Το ποδόσφαιρο ξεπέρασε τον Μουρίνιο

Ο Αντώνης Φουντής γράφει στο ΦΩΣ για τη μέχρι τώρα θητεία του Ζοζέ Μουρίνιο στον πάγκο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

Το ποδόσφαιρο ξεπέρασε τον Μουρίνιο

Όταν ο σερ Αλεξ Φέργκιουσον αποχωρούσε από το «Ολντ Τράφορντ» μετά από 27 χρόνια δόξας, που έφεραν την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στο κλαμπ των μεγαλύτερων ποδοσφαιρικών δυνάμεων του πλανήτη, όλοι γνώριζαν ότι τα επόμενα χρόνια, δεν θα ήταν απλώς μια μεταβατική περίοδος αλλά χρόνια πολύ δύσκολα για το κλαμπ, για τα εκατομμύρια των φίλων του, για το brand name που είχε φτιάξει…

Ο «Φέργκι» αποχώρησε το 2013 και διάδοχος του ανέλαβε ο Ντέιβ Μόγιες. Μεγάλο το φορτίο, ακόμη μεγαλύτερη η κληρονομιά που άφηνε ο σερ Αλεξ. Ουσιαστικά το μόνο που κατάφερε ο Μόγιες τον ένα και σίγουρα αποτυχημένο χρόνο του στον πάγκο της Γιουνάιτεντ ήταν, να αποκλείσει τον Ολυμπιακό στην β’ φάση του Τσάμπιονς Λιγκ και να προκριθεί στον προημιτελικό, όχι γιατί η ομάδα του ήταν καλύτερη των «ερυθρολεύκων» αλλά γιατί οι Πειραιώτες επί της ουσίας… αυτοκτόνησαν! Είχαν νικήσει 2-0 στο «Καραϊσκάκη» κι έχασαν 3-0 στη ρεβάνς. Όμως, ο Μόγιες είχε και τα ελαφρυντικά του, αφού η διοίκηση των «κόκκινων διαβόλων» τον άφησε αβοήθητο και δεν του έκανε τις μεταγραφές που χρειαζόταν για να αντέξει το κλαμπ τους κραδασμούς από την αποχώρηση του Φέργκιουσον. Αποτέλεσμα ήταν να φύγει ο Μόγιες και να έλθει ο... συνταξιούχος Ολλανδός Λουίς Φαν Χάαλ, ο οποίος μπορεί να είχε βαρύ βιογραφικό, όμως τα χρόνια είχαν περάσει, είχε μείνει αρκετά πίσω και δεν είναι τυχαίο ότι τότε δεν είχε ομάδα…

Οι ισχνές αγελάδες συνεχίστηκαν και στα δύο χρόνια που ο Ολλανδός έμεινε στον πάγκο των «μπέμπηδων» το μόνο που… κατάφερε η Γιουνάιτεντ ήταν να κατακτήσει το Κύπελλο Αγγλίας αλλά λίγους κατάφερε να πείσει ότι όντως επιστρέφει δυναμικά. Ο Ολλανδός δημιούργησε πολλές αντιπάθειες, το ποδόσφαιρο της Μάντσεστερ μόνο ελκυστικό δεν ήταν κι έφθασε στο σημείο μάλιστα ο (ιδιαιτέρως αντιπαθής) παγερός και αγέλαστος Φαν Χάαλ, να δηλώσει λίγο πολύ ότι ο μεγαλύτερος στόχος του στο μέλλον ήταν να τελειώσει το συμβόλαιο του με την ομάδα για να επιστρέψει στα χωράφια του και να καλλιεργήσει… τουλίπες! Στο καλό…

Το καλοκαίρι του 2016 στον πάγκο της Γιουνάιτεντ κάθισε ο πολύς Ζοσέ Μουρίνιο. Πολλοί είπαν «θα φτιάξουμε επιτέλους ομάδα», έχοντας κυρίως στο μυαλό τους, τον Μουρίνιο της Πόρτο, της πρώτης χρονιάς στην Τσέλσι, τα χρόνια του στην Ιντερ. Πολλοί λίγοι φίλοι της Μάντσεστερ σκέφτονταν τον σημερινό Μουρίνιο. Ο Πορτογάλος έχει στα υπέρ του ότι συμμάζεψε το κλαμπ, δεν κάνει κάθε παίκτης ο,τι θέλει στο γήπεδο, η Μάντσεστερ παίζει ξανά ως ομάδα, όμως…

Αυτό που έπαιξε τα δύο χρόνια του Μουρίνιο, δεν ήταν ακριβώς αυτό που θα ήθελαν οι φίλοι της. Ένα ποδόσφαιρο ξεπερασμένο, αργό, αντιτουριστικό. Μια ομάδα αιχμάλωτη των εμμονών του προπονητή της, που επιμένει σε παλιές «συνταγές» που του έφεραν αποτελέσματα και τρόπαια. Όμως το ποδόσφαιρο προχώρησε αλλά ο Ζοσέ δεν ακολούθησε! Πολλά πράγματα άλλαξαν θεαματικά αλλά ο Πορτογάλος δεν το δέχεται και δεν το παραδέχεται. Σίγουρα δεν είναι κακός κόουτς. Αλίμονο. Όμως για την Γιουνάιτεντ που συνήθισε με τον Φέργκιουσον σε υψηλό επίπεδο, το να κατακτά Γιουρόπα Λιγκ ή Λιγκ Καπ, όπως ο Μουρίνιο, δεν είναι και το ιδανικό. Περισσότερο για παρηγοριά μοιάζει. Ούτε αρέσει στους φίλους της να τερματίζουν δεύτεροι (ειδικά μάλιστα όταν πρώτη είναι η συμπολίτισσα νεόπλουτη Σίτι.

Συμπληρώθηκαν ήδη πέντε σεζόν και η Μάντσεστερ δεν λέει να σηκώσει κεφάλι, έτσι όπως την θέλουν οι οπαδοί της. Ενα FA Cup, ένα Λιγκ Καπ κι ένα Γιουρόπα Λιγκ δεν τα λες και πλούσια συγκομιδή σε μια πενταετία. Κυρίως όμως, αυτό που ενοχλεί είναι ότι η Γιουνάιτεντ δεν παράγει ποδόσφαιρο επί Μουρίνιο. Το περίφημο «πούλμαν του Μουρίνιο» δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα κι έχει γίνει σλόγκαν στα χείλη των αντιπάλων της. . Μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού τα εντυπωσιακά παιχνίδια της ομάδας. Κι αυτό δείχνει ότι οι «μπέμπηδες» που είδαμε φέτος στην Πρέμιερ Λιγκ, μπορούσαν να παίξουν και γρήγορα και εντυπωσιακά. Όμως, αυτό δεν το θέλει ο Μουρίνιο. Δεν είναι στη φιλοσοφία του κάτι τέτοιο. Δεν είναι στο μυαλό του «να βγούμε να παίξουμε τη μπάλα μας». Παιχνίδια χωρίς ταχύτητα, παραγωγή φάσεων, δίχως ένταση, χωρίς πάθος. Όπως ακριβώς υποστηρίζει ο Μουρίνιο για τον Μαρσιάλ: «Καλός παίκτης αλλά δεν βάζει ένταση στο παιχνίδι του»! Όμως αποφεύγει να μιλήσει για το δικό του σκεπτικό κι τη δική του ξεπερασμένη φιλοσοφία: «παίζουμε για να κλέψουμε το ματς και όσο χρειάζεται για να πάρουμε το τρίποντο». Όμως αυτή η τακτική και πρακτική είναι για τη Χάντερσφιλντ, την Κουίν οφ Σάουθ, την Μπλάκπουλ, όταν παίζουν κόντρα στους μεγάλους…

Δυστυχώς μια ακόμη χρονιά πήγε στράφι. Μοναδικό πρόσημο ότι η Γιουνάιτεντ εξασφάλισε θέση στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ. Γιατί κατά τα άλλα, στο πρωτάθλημα έμεινε πολύ πίσω από την διεκδίκηση του τίτλου από νωρίς, στην Ευρώπη αποκλείστηκε μέσα το «Ολντ Τράφορντ» από την Σεβίλλη, το Κύπελλο το έχασε από την Τσέλσι. Τα μηνύματα στα social media πέφτουν βροχή για την απόλυση του Special One, όμως η διοίκηση για την ώρα τουλάχιστον δεν έχει τέτοιες σκέψεις. Ετσι κι αλλιώς ο Μουρίνιο έχει έναν ακόμη χρόνο συμβόλαιο και θα τον εξαντλήσει κόντρα σε όλους και όλα, καθώς για πρώτη φορά αμφισβητείται τόσο έντονα.

Το γεγονός ότι στα περισσότερα παιχνίδια η Γιουνάιτεντ έδειχνε μια απίστευτη νωθρότητα και ήταν εμφανές ότι ακόμη και με υποδεέστερους αντιπάλους, πρώτος στόχος ήταν να μη δεχθεί γκολ παρά να βάλει, έβαλε τον Ζοσέ στο στόχαστρο. Τον ρώτησαν πολλές φορές στις συνεντεύξεις Τύπου πριν ή μετά τα παιχνίδια οι Βρετανοί δημοσιογράφοι πως σχολιάζει τις σε βάρος του κατηγορίες και ποτέ ο Πορτογάλος δεν παραδέχθηκε ένα έστω λάθος του. Αντίθετα γκρίνιαζε με τη διοίκηση «που δεν μου δίνει λεφτά για μεταγραφές» κι έκανε συγκρίσεις με την Μάντσεστερ Σίτι που «έχει δώσει του Γκουαρδιόλα ένας δις ευρώ για να φτιάξει ομάδα»!

Ακόμη και με το θέμα του μπάτζετ όμως, ο Πορτογάλος βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Οι αριθμοί δείχνουν ότι από το 2016 που έπιασε δουλειά στη Γιουνάιτεντ και μέχρι σήμερα, έχει ξοδέψει περισσότερα από 350 εκατομμύρια ευρώ για μεταγραφές αλλά αυτό δεν φαίνεται στον αγωνιστικό χώρο. Γιατί δεν γίνεται να ξέχασαν τη μπάλα που ήξεραν ο Μάτιτς, ο Πογκμπά, ο Λουκάκου, ο Μάτα, ο Σάντσες. Όπως δεν γίνεται καλύτεροι παίκτες της ομάδας να είναι οι δύο «γέροντες», Βαλέντσια, Γιανγκ και ο «άγιος» Ντε Χέα…