(Σαν) σήμερα πέθανε ο Σεφέρης
Ο άνθιρωπος που έφερε τη μοντέρνα ποίηση στην Ελλάδα μας αποχαιρέτησε ένα ήσυχο απόγευμα του Σεπτεμβρίου του 1970
Ο Γιώργος Σεφέρης πέθανε το απόγευμα της Δευτέρας 20 Σεπτεμβρίου 1970.
...Πέρασαν τόσα χρόνια. Πώς θα πεθάνουμε;
Κι όμως κερδίζει κανείς τον θάνατό του, τον δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλο
Αυτοί οι στίχοι από το ποίημα η Τελευταία μέρα (Ημερολόγιο Καταστρώματος Α') γράφτηκαν από το μακρινό Φλεβάρη του 1939, στα σύνορα του παλιού κόσμου, λίγο πριν έρθει ο φοβερός πόλεμος να σαρώσει τις εποχές. Τότε ο Σεφέρης συλλάβιζε ακόμα την μοντέρνα ποίηση στους αδαείς συμπατριώτες του, που τραγικά αυτοδίδαχτοι καθώς είναι, έμεναν και μένουν πάντα πίσω από τις εξελίξεις σαν φτωχοί επαρχιώτες. Μιλώντας για το θάνατο, σαν προνόμιο, σαν περιουσιακό στοιχείο του καθενός μας υιοθετεί τον υπαρξιακό στοχασμό του Χάιντεγκερ, το δικαίωμα στο θνήσκειν, προσαρτώντας το τέλος του ανθρώπου στο φαινόμενο της ζωής.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν τον θάνατό του, με τις κωμικοτραγικές προσπάθειες της Ασφάλειας να αποσιωπήσει την απήχησή του στον κόσμο της διανόησης, με την απουσία της Πολιτείας από τηυ νεκρώσιμη ακολουθία, με το ύστατο χαίρε του πλήθους που εξελίχθηκε σε παλλαϊκό συλλλητήριο κατά της Χούντας, η «φυγή» του Σεφέρη έγινε με τρόπο φαντασμαγορικό, που ο ίδιος ποτέ δεν είχε φανταστεί και ενδεχομένως να μην είχε εγκρίνει. Έφτασε ωστόσο να αγγίξει το κοινό στο οποίο ανήκε, όπως πάντοτε υποστήριζε, η ποίησή του: Τον ίδιο τον λαό.
Σήμερα ο μεγάλος ποιητής στέκεται σιωπηλός κι ανεξερεύνητος έξω από το χρόνο, ρίχνοντας την σιωπηλή σιβυλλική σκιά του πάνω στις ξερολιθιές και στα στέρφα χωράφια. Ο φθόνος και η μουγγαμάρα που είχε περιγράψει ο εκδότης του ως ατμόσφαιρα στους αθηναϊκούς κύκλους συνεχίζεται λίγο-πολύ μέχρι σήμερα. Μικροί ομότεχνοι σηκώνουν σαν μεγάλες πέτρες την ζηλοφθονία τους χωρίς να ξέρουν πως
Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.