Από τον Όρμο του Λουβιάρη στο σημερινό «Σκαφάκι»- Το άγριο παρελθόν της Πειραϊκής
Για ένα αιώνα η Πειραϊκή ήταν φόβος και τρόμος
Από την ίδρυση του Δήμου Πειραιά το 1835 και για έναν ολόκληρο αιώνα —μέχρι το 1935— η Πειραϊκή Ακτή, η σημερινή Ακτή Θεμιστοκλέους, παρέμενε ένας τόπος όχι μόνο ερημικός, αλλά και άκρως επικίνδυνος. Ο «πολιτισμός» έμοιαζε να σταματά απότομα στα δύο άκρα της: από τη μία πλευρά, στον γραφικό όρμο της Φρεαττύδας και, από την άλλη, στην αραιοκατοικημένη τότε συνοικία του Ρόδου (Αμάραντου).
Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους, η μόνη ανθρώπινη παρουσία ήταν εκείνη του περιθωρίου και της παρανομίας. Άνθρωποι του υποκόσμου κατέφευγαν στις αμέτρητες σπηλιές των βράχων, μετατρέποντάς τις σε κρησφύγετα. Κανένας νομοταγής πολίτης δεν τολμούσε να πλησιάσει την περιοχή. Αν πάλι υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος επίσκεψης, ο ριψοκίνδυνος περιηγητής όφειλε να είναι προνοητικός: νοίκιαζε βάρκα και πλήρωνε στον λεμβούχο τα «βαρκαδιάτικα», ώστε να προσεγγίσει τον προορισμό του από τη θάλασσα και να αποφύγει τα κακοτράχαλα, επικίνδυνα μονοπάτια της στεριάς. Ακόμα και οι ψαράδες, όταν έπιαναν φουρτούνες, προτιμούσαν να σφίξουν τα δόντια και να ποδίσουν στη Φρεαττύδα, παρά να ρισκάρουν μια στάση στους ερημικούς όρμους της ακτής. Από την πλευρά της Φρεαττύδας, ως το έσχατο σύνορο του πολιτισμένου κόσμου λογιζόταν η Έπαυλη Σκουλούδη —εκεί όπου σήμερα δεσπόζει το Αντικαρκινικό Νοσοκομείο «Μεταξά». Δεν ήταν εξάλλου τυχαίο ότι στο επιβλητικό μέγαρο του πρώην πρωθυπουργού τερμάτιζαν οι δρόμοι, το δίκτυο του φωταερίου (και μετέπειτα της ηλεκτροδότησης), καθώς και η γραμμή του τραμ. Εκεί τελείωναν, άλλωστε, και τα όρια του σχεδίου πόλεως του Πειραιά. Παρά τις αποτρεπτικές συμβουλές των φίλων του, στα τέλη του 19ου αιώνα ένας άνδρας ονόματι Βάσος Σοροβίγκας τόλμησε να ανοίξει ένα καφενείο λίγο πιο πέρα από την Έπαυλη Σκουλούδη. Αγνόησε επιδεικτικά τις απειλές του υποκόσμου της Πειραϊκής, που έβλεπε ότι ένα τέτοιο κέντρο θα έφερνε φως στο απόλυτο σκοτάδι και θα προσέλκυε κόσμο σε λημέρια που έπρεπε να μείνουν κρυφά. Η πρόκληση, όμως, δεν έμεινε αναπάντητη: μια μέρα ο Σοροβίγκας βρέθηκε δολοφονημένος. Μετά το έγκλημα αυτό, κανείς δεν αποτόλμησε για πολλά χρόνια να πατήσει ξανά το πόδι του στην Πειραϊκή. Ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, άγριες δολοφονίες, τεκέδες και δραπέτες των φυλακών κυριαρχούσαν επί δεκαετίες στις εφημερίδες, κάθε φορά που ο ημερήσιος τύπος αναφερόταν στο λήμμα «Πειραϊκή».

Παραμένει άγνωστη η ακριβή χρονολογία που ένας άνδρας, στον οποίο κόλλησαν το προσωνύμιο «Λουβιάρης», πήγε και εγκαταστάθηκε σε έναν από τους τρεις όρμους της ακτής. Εκείνη την εποχή, «Λουβιάρης» σήμαινε τον χτυπημένο από τη λέπρα ή τη χολέρα. Προκειμένου ο δυστυχισμένος άνδρας να αποφύγει τον εγκλεισμό σε κάποιο απάνθρωπο λοιμοκαθαρτήριο ή την εξορία σε ένα ερημόνησο, πήρε τη μεγάλη απόφαση να καταφύγει στον έρημο όρμο. Μάζεψε φερτά υλικά και ξύλα από τη γύρω περιοχή και, σφηνώνοντας μια πρόχειρη κατασκευή ανάμεσα στα βράχια, έφτιαξε το κατάλυμα που για χρόνια θα αποτελούσε το σπιτικό του. Η φήμη για την παρουσία του διαδόθηκε σαν αστραπή και σκόρπισε τον τρόμο ακόμα και στον πιο σκληροτράχηλο παράνομο της ακτής. Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να πάει να τον διώξει, κανείς δεν τόλμησε να τον πλησιάσει. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, η δύναμη της συνήθειας επικράτησε: όποιος ήθελε να περιγράψει το συγκεκριμένο σημείο, το αποκαλούσε πλέον «ο όρμος του Λουβιάρη». Κατά τη δεκαετία του 1920, όταν τα σχολεία του Πειραιά πραγματοποιούσαν εκδρομές στα βράχια της Πειραϊκής, στους μαθητές επιβαλλόταν αυστηρή απαγόρευση να πλησιάσουν την περιοχή. Κι ας είχε εγκαταλείψει ο Λουβιάρης προ πολλού τον μάταιο τούτο κόσμο. Οι μαθητές αντίκριζαν από μακριά τα απομεινάρια της ερειπωμένης καλύβας του και ένιωθαν έναν βαθύ, ενστικτώδη τρόμο. Η ιστορία, ωστόσο, επιφύλασσε μια παράδοξη τροπή. Το 1924, ο Παύλος Κουντουριώτης, ως Πρόεδρος πλέον της Ελληνικής Δημοκρατίας, υπέγραψε τον Νόμο 3148, με τον οποίο παραχωρήθηκε μια δημόσια έκταση 150.000 τετραγωνικών μέτρων για τη δημιουργία της προσφυγικής συνοικίας της Νέας Καλλίπολης. Προκειμένου να προσδιοριστεί με ακρίβεια η τοποθεσία στο επίσημο κείμενο, η έκταση περιγράφηκε νομικά ως «η περιοχή υπεράνω του όρμου του Λουβιάρη». Με αυτόν τον αναπάντεχο τρόπο, το όνομα ενός κυνηγημένου, άρρωστου ερημίτη πέρασε επίσημα στις διατάξεις του κράτους, ψηφισμένο από την ίδια τη Βουλή των Ελλήνων.
Στις μέρες μας, ο όρμος του Λουβιάρη έχει μετονομαστεί σε «Σκαφάκι», εξαιτίας του παραλληλόγραμμου σχήματός του που θύμιζε στους παλαιότερους μια πλύστρα. Ίσως, όμως, αξίζει ο σημερινός διαβάτης, καθώς κάνει τη βόλτα του στην πολύβουη ακτή, να κοντοσταθεί για μια στιγμή. Να στρέψει το βλέμμα στη θάλασσα και να φέρει στον νου του την ιστορία της παλιάς, επικίνδυνης Πειραϊκής και του μοναχικού Λουβιάρη.
Ο Στέφανος Μίλεσης είναι συγγραφέας και ιστορικός ερευνητής αφοσιωμένος εραστής της αστικής λαογραφίας του Πειραιά. Με όπλο τη δημοσιογραφική παρατηρητικότητα και το ζωντανό αφηγηματικό ύφος, καταφέρνει να «ανασκάπτει» το σκοτεινό παρελθόν του Πειραιά, μετατρέποντας τις ξερές ιστορικές πηγές και τα επίσημα κρατικά έγγραφα σε μια καθηλωτική ανθρώπινη ιστορία.