ΠΑΣ Γιάννινα: Με… Γερμανική αξιοπιστία

Ο ΠΑΣ Γιάννινα ήταν φαβορί για την επάνοδό στα μεγάλα σαλόνια και το επιβεβαιώνει στην πράξη δίχως να αφήσει περιθώρια αμφισβήτησης της κυριαρχίας του

ΠΑΣ Γιάννινα: Με… Γερμανική αξιοπιστία

Όταν ξεκίνησε η σεζόν στο πρωτάθλημα της Super League 2, όλα τα προγνωστικά έκαναν λόγο για τρία φαβορί που θα κυνηγήσουν την πρώτη απευθείας θέση ανόδου και την δεύτερη που οδηγεί στο μπαράζ. Ο λόγος για τις τρεις ομάδες που υποβιβάστηκαν την περασμένη περίοδο από την Σούπερ Λίγκα, δηλαδή τον ΠΑΣ Γιάννινα, τον Απόλλωνα Σμύρνης και τον Λεβαδειακό. Στην πράξη αποδείχθηκε πως πιο έτοιμος από όλους για να επανέλθει άμεσα στο υψηλό επίπεδο είναι ο Άγιαξ της Ηπείρου.

Από την πρώτη μέχρι και την 20η αγωνιστική, με σταθερή πορεία, ελάχιστα σκαμπανεβάσματα στην απόδοσή του και σερί θετικών αποτελεσμάτων κατάφερε να κλείσει την κανονική περίοδο, μέχρι τουλάχιστον εκεί που έφθασε αυτή εξαιτίας του κορονοϊόύ, στο ρετιρέ της βαθμολογίας. Και με απόσταση μάλιστα επτά βαθμών από τον πλησιέστερο διώκτη του, τον Απόλλωνα Σμύρνης.

Για να τα καταφέρουν οι κυανόλευκοι μέτρησαν στο ενεργητικό τους 15 νίκες, τέσσερις ισοπαλίες και μόνο μία ήττα. Μεγάλο όπλο τους η επιθετική λειτουργία, έχοντας πετύχει τα μακράν περισσότερα γκολ στην κατηγορία, 44. Αυτό δεν σημαίνει πως αμελούν την άμυνα, από την στιγμή που τους ξεπερνά σε επίδοση μόνο ο ΑΟ Χανίων με δέκα τέρματα, ενώ το παθητικό του ΠΑΣ σταμάτησε στα έντεκα γκολ.

Στα αξιοπερίεργα της φετινής εξαιρετικής σεζόν το γεγονός πως έχει συγκεντρώσει περισσότερους βαθμούς εκτός έδρας, όπου άλλωστε παραμένει αήττητος με οκτώ νίκες και δύο ισοπαλίες. Προφανώς αυτό έχει να κάνει με το άγχος που κουβαλάνε οι παίκτες όταν αγωνίζονται στους «Ζωσιμάδες», ενώ αντίθετα στις εξόδους τους παίζουν πιο απελευθερωμένα, ενώ έχουν και περισσότερους χώρους στην διάθεσή τους για να σκοράρουν.


Και στα Γιάννινα θέλουν τον «Γερμανό» τους


Ένας από τους βασικούς λόγους που ο ΠΑΣ κατάφερε να ξεφύγει από το κλαμπ των διεκδικητών και να γίνει αυτός ο κυρίαρχος της κατηγορίας είναι ο Αργύρης Γιαννίκης. Όταν η διοίκηση ανακοίνωσε το περασμένο καλοκαίρι πως αυτός θα αναλάβει τα ηνία, οι περισσότεροι στα Γιάννινα «πάγωσαν» καθώς θεωρούσαν πως χρειάζεται ένας από τους λεγόμενους έμπειρους Έλληνες προπονητές, με γνώση της κατηγορίας και των ιδιαιτεροτήτων της.

Οι πιο ψύχραιμοι άρχισαν να σκαλίζουν το βιογραφικό του και εκεί είδαν πως ο 39χρονος κόουτς γεννήθηκε στην Νυρεμβέργη, σπούδασε στην περίφημη σχολή προπονητών της Κολωνίας, ξεκίνησε την καριέρα του στις ακαδημίες της Καρλσρούης, ήταν επικεφαλής κόουτς στην Έσεν και στην Άαλεν και βοηθός προπονητής στην Ίνγκολσταντ όταν αυτή αγωνιζόταν στην Μπουντεσλίγκα.

Εκπρόσωπος της Γερμανικής σχολής ποδοσφαίρου, άριστος τακτικιστής και προσωπικότητα που με σοβαρότητα, χαμηλούς τόνους, αλλά και το νεαρό της ηλικίας του, κέρδισε τους παίκτες και τα αποδυτήρια, χωρίς να χρειαστεί να βάλει ποτέ τις φωνές. Οι λίγες φορές που ο Γιαννίκης παρουσιάστηκε εκνευρισμένος ήταν όταν δεν μπορούσε να δουλέψει όπως ήθελε εξαιτίας των προβληματικών γηπεδικών υποδομών, έχοντας φυσικά καλομάθει στην πολυτέλεια των Γερμανικών συλλόγων. Χαρακτηριστικές ήταν οι απαντήσεις του όταν τον Ιανουάριο του γίνονταν ερωτήσεις για μεταγραφές και αυτός έλεγε διαρκώς: «Δεν θέλουμε άλλους παίκτες. Θέλουμε καλύτερα γήπεδα για να προετοιμαζόμαστε σωστά».


Μακριά από τα αποδυτήρια…

Ο Γιώργος Χριστοβασίλης παραμένει σταθερά στην κεφαλή της διοίκησης του συλλόγου των Ιωαννίνων. Έμπειρος παράγοντας, γνωρίζει πως θα πορευτεί σε σχέση με την οικονομική διαχείριση αλλά και τις διαπροσωπικές σχέσεις με το ποδοσφαιρικό τμήμα. Στο πρώτο σκέλος, κλήθηκε να αντιμετωπίσει την πτώση των εσόδων από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, που από τα 1.800.000 ευρώ της πρώτης κατηγορίας κατέπεσε στα 200 χιλιάρικα της δεύτερης. Τα συμβόλαια των παικτών ωστόσο έμειναν ανέγγιχτα, οπότε για να συμμαζευτεί το μπάτζετ περιορίστηκαν στο ελάχιστο οι μεταγραφικές κινήσεις του καλοκαιριού. Κίνηση που εν τέλει αποδείχθηκε ωφέλιμη και σε αγωνιστικό επίπεδο. Μεταγραφές δεν έγιναν ούτε τον Ιανουάριο και πάλι στο πλαίσιο του εξορθολογισμού του μπάτζετ της χρονιάς.

Από την άλλη πλευρά, ο Χριστοβασίλης δεν ανακατεύεται καθόλου με τα αποδυτήρια, αφήνει τους ανθρώπους που έχει επιλέξει για τα ανάλογα πόστα να κάνουν την δουλειά τους και ο ίδιος απολαμβάνει τους καρπούς της σωστής διαχείρισης που ξεκινά από τον ίδιο και φθάνει ως τον τελευταίο ιεραρχικά υπάλληλο της ΠΑΕ.


Ο σταθερός κορμός

Ο ΠΑΣ πήρε εξ’ ανάγκης περισσότερο την απόφαση να συνεχίσει με την περσινή ομάδα, αφού κουβαλούσε υψηλά συμβόλαια και η επιλογή αυτή αποδείχθηκε στην πράξη λίρα εκατό. Οι παίκτες με την εμπειρία και την ποιότητα που κουβαλούσαν από την μεγάλη κατηγορία δεν είχαν κανένα πρόβλημα να ανταπεξέλθουν στο επίπεδο της Β’ Εθνικής. Επιπλέον, η συνοχή και η καλή χημεία μιας ομάδας που πορεύεται για δεύτερο χρόνο μαζί, ανέβασε ακόμα περισσότερο τα στάνταρντ απόδοσης για λογαριασμό του Άγιαξ της Ηπείρου.

Πολλοί ήταν οι ποδοσφαιριστές που ξεχώρισαν σε μια ομάδα δίχως το μεγάλο αστέρι που θα βρισκόταν πάνω από όλους. Από τον γκολκίπερ Χουτεσιώτη που κάνει εκπληκτική σεζόν, έχοντας στο βιογραφικό του θητεία στον Ολυμπιακό. Τον Παντελάκη που διακρίνεται και σαν κεντρικός αμυντικός και σαν… σκόρερ. Στον δεξιό μπακ-χαφ Μπουκουβάλα που είναι ο μοναδικός παίκτης της ομάδας που δεν έχει χάσει λεπτό συμμετοχής. Τον δημιουργικό μέσο Καρτάλη με το «μαγικό» αριστερό πόδι. Τον Γάλλο στράικερ Λεό με τα δέκα γκολ στο ενεργητικό του.


Που είναι ο κόσμος ;

Αν για κάτι περηφανεύεται στο πέρασμα των χρόνων ο ΠΑΣ, αυτό είναι η ιδιαίτερη σχέση της ομάδας με τον κόσμο της. Από τις ιστορικές ημέρες της δεκαετίας του ’70 όπου οι φίλαθλοι κάθονταν και στους διαδρόμους των κερκίδων ως και τα πέτρινα χρόνια όπου και πάλι στους Ζωσιμάδες έδιναν το παρών χιλιάδες οπαδοί. Σε αντίθεση με όλα αυτά, η φετινή περίοδος χαρακτηρίζεται από περιορισμένη προσέλευση, την μικρότερη των τελευταίων ετών. Αγωνιστικοί λόγοι δεν συντρέχουν. Η ομάδα είναι πρώτη, παίζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, μετρά αντίστροφα εν πολλοίς για την επάνοδό της στην Σούπερ Λίγκα.

Εδώ πλέον, δεν έχουμε να κάνουμε τόσο με τον ΠΑΣ και τον κόσμο, όσο με την συνολική απομάκρυνση των φιλάθλων από τα γήπεδα. Φαινόμενο δηλαδή που συναντάται και στα τοπικά γήπεδα του νομού που άλλοτε επίσης συγκέντρωναν πολλούς φιλάθλους ενώ τώρα αγωνίζονται μεταξύ συγγενών και φίλων. Αλλάζουν τα ενδιαφέροντα και ο τρόπος που αξιοποιούν τον χρόνο τους οι νεότερες γενιές και στον ΠΑΣ θα πρέπει να μάθουν αν ζουν και με το φαινόμενο των μισοάδειων κερκίδων.