα είχα πει και στον αδερφό του άτυχου παίκτη, ο καημένος μου έλεγε «εντάξει, Μιχάλη, πάνω στη φάση ήταν». Βγήκα και συγκρούστηκα μαζί του, με το στήθος μου έπεσα πάνω στην μπάλα και η μπάλα μαζί με το σώμα μου του γύρισε το κεφάλι απότομα. Και του έκοψε τα νεύρα στον αυχένα. Απίστευτο. Ήταν η τύχη του, ήταν η τύχη μου, η κακή μας τύχη.


Ξήλωσε ο Λινοξυλάκης διαφημιστική πινακίδα και την έκανε φορείο;


Ναι, αυτό είχε γίνει για να τον πάνε στο νοσοκομείο, υπήρχε πανικός, έτρεξαν γιατροί, δεν το πιστεύαμε.


Κλαίγατε;


Έκλαιγα μέσα στο γήπεδο, ήθελα να σταματήσω την μπάλα, για πολλές μέρες δεν πήγαινα στην προπόνηση. Έπεσαν πάνω μου οι συμπαίκτες μου να μου αλλάξουν τη γνώμη.


Στην κηδεία πήγατε;


Όχι, όχι, είχα εξαφανιστεί. Κρίμα το παιδί, ήταν καλό παιδί και καλός παίκτης. Αν θεωρούσα τον εαυτό μου ότι έφταιγα, δεν θα μπορούσα να το ξεπεράσω ποτέ. Έκανα πολύ καιρό να το ξεπεράσω. Μου έμεινε η στάμπα αυτή. Είχα πάει στο Κορωπί και έμενα, δεν πήγαινα καν στις προπονήσεις, δεν μπορούσα.


Τι λεφτά παίρνατε τότε;


Αν έμπαινες στη ΔΕΗ, έπαιρνες μισθό 1.500 δραχμές. Και αν κέρδιζες με τον Παναθηναϊκό, έπαιρνες 1.000 δραχμές!


Πώς αλλάξανε τα πράγματα…


Έπαιρνες πιο πολλά από τη ΔΕΗ παρά από τον Παναθηναϊκό… Φαντάσου! Για τη φανέλα παίζαμε και για τον κόσμο. Ξέρεις τι τραβάγαμε; Έχω προλάβει την παλιά έδρα του ΠΑΟΚ, στο Πανεπιστήμιο, μόλις έπιανα την μπάλα, μου πετούσαν χαλίκια!