«Τα χρόνια της αθωότητας», του Γουλανδρή, του Μπούκοβι, του Κούδα, του Χατζηπαναγή, του Δεληκάρη

Ηλίας Γιαννακάκης, ο σκηνοθέτης που... διδάσκει την ιστορία του ποδοσφαίρου μέσα από «Τα χρόνια της αθωότητας» και τις «Μνήμες γηπέδων» στην ΕΡΤ-3, ενώ ταυτόχρονα γράφει το σενάριο και τα κείμενα, ως «αθλητικός αρχαιολόγος», αφού ψάχνει, ανακαλύπτει και μας παρουσιάζει φιλμ που είχαν εξαφανιστεί σε ξεχασμένα πατάρια και ντουλάπια. 

«Τα χρόνια της αθωότητας», του Γουλανδρή, του Μπούκοβι, του Κούδα, του Χατζηπαναγή, του Δεληκάρη

Γεννημένος στο Παλαιό Φάληρο, αν και Παναθηναϊκός, χαρακτηρίζεται από την αμεροληψία του, δεν διστάζει να παρουσιάζει τα καλά και τα άσχημα, αλλά εκτός από το επεισόδιο που αφιερώνει αποκλειστικά στον Ολυμπιακό του Γουλανδρή, εστιάζει σε δύο ακόμα από τα οκτώ συνολικά της σειράς, στους «ερυθρόλευκους». Στην ομάδα του ’50 και σε εκείνη του Μπούκοβι.

Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός, πολυσχιδής προσωπικότητα, αλλά αν επεκταθούμε σε όλες τις δραστηριότητες, δεν θα μας έφτανε ολόκληρη η εφημερίδα.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΣΤΕΦΑΝΟ ΛΕΜΟΝΙΔΗ

Γεννήθηκε το 1968. Βραβευμένος σκηνοθέτης και σεναριογράφος σε ντοκιμαντέρ και ταινίες μυθοπλασίας. Έχει πραγματοποιήσει συνολικά περισσότερες από 250 ταινίες ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, όπως διαβάσαμε στο βιογραφικό του.

Αλλά ας πάμε λοιπόν κατευθείαν στο θέμα μας

Η οικογένειά μου μπορώ να πω ότι δεν αγαπούσε καθόλου το ποδόσφαιρο, αλλά εγώ είχα τη δική μου πετριά. Δεν με ενδιαφέρει όμως η επικαιρότητα, δεν είμαι ρεπόρτερ. Εστιάζω στα παλιά χρόνια, τότε που υπήρχε αθωότητα και δεν είχαν βιομηχανοποιηθεί τα πάντα. Παρακολουθούσα όλες τις ομάδες, ενώ δεν ήμουν ποτέ οργανωμένος, ίσα ίσα, αυτό είναι απολύτως ξένο προς εμένα, καθώς θέλω να πιστεύω ότι είμαι ένας ήσυχος άνθρωπος. Εργάστηκα, μεταξύ πολλών άλλων, ως βασικός σκηνοθέτης από το 2000 ως το 2013 στην ιστορική εκπομπή «Παρασκήνιο», μέχρι που έκλεισε η ΕΡΤ και τα δύο τελευταία χρόνια στη φυσική του συνέχεια, το «Υστερόγραφο».

Πρώτη ποδοσφαιρική προσέγγιση;

Το 2001 με τη «Διαρκή γοητεία της στρογγυλής θεάς», τότε που γνώρισα τον Ηλία Υφαντή, τον Αριστείδη Καμάρα, τον Ηλία Μπαζίνα και τον Πάνο Γεραμάνη. Βλέπω τη μεγάλη εικόνα του ποδοσφαίρου, την πολιτιστική και την πολιτισμική πλευρά του. Το αντιλαμβάνομαι σαν ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, σαν αρχαία τραγωδία.

Επόμενο βήμα;

Στην ΕΡΑ Σπορ το 2002. Για δύο χρόνια το ραδιοφωνικό ντοκιμαντέρ «Μυθομανία» με τον ποιητή και δημοσιογράφο Σωτήρη Κακίση. Κάναμε αναδρομή σε μεγάλες προσωπικότητες του ποδοσφαίρου, του στίβου, του πόλο, του βόλεϊ. Ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ με εμβληματικούς αθλητές. Αναδεικνύαμε την ποιητική διάστασή τους.

Δουλειά που καμαρώσατε;

Το ντοκιμαντέρ για τον Γιάννη Κούρο, μια κολοσσιαία φυσιογνωμία. Επί δύο χρόνια, 2002-2004, τον κινηματογραφούσαμε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σε συνεργασία με τον Γιώργο Αργυροηλιόπουλο, το πληρώσαμε από την τσέπη μας και, τελικά, βραβεύτηκε στη Θεσσαλονίκη.

Σε ιδιωτικά κανάλια;

Στον ΣΚΑΪ το «Για πάντα πρωταθλητές», πριν ο Γιάννης Αλαφούζος ασχοληθεί με τον Παναθηναϊκό. Μάλιστα, τότε ήταν συνιδιοκτήτης ο Βαγγέλης Μαρινάκης και ήταν μαζί στην παρουσίασή του. Την περίοδο 2008-09. Παρουσιάσαμε τις μεγάλες ομάδες του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ με σπάνιο αρχειακό υλικό.

Στέφανος Λεμονίδης και Ηλίας Γιαννακάκης με το αρχείο του "Φωτός"

Η συνέχεια;

Το 2014 στον «Πυρετό του Μουντιάλ» με 8 ντοκιμαντέρ, τα 4 για την εθνική Ελλάδος και τα άλλα για το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Είχαμε πρόσβαση στο αρχείο της ΦΙΦΑ και υπάρχουν ακόμη στο αρχείο της ΕΡΤ, στο ERTFLIX, τη μαγική πόρτα της κρατικής τηλεόρασης. Παράλληλα, όπως πάντα, έκανα ντοκιμαντέρ αλλά και ταινίες μυθοπλασίας.

Παρένθεση. Γιατί δεν βλέπουμε ελληνικές παραγωγές στο ΝΕΤFLIX, αν και πλησίασε το «Έτερος Εγώ»;

Η πλατφόρμα έχει προτείνει το δικό της αφηγηματικό και αισθητικό ύφος και η ελληνική παραγωγή πρέπει να κάνει βήματα προς τα εκεί, αν θέλει να αποτελεί μέρος της. Διαθέτουμε οπωσδήποτε αξιόλογους Έλληνες κινηματογραφιστές. Χρειάζονται όμως πλούσιες και προσεγμένες στη λεπτομέρειά τους παραγωγές. Το «Έτερος Εγώ» έκανε πιθανώς το πρώτο βήμα (όπως ακούγεται) και είναι πλέον θέμα χρόνου να ακολουθήσουν κι άλλες ελληνικές παραγωγές. Κάθε παραγωγή του ΝΕΤFLIX είναι πολύ πλούσια και απασχολεί πάρα πολλούς συντελεστές. Από την άλλη, με αυτόν τον τρόπο περιορίζονται οι αυθεντικά ανεξάρτητες και πιο χειροποίητες παραγωγές. Από εκεί γεννιούνται τα αληθινά διαμάντια τα οποία, όμως, κινδυνεύουν να εξαφανιστούν στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Πάμε στα «Χρόνια της Αθωότητας»

Τα ξεκίνησα 7-8 χρόνια νωρίτερα. Δεν είναι απλώς ιστορική περιγραφή. Επιχειρώ να εμβαθύνω, με άξονα το ποδόσφαιρο, στα 200 χρόνια της οντότητάς μας. Στην περίοδο 1920-1979 που δεν υπήρχε επαγγελματισμός και μέσα από αυτήν σε όλη την προηγούμενη ιστορία μας. Είναι η σύνδεση με τον κόσμο μας, τις ρίζες μας και περιλαμβάνει την ιστορία της Ελλάδας από τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Πόλεμο, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη μετεμφυλιακή εποχή, τη χούντα και την είσοδό μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα με το ποδόσφαιρο, το οποίο συμβαδίζει με την ιστορία, την κοινωνία, τους ανθρώπους, γιατί είναι το κατ’ εξοχήν λαϊκό άθλημα. Ο Μουράτης, ο Πεντζαρόπουλος, ο Κουιρουκίδης, για παράδειγμα, είναι φυσιογνωμίες που μοιάζουν με τους ήρωες του 1940, αλλά και εκείνους του 1821. Καθώς εκείνες τις εποχές δεν εξελισσόταν γρήγορα η κοινωνία, κρατούσαν οι άνθρωποι ζωντανό το νήμα με τον 19ο αιώνα. Ένα υπαρξιακό ταξίδι, λοιπόν, με άξονα το ποδόσφαιρο. Η πρόταση κατατέθηκε στην ΕΡΤ το 2016, αλλά βρισκόμασταν στην εποχή της κρίσης και δεν προχωρούσε. Ο χρόνος περνούσε και χάναμε τους πρωταγωνιστές. Έτσι άρχισα να κινηματογραφώ μόνος μου και πρόλαβα, ανάμεσα σε πολλούς, τον Θεοδωρακάκη, τον Μπόμη, τον Σάββα... Θα χάναμε το νήμα. Έφευγαν σπουδαίοι άνθρωποι, ενώ άλλοι δεν θα μπορούσαν να μιλήσουν αν αργούσαμε.

Οι πηγές σας;

Το αρχείο της ΕΡΤ, όπου βρήκα μη προβεβλημένα φιλμ, καθώς και πολλά ιδιωτικά αρχεία. Βρήκα το «Αθλόραμα» του Ανδρέα Μπόμη από την εποχή της χούντας, με συνεντεύξεις άσων του 1930, που τότε ήταν μεσήλικες. Μεγάλος δημοσιογράφος ο Μπόμης, όπως και οι Τσώχος, Φουντουκίδης, Κυριαζής, που στόχευαν στο αντικείμενό τους χωρίς διάθεση κουτσομπολιού. Τότε συναντούσες στον δρόμο τα αστέρια, τον Δεληκάρη, τον Δομάζο, τον Κούδα. Δεν ήταν κρυμμένοι όπως τώρα σε πανάκριβα περιφραγμένα σπίτια. Δεν ήταν βιομηχανοποιημένη η ζωή και δεν ήταν απόλυτος κυρίαρχος το χρήμα. Δεν υπήρχαν μαχαιρώματα, οργανωμένοι στρατοί, τοξικότητα. Παίκτες, προπονητές, παράγοντες, φίλαθλοι προερχόταν από την ίδια δεξαμενή, με τις εξαιρέσεις των πολύ πλουσίων, του Γουλανδρή, του Καρέλα, του Μπάρλου. Τον Ολυμπιακό για παράδειγμα επί δεκαετίες τον διοικούσε η οικογένεια Ανδριανοπούλου. Ο Γουλανδρής είχε όραμα και με τα χρήματα που ξόδευε κοίταζε το μέλλον. Ως εφοπλιστής, άλλωστε, είχε άμεση σχέση με την πραγματικότητα και δεν έχανε τον στόχο.

Η έρευνά σας τι έδειξε για τον Γουλανδρή;

Αν έμενε άλλα τρία χρόνια στον Ολυμπιακό, θα τον έφτανε πολύ ψηλά, γι’ αυτό ονόμασα και το επεισόδιο «Το όνειρο που έσβησε». Ήταν μια ουτοπία. Και το λέω με αντικειμενικότητα, παρότι είμαι Παναθηναϊκός. Άλλωστε, όταν στρέφω το βλέμμα μου στα παλιά, το κάνω με ειλικρινή αγάπη για όλες τις ομάδες και αυτό είναι απολύτως ειλικρινές. Ο Γουλανδρής έφυγε για δύο λόγους. Ο αστικός μύθος λέει ότι έταξαν ένα ρολόι στον Παλοτάι, που δεν πήρε ποτέ ή του έδωσαν Ρόλεξ-μαϊμού. Βέβαια, όλα αυτά δεν αποδεικνύονται, αλλά εκείνη την εποχή οι Ανατολικοευρωπαϊοι επιζητούσαν τα δώρα, που μπορούσαν να πάνε στο σπίτι τους και να προσφέρουν στη γυναίκα τους.

Υπήρχαν όμως πάνω από όλα σημαντικές πιέσεις από την οικογένειά του. Αυτά που έκανε ο Γουλανδρής για την αγάπη του προς τον Ολυμπιακό δεν είχαν όρια. Δεν ταίριαζαν, όμως, με τη δημόσια εικόνα ενός σοβαρού εφοπλιστή. Του έτρωγαν και διάφοροι επιτήδειοι λεφτά, το αποκάλυψε και ο Διακογιάννης που μιλούσε μαζί του για τη μεταγραφή του Κουρμπή και όχι μόνο. Τον πίεσε όπως φαίνεται και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που ήταν στενός φίλος της οικογένειας. Σίγουρα απογοητεύτηκε με το ματς της Άντερλεχτ, όπου έγινε η σφαγή του αιώνα και ο Ολυμπιακός έπρεπε να κερδίσει 6-0. Αλλά η βασική αιτία ήταν η πίεση από την οικογένειά του, καθώς ο ίδιος αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με την καρδιά του.

Ήθελε να φτάσει τον Ολυμπιακό ως τον τελικό της Ευρώπης, όπως έκανε ο Παναθηναϊκός, αλλά δεν ήταν ο Παλοτάι ο λόγος της αποχώρησής του. Αν ήταν έτσι, θα γύριζε πίσω σε δύο τρεις μήνες, όταν θα είχε καλμάρει. Πέθανε τελικά τον Αύγουστο του 1983. Έφτασε όμως τον Ολυμπιακό σε άλλο επίπεδο, αγγίζοντας την ουτοπία. Την ψηλάφησε, την έπιασε σχεδόν από τον λαιμό και θα έφερνε μεγάλα ονόματα από την Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική αν έμενε λίγο ακόμα.

Ναι, αλλά είπατε στα κείμενα που ακούγονται στη σειρά ότι ο Παναθηναϊκός του «Γουέμπλεϊ» ήταν η πιο πλήρης ομάδα.

Λάθος, είπα ότι ο Παναθηναϊκός ήταν η πιο επιτυχημένη ομάδα, ποιος το αμφισβητεί αυτό; Και ο ΠΑΟΚ του Κούδα η πιο θεαματική. Το ότι ο Οικονομόπουλος ήταν ο καλύτερος τερματοφύλακας δεν το είπα εγώ, αλλά ο Κελεσίδης. Είπα επίσης ότι ο Ολυμπιακός του Γουλανδρή ξεκάθαρα ήταν η πληρέστερη ομάδα. Ακόμα και ο μεγάλος τότε ΠΑΟΚ δεν μπορούσε να τον κερδίσει, γιατί ο Ολυμπιακός είχε 24 διεθνείς. Ο Ολυμπιακός του Γουλανδρή ήταν κάτι σαν την ιδανική Πολιτεία του Πλάτωνα. Η τέλεια ομάδα, γι’ αυτό και κράτησε λίγο. Ο Ολυμπιακός δεν αδικήθηκε στην παρουσίαση μέσα από τη σειρά, αλλά είναι η μόνη ομάδα στην οποία εστιάζουμε σε τρεις διαφορετικές εκδοχές της. Η ομάδα του ’50, εκείνη του Μπούκοβι, που δημιούργησε θαυμασμό και τη διέλυσε η χούντα, όπως θα δούμε στο επεισόδιο της Δευτέρας, που είναι το τελευταίο και, ασφαλώς, του Γουλανδρή.

Στο πρώτο επεισόδιο, όντως, είδαμε και την ομάδα του ’50.

Είχα τον Σάββα Θεοδωρίδη, τον Ιωάννου και τον Υφαντή και για πρώτη φορά είδαμε εικόνα από τα ματς του 1959, Ολυμπιακός - Μίλαν και Μίλαν - Ολυμπιακός. Αγαπώ τον κόσμο του παλιού ποδοσφαίρου, όχι του οπαδισμού, είτε η ομάδα φορά το τριφύλλι, τον δικέφαλο, τον δαφνοστεφανωμένο έφηβο. Ενδιαφέρομαι για τη συγκίνηση, για την εποχή που δεν κυριαρχούσε η αγορά. Το ποδόσφαιρο χάλασε από τότε που η ΟΥΕΦΑ ξεκίνησε να δίνει 25 εκατομμύρια στον πρωταθλητή και έπρεπε πάση θυσία να πάρεις το πρωτάθλημα Ελλάδας. Παλιά οι παίκτες ήταν από τις γειτονιές, Έλληνες. Δεν το λέω, προφανώς, για σοβινιστικούς λόγους. Όταν όμως βλέπεις την Άρσεναλ και την Τσέλσι με 11 ξένους παίκτες, για ποιο αγγλικό ποδόσφαιρο μιλάμε; Μισθοφορικό με πολύ χρήμα.

Ο Γιώργος Παντελάκης

Πάμε στον μεγάλο ΠΑΟΚ, που κυριαρχεί η άποψη ότι αδικήθηκε, αλλά τότε είχε να συναγωνιστεί τον Ολυμπιακό του Γουλανδρή, τον Παναθηναϊκό του «Γουέμπλεϊ» και την ΑΕΚ του Μπάρλου.

Ο ΠΑΟΚ έμοιαζε με τον Άγιαξ, με παίκτες που μάζεψε με λίγα χρήματα ο σπουδαίος παράγοντας Γιώργος Παντελάκης από την επαρχία. Και όλα αυτά χωρίς πολλά λεφτά, είδη υγιεινής πούλαγε, αλλά ήταν νοικοκύρης και δίκαιος. Ο Κούδας ήταν, κατά κάποιον τρόπο, ο Κρόιφ, οι Σαράφης, Τερζανίδης ό,τι πιο κοντινό σε Νέσκενς, Χάαν. Μπορεί να αδικήθηκε ο ΠΑΟΚ από τη διαιτησία, καθώς όλοι οι τελικοί Κυπέλλου έγιναν στην Αττική, αδίκησε όμως και τον εαυτό του. Δεν είχε πάγκο, δεν είχε δυνατή άμυνα. Ο Ολυμπιακός του Γουλανδρή είχε την κορυφαία άμυνα όλων των εποχών. Και το αίσθημα του αδικημένου χάλαγε το μυαλό των παικτών του ΠΑΟΚ. Κάπως έτσι δέχθηκε 5 γκολ από την Παναχαϊκή στο ματς που έχασε το πρωτάθλημα.

Είδαμε πάντως σπάνια ντοκουμέντα για πρώτη φορά.

Μου έδωσε όλο το αρχείο του ο Σάββας Θεοδωρίδης. Στην αρχή δεν με εμπιστεύτηκε. Κάναμε πολλά ραντεβού μέχρι να μου δώσει, αρχικά, δύο μπομπίνες φιλμ του σπουδαίου κινηματογραφιστή Γιάννη Βώκου. Έτσι είδαμε συγκλονιστικό υλικό από τα ματς με τη Μίλαν στο «Καραϊσκάκη» και το «Σαν Σίρο». Ο Σάββας είχε την οικονομική ευχέρεια και πλήρωνε τον Βώκο να κινηματογραφεί. Υλικό έξι ωρών μού έδωσε τελικά. Παράλληλα έψαχνα για κάθε είδους αρχεία σε πατάρια, ντουλάπια φίλων και γνωστών, ιδρύματα και συλλόγους.

Υπήρξαν αρνήσεις; Για παράδειγμα δεν είδαμε τον Δεληκάρη και τον Χατζηπαναγή

Θα έλεγα καλύτερα, υπήρξαν απουσίες. Ο Χατζηπαναγής, παρά τις προσπάθειες που έγιναν, δεν μπόρεσε να μας μιλήσει.

Το γκολ του Δεληκάρη με τη Γερμανία

Ο Δεληκάρης;

Προσπάθησα πολύ, αλλά δεν μιλάει. Τον λατρεύω, είναι το απωθημένο μου. Θα είχε να πει πάρα πολλά. Είναι ποιητική φυσιογνωμία και όπως όλοι οι σταρ περίεργος και ιδιόρρυθμος, δεν μπορείς να τον ερμηνεύσεις. Όταν για παράδειγμα έβαλε το καλύτερο γκολ όλων των εποχών απέναντι στον Μάγερ στο ματς Ελλάδα - Γερμανία με τακουνάκι στα ύψη, απλώς προσγειώθηκε και σήκωσε το χέρι, σαν να έκανε το πιο απλό πράγμα. Έκανα πολλές προσπάθειες για να μιλήσει, αλλά δεν το κατάφερα. Για αυτό ζήτησα να μιλήσουν ο Μπάμπης Χριστόγλου που είναι φίλος του και ο Αλέξης Σπυρόπουλος, στον οποίο είπε το απίστευτο για τη μεταγραφή του στον Παναθηναϊκό: «Τότε ο εγωισμός μου ήταν τόσο μεγάλος, που όταν περνούσα κάτω από γέφυρα έσκυβα για να μη χτυπήσω». Μαράζωσε όταν κατάλαβε ότι δεν του ταίριαζε ο Παναθηναϊκός, ότι έκανε λάθος.

Ιστορικά ποιο στοιχείο χαρακτηρίζει τον Ολυμπιακό;

Έπαιζε πάντα ποδόσφαιρο επιβολής. Αν οι άλλοι βάλουν δύο, εγώ θα βάλω τέσσερα γκολ. Αυτή ήταν η νοοτροπία του Ολυμπιακού και δεν χωρούσαν συστήματα σε αυτήν την ομάδα. Δύο φορές μόνο έπαιξε με σύστημα. Επί Μπούκοβι, μεταξύ 1965-67, όταν ο Ούγγρος δίδαξε το μοντέρνο σύστημα ανάπτυξης, και επί Χέερ στη δεκαετία του ’80. Τότε που έβαλε λίμπερο από αριστερό μπακ τον Βαμβακούλα και διέπρεψε, γύρισε μπακ τον Κοκολάκη και αξιοποίησε τον Λεμονή. Και είχε τον Νόιμαν που ναι μεν ήταν σπουδαίος, αλλά είχε τους... δαίμονές του. Ήταν η εποχή που ο Νταϊφάς είχε συμφωνήσει με τον Ηρακλή ώστε να πάρει με μυθικό ποσό τον Χατζηπαναγή, με την προϋπόθεση να περάσει ο Ολυμπιακός την Μπενφίκα, γιατί στον επόμενο γύρο θα έπαιζε με τη Λίβερπουλ στο ΟΑΚΑ. Ο Νταϊφάς δεν είχε την αμύθητη περιουσία για να πληρώσει από την τσέπη του, υπολόγιζε όμως στις εισπράξεις του ματς με τη Λίβερπουλ στο ΟΑΚΑ. Ο Ολυμπιακός κέρδισε την Μπενφίκα με 1-0 αντί για 4-0, αλλά έχασε στην Πορτογαλία με 3-0 και το όνειρο πέταξε.

Ο Βασίλης Χατζηπαναγής

Τελευταίο επεισόδιο τη Δευτέρα με του Μπούκοβι την ομαδάρα. Έφυγε λόγω χούντας;

Ξεκάθαρα. Έχουμε και μαρτυρία που μιλάει για τον στρατιωτικό επίτροπο, τον Παπαποστόλου. Ήταν από την Ουγγαρία και η χούντα πίστευε ότι όλοι οι Ούγγροι ήταν κομουνιστές. Υπήρχε τρέλα τότε, τον θεωρούσαν κατάσκοπο.

Όπως μου είπε ο φίλος μου ο Σκρουμπέλος, που έγραψε βιβλίο για τον Μπούκοβι, δεν έγιναν διαδηλώσεις όπως έγραψε... ποιητική αδεία ο Χαριτόπουλος.

Πράγματι. Η πιο χαρακτηριστική φωτογραφία είναι αυτή που δημοσίευσε το «ΦΩΣ», όπου στον σταθμό Λαρίσης τον αποχαιρέτησε μόνο ο Σακκούλης, ο μεταφραστής του, που μιλάει στο τελευταίο επεισόδιο. Και τότε η εφημερίδα σας είχε ρεπόρτερ τον Σταύρο Τσώχο, τον εξ απορρήτων του Μπούκοβι και σπουδαίο δημοσιογράφο, με την καθοδήγηση του Θόδωρου Νικολαΐδη.

Είστε ευχαριστημένος από την αποδοχή του κόσμου;

Ευτυχής. Όλα τα επεισόδια είχαν μεγάλη αποδοχή. Από όλες τις ομάδες, τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό, τον ΠΑΟΚ, την ΑΕΚ, τον Εθνικό, τα Γιάννινα, τον Απόλλωνα, τον Πανιώνιο, την Καστοριά, την Παναχαϊκή, τον Άρη, τον Ηρακλή, τη Δόξα Δράμας, έχω ακούσει μόνο λόγια ενθουσιασμού. Μπορεί να μη χώρεσαν κάποιες ομάδες όπως ο Πιερικός και η Καλαμαριά, αλλά δεν είχαμε αρχειακή εικόνα για να το υποστηρίξουμε. Η σειρά ένωσε, δεν χώρισε, κι αυτός ήταν ο στόχος της.

Τι να περιμένουμε στο μέλλον;

Στη σειρά «Μνήμες των γηπέδων» ο πρώτος κύκλος αναφερόταν κυρίως στη δεκαετία του ’80, οι επόμενες διευρύνονται και προς τις δεκαετίες ’50, ’60, ’70. Ό,τι δεν χώρεσε στα προηγούμενα, με σπάνια αρχεία και σπουδαίες ιστορίες.

Και κάτι ακόμα. Η κόντρα Ολυμπιακού-ΠΑΟΚ δεν ξεκίνησε με την ιστορία του Κούδα. Προϋπήρχε, όπως μου είπε και ο Σάββας Θεοδωρίδης. Τελευταίο ματς πρωταθλήματος το 1956 στο παλιό γήπεδο του ΠΑΟΚ στο Συντριβάνι, κάτι σαν τελικός. Ο ΠΑΟΚ έπαιρνε το πρωτάθλημα με νίκη, αλλά κέρδισε ο Ολυμπιακός 2-1 με γκολ στα τελευταία λεπτά. Έγιναν άγρια επεισόδια που δεν καταγράφηκαν. Τότε ξεκίνησε η βεντέτα και φούντωσε με τον Κούδα. Και όπως είπαν και οι Παντελής Μπουκάλας, Ανδρέας Μαζαράκης, οι οπαδοί τους μοιάζουν. Για το πάθος τους, αλλά και για τον όγκο τους. Ο Ολυμπιακός έχει τους περισσότερους στην Ελλάδα και ο ΠΑΟΚ στη Βόρεια Ελλάδα. Και οι εμφύλιοι είναι πάντα πιο άγριοι από τους κανονικούς πολέμους.