Καραντίνης: «Ο Ολυμπιακός είναι στο αίμα μας»

To κορυφαίο μπουζούκι στην Ελλάδα, Μανώλης Καραντίνης, σε μεγάλη συνέντευξη στο «ΦΩΣ».

Καραντίνης: «Ο Ολυμπιακός είναι στο αίμα μας»

Ο Μανώλης Καραντίνης είναι ο κορυφαίος κατά πολλούς παίκτης μπουζουκιού στην Ελλάδα. Έχει συνεργαστεί με όλα τα μεγάλα ονόματα τραγουδιστών. Διαβάστε τη συνέντευξη, θεωρώ ότι καταθέτει ψυχή και προσωπικότητα. Τα λέει χύμα. Όπως τα νιώθει. Και με τρέλανε με αυτά που είπε για τον Ολυμπιακό και τον ΠΑΟΚ... Δεν είναι για δημόσιες σχέσεις, τα πιστεύει αυτά.

Δεν θέλω να ρωτάω πράγματα που έχουν ρωτήσει άλλοι στις λίγες συνεντεύξεις σας που βρήκα.

Ό,τι θες ρώτα.

Θυμώνετε με τους τραγουδιστές που τα τελευταία χρόνια έβαζαν πολύ πίσω τους μουσικούς και δεν φαίνονταν καν; Το θεωρείτε υποβάθμιση;

Ναι, το θεωρώ υποβάθμιση. Διότι ο κάθε μουσικός έχει μία ποιότητα ως άνθρωπος και ως μουσικός. Και χωρίς τους μουσικούς -όταν τους κρύβουν- δεν υπάρχει σεβασμός, σπάει η αλυσίδα. Είσαι τραγουδιστής ή τραγουδίστρια, τι είναι πιο ωραίο, να φαίνεσαι μόνος σου ή να φαίνεται και η ορχήστρα;

Όπως στις παλιές ελληνικές ταινίες.

Σέβονταν. Γιατί, στις συμφωνικές ορχήστρες δεν φαίνεται το μεγαλείο; Σε ένα μαγαζί έπαιζα ωραίο ταξίμι και ξαφνικά έπεσε μία κουρτίνα μπροστά μου.

Το γνωρίζατε ότι θα γινόταν αυτό;

Όχι, δεν το γνώριζα. Είχαν πάρει μία απόφαση. O σκηνοθέτης. Και ξαφνικά βρέθηκα να παίζω πρόσωπο με μία κουρτίνα. Ε, τη δεύτερη χρονιά δεν κάθισα, σηκώθηκα κι έφυγα.

Τραγουδιστής ήταν ή τραγουδίστρια;

Τραγουδίστρια.

Όνομα λέμε;

Όχι, δεν χρειάζεται. Πολύ γνωστό όνομα. Δεν είναι ωραίο αυτό που κάνουν. Υπήρχαν πριν ο Καζαντζίδης, ο Τσιτσάνης, η Πόλυ Πάνου. Δεν έκαναν τέτοια. Η ορχήστρα είναι ορχήστρα. Είναι όμορφη. Ένα κλαρίνο, ένα μπουζούκι, ένα βιολί είναι ωραίο να φαίνονται. Το μπουζούκι είναι Ελλάδα, είναι παράδοση. Υπάρχει ο Χιώτης, υπάρχει ο Ζαμπέτας, αυτοί ήταν πάντα δίπλα στους τραγουδιστές. Όταν είσαι γνωστός μουσικός, δεν πρέπει να δέχεσαι να σε υποβιβάζουν. Αν με κρύψουν, συγγνώμη, αλλά δεν συνεργάζομαι. Δυστυχώς καταλαβαίνω τους πιο νέους που έχουν ανάγκη από δουλειά και τα δέχονται αυτά... Κρατάω ένα όργανο που το κράταγαν ο Χιώτης και ο Ζαμπέτας. Τα μεγαλύτερα ονόματα τραγουδιστών στην Ελλάδα βγήκαν από τα μπουζούκια, δεν είναι τυχαίο αυτό...

Διάβασα ότι 11 χρόνων αρχίσατε επαγγελματικά. Διάβασα λάθος;

12 χρόνων.

Πώς έγινε αυτό;

Το 1981 υπήρχαν οι καφετέριες που έπειτα από κάποια ώρα γίνονταν μπουάτ. Έβαζαν 3-4 άτομα ορχήστρα, άγνωστους τραγουδιστές, αλλά καλές φωνές, με ποτό ελαφρύ και σνακ. Δούλευαν πολλοί σε τέτοια μαγαζιά. Μετά πήγα σε πιο λαϊκά κέντρα. Όταν ήμουν 14 χρόνων υπήρχε μια μπουάτ στον Κορυδαλλό που λεγόταν «Όσκαρ». Εκεί τότε ο Βασίλης Παϊτέρης τραγουδούσε Χατζή και Στράτο Διονυσίου. Έτσι τον γνώρισα. Πιο πριν, ακόμα πιο μικρός, ήμουν σε άλλο μαγαζί που λεγόταν «Μουλέν Ρουζ», στο Αιγάλεω. Εκεί ήταν η πρώτη μου δουλειά. Πιο μικρός δούλευα σε συνεργείο αυτοκινήτων.

Λαϊκή οικογένεια, ακούω Κορυδαλλό, Αιγάλεω...

Ναι, ναι. Ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος, είμαι γέννημα θρέμμα Κορυδαλλιώτης.

Βλέπατε και Προοδευτική;

Πάντα! Προοδευτική πάντα. Και υπήρχε ένα στέκι πίσω από το γήπεδο, η ταβέρνα του Κουμπούρα, εκεί πήγαινε κάθε βράδυ ο Καζαντζίδης με την παρέα του, είχα μπει κι εγώ στην παρέα αυτή μέσω του Τάκη Σούκα. Έτσι τον γνώρισα.

Παίξατε μαζί του;

Ναι, σε ένα αφιέρωμα στην τηλεόραση έπαιξα μαζί του. Την πρώτη φορά που τον είδα σε στούντιο και τον άκουσα από κοντά βγήκα έξω και πήρα Λεξοτανίλ από ένα φαρμακείο. Σε ένα στούντιο στο Νέο Ηράκλειο. Έλεγα «δεν είναι δυνατόν αυτό που ακούω!». Άλλο πράγμα. Ήταν όνειρο αυτός ο άνθρωπος, δεν θα ξαναβγεί ποτέ. Πάντως, η αφορμή για να αρχίσω ήταν όταν μικρό παιδάκι είδα στην τηλεόραση τον Τόλη Βοσκόπουλο στην ασπρόμαυρη ταινία «Ελπίδες που ναυάγησαν». Είπα «σε αυτόν θέλω να μοιάσω». Και μετά συνεργάστηκα για χρόνια μαζί του, είχαμε μεγάλο δέσιμο, σαν πατέρας με γιο.

Με ποιον άλλον έχετε συνεργαστεί χρόνια;

Με τον Γιώργο Νταλάρα γυρίσαμε όλο τον κόσμο, τεράστιες περιοδείες. Συναυλίες πάρα πολλές, έμαθα πολλά πράγματα, ο Νταλάρας είναι ο μοναδικός που μπορεί να εκπροσωπήσει την Ελλάδα τόσο καλά στο εξωτερικό. Έχουμε οικογενειακές σχέσεις. Με την Ελένη Βιτάλη επίσης συνεργάστηκα χρόνια. Με την Πόλυ Πάνου. Τα τελευταία 12 χρόνια με τον Αντώνη Ρέμο. Με όλους σχεδόν έχω συνεργαστεί, όλα τα σπουδαία ονόματα. Είτε σε μαγαζιά είτε σε τηλεοπτικές εκπομπές είτε σε συναυλίες. Μου ξέφυγαν μόνο ο Μανώλης Αγγελόπουλος και ο Στράτος Διονυσίου - αν και γι’ αυτόν δεν είμαι σίγουρος, νομίζω ότι είχαμε βρεθεί σε μία εκπομπή . Και όχι μόνο με λαϊκούς τραγουδιστές, συνεργάστηκα με τον μεγάλο Μίμη Πλέσσα, τον Σταύρο Ξαρχάκο.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής για εσάς;

Η σειρά είναι Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Βοσκόπουλος, Πάριος, Κόκοτας, Πουλόπουλος, Νταλάρας, Βιτάλη. Ο Γιάννης Πάριος ανεπανάληπτος, αηδόνι.

Πόσες ώρες παίξιμο έχετε ρεκόρ;

Όταν ξεκίνησα να μελετάω έξω είχε φως και όταν τελείωνα είχε νυχτώσει. Μπορεί και 15 ώρες! Και αυτήν τη στιγμή που μιλάμε, λόγω των μαθημάτων στη σχολή μου, παίζω 6-7 ώρες κάθε μέρα. Τους μαθαίνω και την ιστορία, το ύφος, όλη η δουλειά είναι το ύφος. Το ρεπερτόριο όλο, μέχρι και κλασική μουσική. Και άλλα όργανα παίζω, όχι μόνο μπουζούκι. Ως και δημοτικό τραγούδι, που πάνε να το ξεχάσουν όλοι. Την αγαπάω τη δουλειά στη σχολή και βλέπω ότι γιγαντώνεται μέσω ίντερνετ, υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον. Έρχονται απ’ όλες τις ηλικίες, από 12 χρόνων έως 70, άντρες και γυναίκες.

Ενθουσιασμένο σας ακούω.

Ναι, πάει πολύ καλά και μου αρέσει πολύ. Ξεκίνησε λόγω πανδημίας. Παλιά ήμουν στο ωδείο του Κώστα Κλάδα, μικρός ήμουν βοηθός του Γιάννη Ρώτα που ήταν μεγάλο μπουζούκι, πολύ καλός μουσικός. Δούλευα τότε με τη Γιώτα Λύδια και τον Τάκη Σούκα. Ήξερα δηλαδή από σχολή, από ωδείο. Συνεργάτης μου τώρα στη σχολή είναι ο Γιάννης Καραγγέλης.

Μάτωναν τα δάχτυλα στα νυχτερινά κέντρα όταν γινόταν χαμός στη νύχτα;

Ναι, ξεκινάγαμε στις 11 το βράδυ και τελειώναμε στις 7 το πρωί. Αυτό είναι πολύ ψυχοφθόρο. Δεν είναι καλλιτεχνικό αυτό. Δεν είναι παράσταση αυτό. Δεν είναι καν γλέντι αυτό... Κοίταγα να ξεφύγω, πήγα με τον Περπινιάδη, με τον Γιάννη Μαρκόπουλο σε συναυλίες, δεν μου άρεσαν τα άγρια πράγματα...

Σπάγανε και πιάτα τότε...

Ναι, ναι...

Είχατε τραυματιστεί ποτέ;

Ναι, ευτυχώς που το σταμάτησαν αυτό το πράγμα.

Και κάθε μέρα, ε;

Ναι, κάθε νύχτα. Όλη μέρα μετά κοιμόσουν. Ευτυχώς είχα το στούντιο και αναγκαζόμουν να ξυπνήσω νωρίς. Έβλεπα συναδέλφους και ήταν λες και είχαν φάει μπουνιές, με μαύρα μάτια... Έχω περάσει πολλά σε αυτήν τη δουλειά.

Αξέχαστο άγριο περιστατικό;

Έχω φάει μπουκάλι στο κεφάλι και με έχουν απειλήσει ότι θα με σκοτώσουν.

Γιατί; Παραγγελιά;

Είχε τελειώσει το μαγαζί και μία ώρα μετά ήθελαν να βγω στην πίστα να τους παίξω ένα τραγούδι. Τους είπα «δεν είναι δυνατόν. Μα είναι δυνατόν;». Θέλανε να με σκοτώσουν, με κυνήγαγαν, έτρεξα, πήδηξα δίπλα και έπεσα πάνω σε τριανταφυλλιές. Δύσκολες εποχές. Καβγάδες πολλοί. Η παραγγελιά ήταν το χειρότερο πράγμα. Η παραγγελιά γινόταν για τον καβγά. Δεν γινόταν για άλλο πράγμα. Έπαψα πια να δέχομαι πράγματα που δεν ήταν φυσιολογικά. Τελειωμένη ιστορία. Αυτά δεν τα δέχομαι πια, τον παραλογισμό δεν τον δέχομαι.

Είστε αισιόδοξος για τη νύχτα μόλις λήξει η καραντίνα;

Θα αργήσει λίγο ο κόσμος να γυρίσει πιστεύω. Θα υπάρξει μια δυσκολία. Όμως το μπουζούκι δεν πεθαίνει ποτέ. Είναι εθνικό όργανο, ελληνικό όργανο. Ελπίζω να γίνουν πιο σωστά πράγματα μουσικά. Εγώ το θεωρώ απαραίτητο να παίζω ένα σόλο στις εκπομπές, ακόμα και ξένα τραγούδια. Και τα συνδέω με κομμάτια του Σταμάτη Σπανουδάκη. Ακούω Καζαντζίδη, Μανώλη Αγγελόπουλο, Πάνο Γαβαλά, αλλά ακούω και Έλβις Πρίσλεϊ, Μπάρμπαρα Στρέιζαντ, Φρανκ Σινάτρα. Όλα χρειάζονται, για να έχεις το ύφος. Ακούω και κλασικά, Μότσαρτ, Μπαχ, Μπετόβεν και ειδικά Παγκανίνι. Αυτός έχει πολλά θέματα που είναι έμπνευση για μπουζούκι.

Τι ομάδα είστε;

Ολυμπιακός. Ως Πειραιώτης, Κορυδαλλιώτης, Ολυμπιακός. Ο Ολυμπιακός είναι συγκινητικός, ευχαριστώ τον Ολυμπιακό που υπάρχει! Λόγω Πειραιά είναι μέσα στο αίμα μας. Όμως να σας πω κάτι; Θα με πουν... ψυχανώμαλο. Μου αρέσει και ο ΠΑΟΚ. Λόγω καταγωγής των παππούδων μου αγαπώ τη φανέλα με το σήμα αυτό, μου θυμίζει Βυζάντιο, μου έχουν χαρίσει έξι φανέλες του ΠΑΟΚ σπίτι μου. Έχω βέβαια και φανέλα Ολυμπιακού με υπογραφές όλων των ποδοσφαιριστών. Μη με παρεξηγήσουν για αυτά που λέω, τι να κάνω, αυτά είναι αγαπησιάρικα πράγματα.

Όταν παίζει ο Ολυμπιακός με τον ΠΑΟΚ, με ποιον είστε;

(γελάει). Όταν παίζουν αυτοί οι δύο, κρύβομαι! Δεν μπορώ να έρθω σε κόντρα. Και γενικώς δεν μαλώνω για το ποδόσφαιρο, έχω πολλούς φίλους Παναθηναϊκούς και ΑΕΚτζήδες.

Ο Ζαμπέτας τι είχε στο παίξιμό του;

Μόλις έριχνε μια πενιά δεν τον έφτανε κανείς, δεν του έμοιαζε κανείς. Με πέντε νότες ο Ζαμπέτας έδειχνε αυτό που ήθελε να σου πει. Νόμιζες ότι ήταν πίνακας ζωγραφικής της Ελλάδας, των νησιών και της χαράς! Ο Ζαμπέτας μπορούσε να σε κάνει να κλάψεις με το ρε ματζόρε. Όπως στον «Αλήτη» που έχει πει η Μοσχολιού. Ήταν μοναδικός σε αυτό το πράγμα. Έπαιζε πέντε νότες και μπορούσες να καταλάβεις ότι το παίξιμο ήταν του Ζαμπέτα. Στο μπουζούκι ο Ζαμπέτας ήταν όπως στο πιάνο ο Μίμης Πλέσσας. Και ο Χιώτης βέβαια στο μπουζούκι ήταν ο πατέρας όλων μας. Και ο Τσιτσάνης που τον έχουν μιμηθεί πολλοί. Βαμβακάρης, Τσιτσάνης και Παπαϊωάννου που έκανε το μπουζούκι σαν κανονάκι τούρκικο, έπαιζε και σμυρνέικα. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν «γεννημένοι».

Υπάρχουν μουσικοί που ζητάνε δανεικά;

Ναι, είναι πολλοί που υποφέρουν λόγω πανδημίας.

Ένα πολύ καλό μπουζούκι πόσα χρόνια μπορεί να κρατήσει;

Μπορεί για πάντα. Αν είναι άριστα φτιαγμένο το όργανο και το προσέχεις, θέλει τα σέρβις του, μπορεί να κρατήσει αιώνια.

Ξέρω ότι υπάρχουν μπουζούκια χειροποίητα πανάκριβα. Πόσο είναι το ακριβότερο ποσό που έχετε δώσει για να πάρετε μπουζούκι;

8.000 ευρώ! Του Ζοζέφ. Ο καλύτερος οργανοποιός που πέρασε από την Ελλάδα, τον είχα δάσκαλο. Ζοζέφ Τερζιβασιάν.

Αρμένης.

Αρμένης. Αυτός ο άνθρωπος με βοήθησε, είπε στη μητέρα μου και στον πατέρα μου να με πάνε στον δάσκαλο Θεόδωρο Δερβενιώτη. Εκεί έκανα τις σπουδές μου στο μπουζούκι, τρία χρόνια τη θεωρία του οργάνου. 7 χρόνων ήμουν όταν πήγα. Και στα 10 μου με ξεκίνησε ρεπερτόριο. Ο τελικός μου δάσκαλος εκεί ήταν το καλύτερο μπουζούκι που είχε περάσει, ο Δημήτρης Πατουσιάς, μαγική η πενιά του. Αυτός με έστειλε να κάνω θεωρία και αρμονία στον Θέμη Παπαβασιλείου και από εκεί γνώρισα έναν μεγάλο παίκτη μουσικό, τον Παναγιώτη Στεργίου. Αυτός μου έδινε δουλειές, έλεγε «θα παίρνετε μόνο αυτόν, ούτε καν εμένα»! Με βοήθησε πολύ. Από αυτόν μάλιστα γνώρισα την Ελένη Βιτάλη και ξεκίνησα την καλή καριέρα.

Μου κάνει εντύπωση που λέτε όλα τα ονόματα, έχετε πει κι άλλα, δεν γινόταν όλα να τα γράψω.

Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσοι με βοήθησαν σε αυτήν τη δουλειά. Και να πω ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι στη ζωή, να μην υποβιβάζουν και βλέπουν κατώτερο έναν άλλον άνθρωπο, όπως έλεγε και ο Χριστός. Πρέπει να υπάρχει σεβασμός στον πλησίον. Και να πω κάτι για τους τραγουδιστές, γιατί ξεκινήσαμε επιθετικά τη συνέντευξη. Τα τραγούδια που έγιναν πολύ μεγάλα οφείλονται στους τραγουδιστές κυρίως. Πάντα έμαθα να παίζω μπουζούκι από τις φωνές των τραγουδιστών. Από τις μελωδίες τους, τις ανάσες τους, τις εκτάσεις τους, από την ερμηνεία τους. Και από τον στίχο βέβαια. Μετράει το τι λέει ο στίχος για το παίξιμο που κάνω.

Αγαπημένος ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού όλων των εποχών;

Ο Νίκος Αναστόπουλος. Γιατί εκτός από παικταράς, δεν «πούλησε» τον Ολυμπιακό. Αυτόν ήθελα να έχω στο κομοδίνο μου να τον βλέπω. Αυτόν με το μουστάκι. Αυτός ήταν σημαία.

Το «ΦΩΣ» στην πόρτα σας και στον υπολογιστή σας