Ο Αντώνης ο Βαρκάρης: ο εκσυγχρονισμός του λιμανιού και η εξαφάνιση των Λεμβούχων

Η άγνωστη σημειολογία ενός πασίγνωστου τραγουδιού

Ο Αντώνης ο Βαρκάρης: ο εκσυγχρονισμός του λιμανιού και η εξαφάνιση των Λεμβούχων

Την δεκαετία του 1930 επιχειρήθηκε να μπει τάξη σε μια σειρά εργαζομένων που μέχριτότε είχαν δημιουργήσει θόρυβο γύρω από το όνομά τους. Οι εργαζόμενοι στις τάξειςαυτές είχαν δώσει την εντύπωση πως ήταν ανυπότακτοι, δεν έμπαιναν σε καλούπια. Έναχαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η επιβολή μέτρων στους οδηγούς των οδηγών των Τραμ(Τραμβαγέρηδων) που διαρκώς έβριζαν, για αυτό και έμεινε η φράση «βρίζει σαντραμβαγιέρης». Μόλις ανέλαβε την διοίκηση των Τροχιοδρόμων η ΠΑΟΥΕΡ προσπάθησε να τους «εξευγενίσει» επιβάλλοντας μεταξύ άλλων την υποχρέωση να φέρουν στολή με λευκό πηλήκιο.

Πηλήκιο επιβλήθηκε παράλληλα στους φοιτητές και σπουδαστές σχολών, στους μαθητές των σχολείων, στους εισπράκτορες των λεωφορείων και σε όποια τάξη ανθρώπων υπήρχε η αντίληψη πως υπηρετούσαν ένα σκοπό με βάση την πειθαρχία. Η πιο δύσκολη όμως περίπτωση επιβολής πηληκίου, ήταν στους λεμβούχους του λιμανιού του Πειραιά. Ήταν γνωστό πως το επάγγελμα αυτό το ασκούσαν άνθρωποι σκληροτράχηλοι που ο κόσμος θεωρούσε ακαλλιέργητους και απειθάρχητους. Μετέφεραν τους επιβάτες από τα πλοία προς την ακτή και αντίστροφα, καθώς τα περισσότερα πλοία αδυνατούσαν να πρυμνοδετήσουν.

Άρπαζαν τις βαλίτσες των επιβατών και τις πετούσαν στις βάρκες τους εξαναγκάζοντας τουςεπιβάτες να τις ακολουθήσουν πηδώντας μέσα στις βάρκες. Είχαν τοποθετήσει ατσάλινεςλάμες στην πλώρη των βαρκών τους και επιδίδονταν μεταξύ τους σε πραγματικές ναυμαχίεςμε εμβολισμούς για την επίλυση των διαφορών τους...

Η αναρχία και το χάος που είχαν επιβάλλει οι λεμβούχοι στο λιμάνι του Πειραιά αποτελούσε ένα φαινόμενο που διήρκεσε σχεδόν έναν αιώνα (1835 – 1931). Η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου προσπάθησε να επιβάλει την τάξη. Υποχρέωσε με κανονισμό την αναγραφή αριθμού στην πλώρη της βάρκας τους με λευκή μπογιά. Κάθε λεμβούχος είχε πλέον τον αριθμό του.

Έπρεπε επίσης να φορούν μπλε φανέλα και λευκό πηλήκιο που πάνω από το γείσο έγραφε με μεγάλους αριθμούς τον ίδιο αριθμό που έφερε και η βάρκα. Καθορίστηκαν οι τιμές μεταφοράς ανθρώπων και αποσκευών (λεμβικά δικαιώματα ή λεμβικά τέλη ή κοινώς καθιερωμένα ως βαρκαδιάτικα) που μέχρι τότε διαμορφώνονταν ύστερα από διαπραγμάτευση “παζάρι” μεταξύ βαρκάρη και επιβάτη. Μέχρι τότε οι ηλικιωμένοι λεμβούχοι επειδή δεν μπορούσαν να συναγωνιστούν τους νεότερους στο κουπί και στην ταχύτητα της βάρκας, ανέμεναν την άφιξη πλοίων στα ανοιχτά του λιμανιού για να πιάσουν πρώτοι τους πελάτες της πρώτης θέσης που ήταν λιγοστοί. Οι αργοπορημένοι βαρκάρηδες έμεναν να συνδιαλλαγούν με τους πελάτες της τρίτης! Άλλοι ηλικιωμένοι βαρκάρηδες που δεν άντεχαν τον ανταγωνισμό, όταν εμφανίζονταν το πλοίο στον ορίζοντα χρησιμοποιούσαν κοντά κουπιά με μεγάλα τετράγωνα στα τελειώματα πους τους έδιναν μεγαλύτερη ταχύτητα με λιγότερη προσπάθεια. Όμως το 1931 ολα τα πλοία «πλεύριζαν» πια στο λιμάνι. Οι περισσότεροι λεμβούχοι από τους 300 που υπήρχαν πριν το 1931 άλλαξαν επάγγελμα, ενώ οι 50 που απέμειναν, όφειλαν να εγγραφούν σε επαγγελματικό σωματείο και να πειθαρχούν στους κανονισμούς που αυτό επέβαλλε. Οι 250 Λεμβούχοι που αποχώρησαν έλαβαν από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου χρηματική αποζημίωση ύψους 20 – 30 χιλιάδες δραχμές για να μπορέσουν να αποκατασταθούν σε άλλα επαγγέλματα. Ωστόσο διαπιστώθηκε πως ελάχιστοι από αυτούς κατάφεραν να ανοίξουν ένα καφενείο ή κάποια μπακαλοταβέρνα για να επιβιώσουν. Οι περισσότεροι λόγω ηλικίας -ήταν ήδη μεγάλοι- δεν κατάφεραν να αφομοιωθούν σε άλλο κλάδο και η τύχη τους ήταν άγνωστη. Πολλοί προσπαθούσαν για χρόνια να βρουν άλλη εργασία.

Η προσπάθεια αυτή αποτυπώθηκε στο πασίγνωστο τραγούδι «Ο Αντώνης ο βαρκάρης» (1939), σε μουσική Σπύρου Περιστέρη και στίχους Μίνωα Μάτσα. Περιγράφει έναν βαρκάρη που εγκαταλείπει τη ζωή του στο Πασαλιμάνι για να γίνει ταυρομάχος (καθώς το πρωτότυπο τραγούδι ήταν ισπανικό), ερμηνευμένο από τους Μάρκο Βαμβακάρη και Απόστολο Χατζηχρήστο.

Επαράτησε τη βάρκα στο λιμάνι

Κάτω στο Πασαλιμάνι

Τραγουδάει κι όλο πίνει

Ταυρομάχος πάει να γίνει

Ωστόσο οι στίχοι αυτού του τραγουδιού κατέγραψαν ως στέκι του Αντώνη του Βαρκάρη το Πασαλιμάνι και όχι το λιμάνι του Πειραιά. Γιατί άραγε; Η απάντηση είναι πως αφού οι νέες προβλήτες του λιμανιού καθιστούσαν τους βαρκάρηδες άχρηστους, αυτοί στράφηκαν αλλού για την επιβίωσή τους. Μεταφέρθηκαν στο λιμάνι της Ζέας (Πασαλιμάνι) ή στο Τουρκολίμανο όπου επιδίδονταν σε ρομαντικές βαρκάδες χάρη των ερωτευμένων ζευγαριών. Στο Τουρκολίμανο έκαναν τα ζευγάρια βόλτα γύρω από τη νησίδα Σταλίδα (Κουμουνδούρου) και είχαν μεγάλη πέραση ειδικά τις νύχτες με πανσέληνο. Τα “βαρκαδιάτικα” πλέον είχαν πέσει στο ένα τάλαρο για μια βόλτα τετάρτου. Οι λεμβούχοι φυτοζωούσαν αυτό ήταν σίγουρο. Ο κόσμος την δεκαετία του '50 και του '60 τους θυμάται πλέον ως κάποιους γραφικούς ηλιοκαμένους ηλικιωμένους κύριους με μαύρα κασκέτα να ενοικιάζουν βαρκούλες στους γραφικούς όρμους του Πειραιά στα ζευγαράκια. Το τραγούδι, παρότι ισπανικό, βρήκε απήχηση καθώς όλοι γνώριζαν εκείνη την δεκαετία τον αγώνα των βαρκάρηδων για εύρεση νέας εργασίας.



Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 232110