Άγριες ιστορίες της Κρήτης με φρικιαστικό φονικό

Ο συγγραφέας Γιώργος Παπαδάκης μιλάει για το βραβευμένο βιβλίο του «Ο ταχυδρόμος», που έτυχε θερμής υποδοχής στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Ρέθυμνο έγινε θεατρικό έργο και πιθανότατα τηλεοπτικό σε 4 επεισόδια

Άγριες ιστορίες της Κρήτης με φρικιαστικό φονικό

Συνέντευξη στον Στέφανο Λεμονίδη

Χρόνια είχαμε να διαβάσουμε απνευστί ένα βιβλίο και το πράξαμε με τον «Ταχυδρόμο» του Γιώργου Παπαδάκη, όταν ξεκινήσαμε μετά τα μεσάνυχτα για να μας πάρει ο ύπνος και μας βρήκε το ξημέρωμα. Και, μάλιστα, συγκλονισμένος από το φινάλε του μυθιστορήματος 232 σελίδων, που πραγματεύεται την ιστορία ενός ταχυδρόμου τη δεκαετία του ’50 στην ορεινή Κρήτη, ενός άβουλου ανθρώπου που κάνει τις μικρές επαναστάσεις του για να φτάσει στην κορύφωση με μια αποτρόπαια, αλλά αναγκαία πράξη.

Αναζητήσαμε τον συγγραφέα, που τιμήθηκε με κρατικό βραβείο μυθιστορήματος 2019 μέσω του εκδοτικού οίκου «Εστία» και τον συναντήσαμε στον πανέμορφο κήπο του Νομισματικού Μουσείου, στην καρδιά της Αθήνας, λίγο πριν αναχωρήσει για διακοπές, πού αλλού; στο Πάνορμο Ρεθύμνου, στην Κρήτη, στη γενέτειρά του. Εκεί τελείωσε και το σχολείο.

«Πήγα στο κλασικό Γυμνάσιο, γιατί δεν μου άρεσαν τα μαθηματικά, δεν τα καταλάβαινα και γιατί στα φιλολογικά μαθήματα ήμουν άριστος. Το Πάνορμο είναι ένα όμορφο παραθαλάσσιο χωριό και το σχολείο είναι του 19ου αιώνα, νεοκλασικό και ψηλοτάβανο. Εκεί, αμέσως μετά τον πόλεμο, είχαν διδάξει εξαιρετικοί καθηγητές, όπως ο Νικόλαος Πλάτων και ο Κωνσταντίνος Καλοκύρης, που ανακάλυψαν και την παλαιοχριστιανική Βασιλική της Αγίας Σοφίας. Αργότερα έγιναν καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Με επηρέασαν πολύ οι ιστορίες που άκουγα μικρός από ανθρώπους άλλων γενεών. Τότε οι άνθρωποι συνήθιζαν να αφηγούνται, όπως η μητέρα μου – άνθρωπος απλός, αλλά με ευαισθησίες και αγάπη για τη γνώση. Της άρεσε και ήξερε πολύ να μου αφηγείται προφορικές ιστορίες. Μέσα από αυτές δημιουργούσε χώρο, σύμπαν και ατμόσφαιρα. Οι αφηγήσεις της έχουν μείνει στη μνήμη μου. Πιστεύω ότι έπαιξαν σημαντικό λόγο στην κατοπινή μου ζωή και επηρέασαν τη συγγραφική μου κλίση. Οι ιστορίες της ήταν βγαλμένες από τη ζωή.

Η συνέχεια των σπουδών;

Στη Θεολογική Θεσσαλονίκης, με ενδιαφέροντα μαθήματα και ιδιαίτερα την Ιστορία της Τέχνης. Εκεί φτιάξαμε μια πολύ δυνατή πολιτιστική ομάδα και παρουσιάζαμε ποιητές και λογοτέχνες της πόλης, τον Χριστιανόπουλο, τη Ζωή Καρέλλη, τον Βαφόπουλο, τον Πεντζίκη. Άφησαν εποχή οι εκδηλώσεις που κάναμε. Είχα ιδιαίτερη πνευματική σχέση με τη Ζωή Καρέλλη, παρότι υπήρχε μεγάλη διαφορά ηλικίας. Ασχοληθήκαμε επιμελώς με τον λογοτεχνικό κόσμο της Θεσσαλονίκης. Για τη σύνταξη των παρουσιάσεων μιλούσαμε πολύ με τους λογοτέχνες πριν από κάθε εκδήλωση και τους μελετούσαμε.

Επόμενος σταθμός, το Στρασβούργο

Με υποτροφία, στο Πανεπιστήμιο Ανθρωπιστικών Σπουδών του Στρασβούργου, Φιλοσοφία και μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης. Διάλεξα μια πόλη χωρίς περισπασμούς, όχι το Παρίσι, μια πόλη που δεν ήταν αχανής , αλλά όμορφη φοιτητούπολη με γαλλική και γερμανική αρχιτεκτονική. Έκανα λοιπόν μεταπτυχιακό και διδακτορικό στη Φιλοσοφία, αφιερώνοντας πολλές ώρες στην Εθνική Βιβλιοθήκη της πόλης – η δεύτερη σε αριθμό βιβλίων της Γαλλίας. Τότε δεν υπήρχε διαδίκτυο. Η μελέτη απαιτούσε παρουσία στη βιβλιοθήκη και δανεισμό βιβλίων για το σπίτι. Οι καθηγητές ήταν πολύ απαιτητικοί.

Επιστροφή στην πατρίδα και διορισμός σε σχολείο της Αττικής

Αυτό ήθελα να γίνω εξ αρχής. Εκπαιδευτικός. Δίδαξα τα παιδιά ως Θεολόγος, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Υποστήριζα το μάθημα με προβολή διαφανειών, αργότερα με τα σύγχρονα μέσα της τεχνολογίας. Έτσι οι μαθητές μάθαιναν και την ιστορία της Τέχνης. Ας μην ξεχνάμε ότι από τον Μεσαίωνα έως και μετά το μπαρόκ έχουν δημιουργηθεί σπουδαία έργα τέχνης με θρησκευτικό περιεχόμενο, γιατί ήταν παραγγελίες από τους καρδιναλίους και το Βατικανό. Το μάθημα, έτσι δομημένο, αποκτούσε ενδιαφέρον για τους μαθητές.

Τώρα είστε διευθυντής σε πειραματικό σχολείο της Αθήνας, αλλά ας περάσουμε στο συγγραφικό έργο σας

Ξεκίνησα με την ποίηση στην εφηβεία μου. Κάποια ποιήματα δημοσιεύτηκαν σε εφηβικά περιοδικά. Στη Γαλλία όμως με επηρέασαν οι Γάλλοι λογοτέχνες του «Νέου Μυθιστορήματος», όπως η Ντυράς, ο Αλέν Ρόμπ Γκριγιέ, η Ναταλί Σαρότ. Είχαν μια άλλη προσέγγιση της αφήγησης, ήταν διαφορετικοί από τους κλασικούς και με αναστάτωσαν δημιουργικά.

Καμύ;

Βέβαια, διάβασα και ενθουσιάστηκα με τον Καμύ, αλλά και τον Σαρτρ, τον οποίο διάβαζα από την Ελλάδα. Στράφηκα λοιπόν στην πεζογραφία χωρίς να εγκαταλείψω την ποίηση.

Και πότε άρχισε να βγαίνει ο συγγραφέας από μέσα σας;

Το 1994, με την «Ιστορία μιας ανοχύρωτης νιότης», αν και θεωρώ ότι ήταν ανώριμο. Ήταν εν μέρει βιωματικό.

Και πώς σας βρήκε ο εκδοτικός οίκος «Εστία»;

Εγώ τον βρήκα. Κατέθεσα εκεί το χειρόγραφο, το δέχτηκαν και εκδόθηκε.

Και μετά παύση;

Έγραφα, αλλά δεν προχωρούσα σε έκδοση. Ήταν μια μεγάλη περίοδος σιωπής, έκανα όμως πάρα πολλά πράγματα στην εκπαίδευση. Πολιτιστικά προγράμματα, εκπαιδευτικά ταξίδια, ανταλλαγές. Αυτά απορροφούσαν τον χρόνο μου.

Και πότε γράφετε;

Στις διακοπές από το πρωί και όσο πάει το απόγευμα. Στη σχολική περίοδο, τα απογεύματα και τα βράδια.

Και φτάνουμε στον «Ταχυδρόμο» έπειτα από μια μακρά περίοδο παραγωγικής σιωπής 24 χρόνων, από το 1994 ως το 2018. Τώρα που σας γνωρίζω, βλέπω ότι είστε ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων που κρύβετε ένα θεριό μέσα σας. Σας βασάνιζε τόσα χρόνια ο «Ταχυδρόμος»;

Είχα την ιδέα μέσα μου, δεν προχωρούσα στη γραφή, μέχρι να κατασταλάξουν οι χαρακτήρες στη σκέψη. Και, ξαφνικά, ένα καλοκαίρι άρχισα να το γράφω. Είμαι πολύ απαιτητικός σε σχέση με το αποτέλεσμα, δουλεύω εξαντλητικά πριν δημοσιευτεί κάτι. Η λογοτεχνία θέλει ρυθμό, την επιλεγμένη λέξη και καμιά φορά πρέπει να επιλέξεις μια φράση που θα απηχεί το ανείπωτο. Ο «Ταχυδρόμος» έχει μια ελλειπτική γραφή, δεν λέγονται όλα. Δεν έχει όμως να κάνει με το τι είναι ο συγγραφέας. Όταν γράφει γίνεται άλλος, ξεπερνά τον εαυτό του. Αλλιώς θα έγραφε μόνο για τον εαυτό του, θα περιέγραφε τον εαυτό του. Το ενδιαφέρον στη γραφή είναι να μπεις σε άλλη ψυχοσύνθεση. Να δημιουργήσεις χαρακτήρες, που δεν έχουν πολλά κοινά σημεία με τον συγγραφέα. Να περιγράψεις και να ξεπεράσεις τα όρια. Γιατί ο «Ταχυδρόμος» ξεπέρασε τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης. Έφτασε στα έγκατα.

Ναι, αλλά πρέπει να το έχετε και μέσα σας

Αυτό είναι η μυθοπλασία, πρέπει να γίνουν άλματα. Δείτε τι έγραψε ο Παπαδιαμάντης, ο «άγιος των Γραμμάτων μας»: τη «Φόνισσα». Ασχολήθηκε με τους φόνους αυτής της γυναίκας, κατέβηκε στο βάθος της ψυχής της, άφησε δυνατό στίγμα στην ελληνική Γραμματεία.

Στον «Ταχυδρόμο» άρχισα να ανατριχιάζω στην αφήγηση του γάμου, εκεί άρχισε να γίνεται θρίλερ

Κάποιοι κριτικοί έγραψαν ότι έχει στοιχεία θρίλερ. Έδωσα πάντως μεγάλη προσοχή στις ερωτικές σκηνές. Τις επεξεργάστηκα πολύ, γιατί δεν ήθελα να γίνουν άσεμνες, προκλητικές. Σε καμία περίπτωση. Κι αυτές είναι ελλειπτικές.

Είναι βιωματικός ο «Ταχυδρόμος», ήταν αφήγηση της μητέρας σας;

Δεν ξέρει ποτέ κανείς από πού έρχεται και από ποιο σκοτάδι ανεβαίνει η πρώτη αιτία ενός βιβλίου, το έναυσμα της πλοκής και του θέματος ενός μυθιστορήματος. Εμπνεύστηκα από παλιά περιοδικά που συνέλεγα, όπου διάβασα για ένα φονικό τη δεκαετία του ’50 σε ένα νησί. Το χρησιμοποίησα μεταλλαγμένο, στον καμβά του βιβλίου.

Ακούγατε προφανώς και για άγριες καταστάσεις που συνέβαιναν στην ορεινή Κρήτη, όπως το άπλωμα του ματωμένου σεντονιού μετά την πρώτη νύχτα του γάμου.

Ναι, αλλά αυτά συνέβαιναν πριν γεννηθώ. Τα άκουγα από αφηγήσεις. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε τηλεόραση, μόνο ραδιόφωνο. Οι άνθρωποι έκαναν βεγγέρες και αφηγούνταν παλιές ιστορίες. Τις άκουγα. Πώς ζούσαν τα παλιά χρόνια, τα έθιμα που υπήρχαν. Το σεντόνι του γάμου υπήρχε συχνά σ’ αυτές τις ιστορίες. Οι γυναίκες τότε αναγκάζονταν πολλές φορές να υποκύψουν στο έθιμο, να κρεμαστεί το σεντόνι. Ήταν θέμα τιμής!

Μα ήταν δυνατόν να κρύβουν τις νύφες στους αρραβώνες και να τις αλλάζουν στο γάμο;

Τις έκρυβαν αν δεν ήταν εμφανίσιμες και τις άλλαζαν. Συνέβαινε και σε άλλες χώρες. Άλλη γυναίκα στον αρραβώνα και άλλη στον γάμο. Στον «Ταχυδρόμο» η νύφη ήταν στρουμπουλή και μεγαλύτερη από την ηλικία που είχε δώσει η προξενήτρα. Είχε και εκτεταμένη λεύκη.

Παρουσιάζετε τη νύφη ερωτικά αχαλίνωτη

Η γυναίκα αυτή ήταν στερημένη. Μεγαλούτσικη και πολύ στερημένη. Είχε τα δύο αδέλφια της, που την καταπίεζαν, μαζί με τον πατέρα. Σκληρά χρόνια. Μόλις όμως έφυγε από το σπίτι ήταν ελεύθερη να χαρεί τον έρωτα.

Το κυρίαρχο στοιχείο είναι ότι ένας άβουλος άνθρωπος έκανε επανάσταση, μέχρι να φτάσει στην κορύφωση;

Δεν μου αρέσουν οι μονοδιάστατοι χαρακτήρες, ούτε στα μυθιστορήματα ούτε στη ζωή. Όλοι είμαστε σύνθετοι άνθρωποι. Το ίδιο και στην τέχνη. Υπάρχει πολυπλοκότητα του χαρακτήρα του, που εκδηλώνεται ανάλογα με τα βιώματα και τα ερεθίσματα. Αυτό που έκανε στο τέλος ο πρωταγωνιστής το έκανε από αγάπη. Υπερέβη τον εαυτό του και έφτασε σε αυτό το σημείο.

Σημαντικό πρόσωπο και η άσχημη γριά

Η Ελπινίκη παίζει κομβικό ρόλο, προμηθεύει στον Ταχυδρόμο το δηλητήριο εν αγνοία της και παρότι ήταν στην άκρη της κοινωνίας, αποκλεισμένη από οποιοδήποτε δημόσιο γεγονός, του έδινε εξαιρετικές συμβουλές για την ανατροφή των παιδιών του. «Δεν θα τα δέρνεις, θα τους μιλάς, όπως μιλάω εγώ στα ζώα μου». Αν και εκτός της κοινωνίας, είχε ενσυναίσθηση, όπως λέμε τώρα, αληθινό ενδιαφέρον για τους άλλους. Μοναχικός και ιδιότροπος άνθρωπος, αλλά όχι κακός.

Είχατε αντιδράσεις από την Κρήτη;

Όχι, έγινε μάλιστα θεατρικό έργο και παίχτηκε με επιτυχία στο Ρέθυμνο, στο Ηράκλειο, στα Χανιά, σε χωριά και πόλεις. Άρεσε στο κοινό κι αυτό φάνηκε από το χειροκρότημα και από τη συγκίνηση που ένιωθαν οι θεατές. Ήταν μια πολύ ιδιαίτερη και συμπυκνωμένη θεατρική παρουσίαση του έργου. Σε δραματουργική επεξεργασία και διασκευή Ίριδας Μπάμη και σκηνοθεσία Ρίας Μεντηλίδου.

Δεν σας ζήτησαν να το κινηματογραφήσουν;

Ενδιαφέρθηκαν κάποιοι, αλλά για διάφορους λόγους δεν προχώρησαν οι προτάσεις. Είναι και το θέμα του φόνου. Φαντάζομαι ότι είναι λεπτό ζήτημα αυτό, ίσως να δημιουργεί πρόβλημα.

Μα, στην εποχή μας, που έχουμε κάθε μέρα γυναικοκτονίες και αδελφοκτονίες;

Ναι, αλλά είναι δύσκολο να φανούν αυτά στην τηλεόραση. Εάν ενδιαφερθεί κάποιος σκηνοθέτης και το προσαρμόσει σε τηλεοπτική σειρά, θα πρέπει να είναι λίγων επεισοδίων. Ίσως τέσσερα ωριαία, αλλά πολύ πυκνά επεισόδια. Πώς αντιμετωπίσατε το βραβείο καλύτερου μυθιστορήματος;

Εξεπλάγην. Υπάρχει μια επιτροπή που αποφαίνεται. Βλέπει όλη τη βιβλιοπαραγωγή της χρονιάς. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα το βραβείο.

Εκδοτικά πώς πήγε;

Καλά, ειδικά μετά το βραβείο

Το καινούργιο βιβλίο σας, «Άτακτο Αίμα»;

Πραγματεύεται την ιστορία δυο οικογενειών της Κρήτης από το τέλος του 19ου αιώνα ως τη γερμανική κατοχή. Λίγο μετά τον πόλεμο. Είναι μια τοιχογραφία γενεών. Αναφέρεται στον ορίζοντα της Ιστορίας, ο οποίος επηρεάζει οι ζωές των ανθρώπων. Φανταστείτε ότι υπήρχαν γενιές που ήταν συνεχώς στα όπλα. Επί Τουρκοκρατίας, κάθε δύο χρόνια γινόταν μια μεγάλη επανάσταση και ενδιάμεσα μικρότερες. Η μεγαλύτερη ήταν το 1897 που δεν πέτυχε την ένωση, αλλά την ανεξαρτησία. Ακολούθησαν οι βαλκανικοί και οι παγκόσμιοι πόλεμοι. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ένοπλη συνθήκη της ζωής τους δεν έσβησε τα πάθη τους. Δεν έχει σχέση με τον «Ταχυδρόμο», που είναι μονοθεματικός. Υπάρχουν πολλοί ήρωες και πολλές γυναίκες, περισσότερες από τους άνδρες. Το δούλευα χρόνια για να φτάσει η γλώσσα σ’ αυτήν τη μορφή. Έχει υποστεί τέσσερις-πέντε συνεχείς γραφές.

Δεν σας χαρακτηρίζουν οι κρητικοί ιδιωματισμοί

Έχω πολύ λίγους, για να μη γίνει φολκλόρ. Τους χρησιμοποιεί ο Καζαντζάκης, που έχει πολύ δυνατή πένα, με μυστικισμό, πλοκή και ψυχολογική ανάλυση. Ωστόσο, η υπερβολική χρήση της διαλέκτου μπορεί να δυσκολέψει την ανάγνωση ενός βιβλίου. Ξέρουμε ότι ακόμα και ο Παπαδιαμάντης δεν διαβάζεται εύκολα από τους νέους λόγω της γλώσσας.

Όταν το τελειώσατε το 2021 νιώσατε αδειασμένος;

Ναι, έπειτα από τέτοια προσπάθεια. Η μοίρα των χαρακτήρων όμως ήταν πια στο χαρτί, είχε φύγει από μέσα μου. Θα έμεναν με τα πάθη τους, χωρίς να τους επηρεάζω πια…

Καλές διακοπές..

Ο ταχυδρόμος

Ο ήρωας του βιβλίου, ένας ταπεινός ταχυδρόμος, αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία του, που διαδραματίζεται σε μια ορεινή κοινότητα της μεταπολεμικής Κρήτης. Ευαίσθητος παρατηρητής μιας σκληρής πραγματικότητας, ο ταχυδρόμος άγεται και φέρεται από την κοινωνία, από προξενιά με πλεκτάνες, από ατελέσφορες αγάπες, τέλος από έναν έγγαμο βίο με πολλά μυστικά και ψέματα - ώσπου κάποτε αφυπνίζεται και γίνεται ο ίδιος δράστης, οδηγώντας την αφήγηση στην πλήρη ανατροπή της πλοκής και εκτινάσσοντάς την προς τη δραματική κάθαρση. Η αγάπη και οι δυνατότητές της, οι αυστηροί περιορισμοί των εθίμων στα υψόμετρα των βουνών, η μνήμη, ο έρωτας και ο θάνατος αναπτύσσονται με μια γλώσσα ποιητική, σπάνιας ωριμότητας στην πεζογραφία μας - μιας γλώσσας που δεν αφήνει περιθώρια στη συγκίνηση να «καταπιεί» την αφήγηση. Η γλώσσα γίνεται και αυτή πρωταγωνίστρια του βιβλίου, επαναφέροντας με ορμή το ερώτημα περί της αυθεντικής λογοτεχνίας.