Αγριες Φράουλες του Ινγκμαρ Μπέργκμαν, στα Παναθήναια μέχρι 31/8

Το αριστούργημα του Ίνγμαρ Μπέργκμαν σε νέες κόπιες

Αγριες Φράουλες   του Ινγκμαρ Μπέργκμαν, στα Παναθήναια μέχρι 31/8


Σύμπραξη ουσιαστικά του Μπέργκμαν με τον θρύλο του σουηδικού σινεμά, Βίκτορ Σιόστρομ, οι «Αγριες Φράουλες» κοιτούν με αισιοδοξία τα τραύματα των ανθρώπινων σχέσεων όσο αποδεικνύουν περίτρανα την μαεστρία του δημιουργού τους στην οπτική και συναισθηματική απεικόνιση μιας διαδρομής γεμάτη λάθη και επίπονες αποφάσεις. Σε επανέκδοση με νέες κόπιες.




Έχει πάντα ενδιαφέρον να αντιστοιχίζει κανείς κάθε ταινία του Μπέργμκαν με την ηλικία στην οποία την ολοκλήρωσε, καθώς το έργο του μοιάζει να αποτελεί μια διαρκή πραγματεία παρόμοιων θεματικών, οι οποίες όμως εξετάζονται ανάλογα με την περίπτωση με διαφορετικό τρόπο, άλλοτε με αισιόδοξη και άλλοτε με πεσιμιστική ματιά, άλλοτε με πίστη στο ανθρώπινο είδος και άλλοτε με απογοήτευση, έως και μισανθρωπία.

Ωστόσο αυτή η προσέγγιση κρύβει ενίοτε παγίδες. Οι «Αγριες Φράουλες» βρίσκουν τον Ινγκμαρ Μπέργκμαν κοντά στα 40, στην εποχή που ο ίδιος, έχοντας πια βιώσει τις πρώτες μεγάλες του καλλιτεχνικές επιτυχίες, έχει πλέον πίστη στην φωνή του, στην οπτική του και στον τρόπο που επιλέγει να αναλύσει κάθε θεματική του, συνδυάζοντας το ανάλαφρο με τον φιλοσοφικό προβληματισμό και την ασημαντότητα της καθημερινότητας με τα βαρύγδουπα μεγάλα ανθρώπινα διλήμματα.

Και όμως, οι «Αγριες Φράουλες» δε μοιάζουν να προβάλουν αποκλειστικά την δική του οπτική. Ακριβώς όπως και η ιστορία του φιλμ αφορά έναν πατέρα και όχι τον εξίσου ψυχρό γιο του (ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο ήρωας σε μια άλλη ανέκδοτη ταινία του Μπέργκμαν), η φωνή του σκηνοθέτη μοιάζει να κάνει ένα βήμα πίσω για να παραδώσει ολοκληρωτικά την σκηνή στον Βίκτορ Σιόστρομ, εμβληματικό σκηνοθέτη και ηθοποιό του σουηδικού βωβού σινεμά (ανάμεσα στις ταινίες του συμπεριλαμβάνεται και η «Άμαξα Φάντασμα», ταινία που συγκαταλέγεται στις καθοριστικές επιρροές του σινεμά του Μπέργκμαν), ο οποίος ειρωνικά στη διάρκεια των γυρισμάτων όντως πλησίαζε στο τέλος της ζωής του. Για την ακρίβεια, πέθανε ακριβώς τρία χρόνια μετά την ολοκλήρωση της ταινίας.

Οι επιρροές της «Άμαξας Φάντασμα» μάλιστα είναι εμφανείς στις ονειρικές (ή μήπως εφιαλτικές;) σκηνές που μαρτυρούν τι βασανίζει τον ηλικιωμένο γιατρό Αϊζακ Μποργκ, ο οποίος πρόκειται να ξεκινήσει με το αυτοκίνητό του για την πόλη Λουντ, ώστε να τιμηθεί από το παλιό του πανεπιστήμιο για την 50χρονη καριέρα του. Ρολόγια δίχως δείχτες, άμαξες δίχως οδηγούς που κουβαλούν ένα οδυνηρά προσωπικό φορτίο, συναντήσεις με ανθρώπους από το παρελθόν που ωθούν κυριολεκτικά προς μια επίπονη ματιά στον καθρέφτη και μια συνεχής αλληλεπίδραση με τα λάθη του παρελθόντος και τις συναισθηματικές πληγές που ακόμα δεν έχουν κλείσει αποτελούν μόνο μερικά από τα συστατικά ενός κόσμου που ο Μπέργκμαν στήνει σταδιακά επιλέγοντας πότε να φωτίσει και πότε να βυθίσει στο σκοτάδι τον ήρωά του, αξιοποιώντας αφενός πλήρως όλη τη δυναμική του βωβού σινεμά και προσθέτοντας την δύναμη των λέξεων, όπως μόνο ο ίδιος ήξερε να χειρίζεται.


Χωρίς να απομακρύνεται από την μόνιμη θεματική του γάμου, ο Μπέργκμαν βάζει τον ήρωά του να αναλογιστεί την χαμένη αγάπη του παρελθόντος, να αντιμετωπίσει για άλλη μια φορά την μνήμη του αποτυχημένου γάμου του, να έρθει αντιμέτωπος με την ιδέα της οικογένειας, είτε αυτή αφορά την μητρική αγκαλιά είτε την συζυγική εστία, και να κλείσει τα μάτια στο τέλος της μέρας έχοντας έρθει σε επαφή για άλλη μια φορά με τον ενθουσιασμό της νιότης αλλά και με την μόνιμη απειλή της συναισθηματικής ψυχρότητας.

Στη διαδρομή προς το Λουντ, ο Αϊζακ Μποργκ του Σιόστρομ συνοδεύεται από την νύφη του, Μαριάν (η Ινγκριντ Τούλιν σε έναν ρόλο που μόνιμα δείχνει να εκφράζει μόνο την κορυφή των συναισθημάτων που φαίνεται να βράζουν εντός του χαρακτήρα), από ένα πιθανό ερωτικό τρίγωνο ενθουσιωδών νέων που του θυμίζουν έντονα το παρελθόν (η Μπίμπι Αντερσον υποδύεται την διπλή «Σάρα», τόσο τη νεαρή κοπέλα στο παρόν όσο και το ερωτικό αντικείμενο του πόθου του Μποργκ, που τελικά κατέληξε σύζυγος του αδερφού του σε έναν ακόμα δυστυχισμένο γάμο), από ένα αντρόγυνο που μαρτυρά για άλλη μια φορά τη συναισθηματική βία που μπορεί να απειλήσει μια σχέση αλλά και από τις ίδιες του τις αναμνήσεις, σε μια πνευματική πορεία συμφιλίωσης με το παρελθόν και τους οικείους του χωρίς όμως δεδομένο προορισμό.

Είναι μια πορεία που ταιριαστά απογειώνεται από την θεατρικότητα των διαλόγων του Μπέργκμαν, από την συγκρατημένη δραματουργία που αποκαλύπτει μόνο όσα είναι απαραίτητα να ειπωθούν, από την εξαιρετική χρήση της σουηδικής ενδοχώρας και όλων των σκιών και των εκρήξεων φωτός που την χαρακτηρίζουν αλλά και από την τόλμη μιας ανάλαφρης οπτικής που μαζί με το δράμα, δε διστάζει να διακρίνει και το ασθενές αλλά σαφές χαμόγελο.

Αυτό δε που κάνει την ταινία να αποκτά μια απρόσμενη επιπλέον δύναμη, είναι η αισιόδοξη στάση του Μπέργκμαν απέναντι σε όλες τις σχέση σε κρίση. Όταν η Μαριάν μιλά ειλικρινά στον πεθερό της, η συνειδητοποίηση της αλήθειας μοιάζει ικανή να τον μετατρέψει σε έναν διαφορετικό, καινούριο άνθρωπο. Όταν τα σκληρά λόγια μοιάζουν ικανά να διαλύσουν για πάντα μια εύθραυστη έτσι κι αλλιώς σχέση, η απόσταση και η δύναμη των σωστών λέξεων δείχνουν να έχουν την δύναμη να γιατρέψουν τις πληγές. Οταν οι αυστηρές απόψεις φαντάζουν ανυπέρβλητες και καθοριστικές, μια σειρά από ευτυχείς συγκυρίες και συναντήσεις (όσο βολικά και συμβολικά κι αν προκύπτουν στη διαδρομή) όντως φαντάζουν ικανές να βάλουν στη σωστή πορεία, έστω και καθυστερημένα, μια διαδρομή γεμάτη λάθη και επίπονες αποφάσεις.

Αρκετά χρόνια μετά την ολοκλήρωση της ταινίας, ο Μπέργκμαν παραδέχτηκε ότι αρχικά ο χαρακτήρας του Μποργκ αποτελούσε μια προσπάθειά του να δικαιολογήσει την στάση του απέναντι στους δικούς του γονείς. Όμως ο Σιόστρομ πήρε το κείμενο και το διάνθισε με τις δικές του προσωπικές εμπειρίες και αγωνίες, προσδίδοντάς του τελικά ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο αποδοχής των λαθών και ανάγκης για συγχώρεση. Οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ γονιών και παιδιών και οι χαμένες δυνατότητες της νιότης παραμένουν στο επίκεντρο της ταινίας, όμως η συνεισφορά του Σιόστρομ ανήγαγε τον θεματικό άξονα του φιλμ σε κάτι πολύ πιο πανανθρώπινο και οικουμενικό. Οι «Αγριες Φράουλες» δεν ήταν πια μόνο μια ακόμα προσωπική αφήγηση.

Για αυτό και το τελικό γαλήνιο πλάνο του Σιόστρομ λειτουργεί τόσο καλά ως φινάλε αλλά και ως αποχαιρετισμός στον ίδιο τον δημιουργό. Οι «Αγριες Φράουλες» είναι τόσο μια γνήσια ταινία του Μπέργκμαν όσο και το ουσιαστικό κύκνειο άσμα ενός ηθοποιού και σκηνοθέτη που επηρέασε καθοριστικά το σινεμά, ακόμα κι αν το όνομά του δεν κατέληξε να είναι τόσο αναγνωρίσιμο όσο των ακολούθων του.


Αλλά πάνω από όλα, η ταινία είναι μια ειλικρινής καταγραφή της ανθρώπινης φύσης και εκείνων των αντίρροπων δυνάμεων που τείνουν να διαλύσουν ή να συσφίξουν κάθε μορφή σχέσης. Και σε αυτή χωρούν τόσο ο τρόμος του παρελθόντος όσο και η αισιοδοξία του μέλλοντος, μία από τις πιο πολύτιμες αλήθειες που αποτύπωσε ποτέ στο σινεμά ο Μπέργκμαν.


Σουηδία, 1957

Παραγωγή: Αλαν Εκελουντ
Σκηνοθεσία: Ινγκμαρ Μπέργκμαν
Σενάριο: Ινγκμαρ Μπέργκμαν
Φωτογραφία: Γκούναρ Φίσερ
Μοντάζ: Οσκαρ Ροζάντερ
Μουσική: Ερικ Νόρντγκρεν
Πρωταγωνιστούν: Βίκτορ Σιόστρομ, Μπίμπι Αντερσον, Ινγκριντ Τούλιν
Διάρκεια: 91 λεπτά
Διανομή: Weird Wave

πηγή: Flix