Μήπως δεν ξέρουμε τι Εθνική θέλουμε;

Η... γκρίνια του Έλληνα ποδοσφαιρόφιλου για την Εθνική δεν αποφεύγεται. Μήπως, λοιπόν, η «γαλανόλευκη» να επιστρέψει σε αυτό που ξέρει να κάνει καλά, για να παίρνει -τουλάχιστον- αποτελέσματα; Γράφει ο Γιώργος Ξανθόπουλος.

Μήπως δεν ξέρουμε τι Εθνική θέλουμε;

Η Εθνική ομάδα της Ελλάδας αποτελεί το κυρίαρχο θέμα της ποδοσφαιρικής επικαιρότητας των τελευταίων ημερών και δικαίως, μετά την εικόνα που παρουσίασε και τα αποτελέσματα που έφερε στα δύο πρόσφατα ματς με Ιταλία και Αρμενία για τα προκριματικά του Ευρωπαϊκού του 2020.

Η γενική αίσθηση που υπάρχει είναι ότι ο Άγγελος Αναστασιάδης φέρει τεράστιο μερίδιο ευθύνης για την πλήρη αποτυχία της «γαλανόλευκης» στα εν λόγω παιχνίδια, όπως φυσικά και η ΕΠΟ του Βαγγέλη Γραμμένου. Μια ΕΠΟ που επέλεξε να τοποθετήσει στο «τιμόνι» της Εθνικής έναν άνθρωπο ο οποίος δεν είχε εργαστεί για περίπου δύο χρόνια πριν αναλάβει το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, ενώ η τελευταία του προπονητική επιτυχία ήταν η σωτηρία του Πλατανιά πριν από μια πενταετία.

Μέχρι εδώ καλά. Δεν χωράει αμφιβολία πως η επιλογή του 66χρονου Αναστασιάδη για την τεχνική ηγεσία της ελληνικής ομάδας ήταν τουλάχιστον ατυχής, κάτι που πέρα από τα αποτελέσματα, αποδεικνύει και η εικόνα της ομάδας στα αποδυτήρια.

Αντί άπαντες να παρουσιάζονται σαν μια «γροθιά» και να υπάρχει ενότητα και αλληλεγγύη, βλέπεις παίκτες να δίνουν την αίσθηση ότι κάνουν… αγγαρεία, τον καθένα να βγαίνει και να λέει ό,τι θέλει και μια γενικότερη εικόνα διχόνοιας και αποσύνθεσης. Με τέτοιες συνθήκες, πώς θα μπορούσε αυτή η ομάδα να φέρει θετικά αποτελέσματα; Πολύ απλά, δεν θα μπορούσε και δεν μπορεί.

Το θέμα που θα θίξουμε σήμερα από αυτή εδώ τη… γωνιά, ωστόσο, δεν είναι τα αποτελέσματα της Εθνικής, αλλά το ποδόσφαιρο που παίζει -ή που έστω προσπαθεί να παίξει- στα προκριματικά.

Ανεξαρτήτως αποτελέσματος, είναι γεγονός ότι ακόμα και κόντρα στην Ιταλία, η Εθνική προσπάθησε να πιέσει ψηλά όταν δεν έχει τη μπάλα και να δημιουργήσει ορθολογικά όταν την έχει. Αυτό φάνηκε περισσότερο στο β’ μέρος του αγώνα με την Αρμενία, όταν η κατοχή της μπάλας είχε φτάσει κάποια στιγμή σε επίπεδα 75-25 και η ελληνική ομάδα «έφτιαχνε» συνεχώς ευκαιρίες.

Η συνέπεια, βεβαίως, αυτής της τακτικής, ήταν στις τέσσερις-πέντε φορές που οι Αρμένιοι πέρασαν το κέντρο στην επανάληψη, να δεχθούμε είτε κλασική ευκαιρία είτε γκολ. Γιατί συνέβη αυτό; Πολύ απλά, γιατί η Εθνική Ελλάδας δεν είχε ποτέ και δεν έχει ούτε και τώρα τα κατάλληλα «εργαλεία» και τις προϋποθέσεις για να υπηρετήσει ένα τέτοιο στυλ ποδοσφαίρου.

Θα μου πείτε, εδώ υπήρχαν… μουρμούρες όταν η Εθνική έφτανε μια ανάσα από τους «8» του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2014 με τον Φερνάντο Σάντος, ή ακόμα-ακόμα και όταν σήκωνε την Ευρωπαϊκή κούπα του 2004 με τον Ότο Ρεχάγκελ, επειδή «δεν παίζαμε μπάλα». Δεν θα υπήρχε γκρίνια τώρα, που η ομάδα προσπαθεί να παίξει δημιουργικό ποδόσφαιρο -και τρώει φυσιολογικά τα… μούτρα της-;

Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να… κοιτάξουμε ως ποδοσφαιρόφιλοι στην Ελλάδα. Το γεγονός, δηλαδή, ότι δεν είμαστε με τίποτα ευχαριστημένοι. Ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό, θα ήταν η Εθνική ομάδα να έπαιζε τη μπάλα που παίζουν η Ισπανία και η Ολλανδία και να ήταν αποτελεσματική όπως η Γερμανία και η Ιταλία. Κάτι, φυσικά, που είναι αδύνατον να συμβεί.

Αυτό που έχει αποδείξει ότι μπορεί να κάνει η Εθνική, είναι να παίζει για να κρατάει το «μηδέν» πίσω και να ψάχνει το γκολ μπροστά στις δυο-τρεις ευκαιρίες που θα της παρουσιαστούν μέσα στο 90λεπτο.

Αυτό μπορεί να κάνει, αυτό το ποδόσφαιρο απέδειξε πως μπορεί να υπηρετήσει στο παρελθόν φέρνοντας παράλληλα και αποτελέσματα, κι αυτό θα πρέπει να επιχειρήσει ξανά. Διότι τη… γκρίνια των φιλάθλων δεν την αποφεύγουμε, τουλάχιστον να παίρνουμε κανένα αποτέλεσμα!