Δεν πήγε πίσω, απλά πήρε φόρα
Η πορεία του Χρήστου Τζόλη τα τελευταία χρόνια αποτελεί παράδειγμα προς κάθε υποσχόμενο ποδοσφαιριστή που θέλει να πετύχει.
Στην ίσως σημαντικότερη μετακίνηση Έλληνα παίκτη στην ιστορία, ο Χρήστος Τζόλης έγινε με κάθε επισημότητα παίκτης της Άρσεναλ. Κι όχι απλά μιας Άρσεναλ όπως την είχαμε συνηθίσει τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά της Άρσεναλ που κατέκτησε το πρωτάθλημα Αγγλίας για πρώτη φορά μετά από 22 χρόνια και έφτασε «μια ανάσα» από την κατάκτηση και του Τσάμπιονς Λιγκ.
Ο Χρήστος Τζόλης θα συνεχίσει την καριέρα του σε μια από τις δύο κορυφαίες ομάδες του Νησιού αυτή τη στιγμή, εξαργυρώνοντας με τον καλύτερο τρόπο τη μυθική χρονιά που πραγματοποίησε πέρσι. Αλλά, πολύ περισσότερο, επιβραβεύεται για τη δουλειά, το μόχθο και τα ρίσκα που πήρε, ποντάροντας στον εαυτό του ότι μπορεί να πετύχει.
Το λάθος με τη Νόριτς
Κακά τα ψέματα, όταν ο ΠΑΟΚ παραχώρησε τον Τζόλη στη Νόριτς το καλοκαίρι του 2021, υπήρχαν αρκετοί που θεώρησαν ότι ήταν αρκετά νωρίς για τον Έλληνα μεσοεπιθετικό (δεν είχε κλείσει τα 20 του χρόνια) να δοκιμαστεί στο σκληρό περιβάλλον της Πρέμιερ Λιγκ. Η αλήθεια είναι ότι η επιλογή του να πάει στα «καναρίνια» ήταν λάθος από όλες τις απόψεις.
Μια ομάδα-ασανσέρ ανάμεσα στην Πρέμιερ και την Τσάμπιονσιπ, που κάθε αγώνας αποτελούσε έναν πρόωρο τελικό. Μια ομάδα που ενδιαφερόταν μόνο για το αποτέλεσμα και όχι για την εικόνα της. Πώς θα μπορούσε ο Χρήστος να αναπτυχθεί σε ένα τέτοιο περιβάλλον; Πώς θα μπορούσε να γίνει καλύτερος επιθετικός σε μια ομάδα που… δεν έκανε επίθεση;
Η «μαγκιά» με την Φορτούνα
Η αποχώρησή του από τη Νόριτς ήταν μονόδρομος, ειδικά από τη στιγμή που υποβιβάστηκε ξανά. Δόθηκε δανεικός στην Τβέντε, αλλά δεν έπιασε. Κι εκεί που φαινόταν ότι το «άστρο» του Τζόλη θα έσβηνε, όπως έχει συμβεί με τόσα και τόσα ταλέντα στην Ελλάδα, ο Χρήστος πήρε μια πραγματικά σπουδαία απόφαση.
Σκεπτόμενος καθαρά αγωνιστικά, αποφάσισε να «πέσει» επίπεδο και να αγωνιστεί στη δεύτερη κατηγορία της Γερμανίας με τη φανέλα της Φορτούνα Ντίσελντορφ, ως δανεικός από τη Νόριτς. Ένα αμιγώς ποδοσφαιρικό περιβάλλον, σε ένα πρωτάθλημα που έχει σαν πρωταρχικό στόχο να αναδεικνύει παίκτες και νέα ταλέντα, προκριμένου να κάνουν το βήμα παραπάνω. Κι εκεί, ο Τζόλης βρήκε επιτέλους τον πραγματικό του εαυτό. 24 γκολ σε 37 αναμετρήσεις, 22 σε 30 ματς πρωταθλήματος και πρώτος σκόρερ στην κατηγορία.
Το κάλεσμα της Μπριζ
Οι μυθικές επιδόσεις του κι η ανανεωμένη εικόνα που έβγαζε στον αγωνιστικό χώρο ώθησαν τη Φορτούνα να τον αγοράσει μόνιμα από τη Νόριτς. Ωστόσο, οι μνηστήρες είχαν ήδη προσέλθει, και ήθελαν τον Τζόλη. Τελικά, αυτή που πίεσε κι επέμεινε περισσότερο ήταν η Κλαμπ Μπριζ.
Με 6.5 εκατομμύρια ευρώ, έκανε δικό της τον 22χρονο μεσοεπιθετικό, σε μια ακόμη ολόσωστη επιλογή του ιδίου. Ξανά, αποφάσισε να μην ενδώσει στο δέλεαρ της Μπουντεσλίγκα, αλλά να πάει σε ένα πρωτάθλημα χαμηλότερης δυναμικής, σε μια ομάδα, όμως, που κάνει πρωταθλητισμό. Ενώ, παράλληλα, θα έπαιρνε την πρώτη του «γεύση» από Ευρώπη, μετά την αποχώρησή του από τον ΠΑΟΚ.
Το περιβάλλον του Βελγίου «αγκάλιασε» και βοήθησε σημαντικά τον Τζόλη, ο οποίος ανταπέδωσε. Στη μπριζ, ο Χρήστος αγωνίστηκε για πρώτη φορά στο Τσάμπιονς Λιγκ, ενώ κατέκτησε το Κύπελλο της χώρας. Αλλά, η δεύτερη σεζόν ήταν «για τα βιβλία». 22 γκολ και 29 ασίστ σε 50 αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις, κατέκτησε το πρωτάθλημα και το Σούπερ Καπ, ενώ αναδείχθηκε Παίκτης Της Χρονιάς στο Βέλγιο.
Η επιβράβευση
Από την πρώτη του σεζόν στο Βέλγιο, πολλοί ήταν οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί σύλλογοι που τον παρακολούθησαν. Μάλιστα, η Μίλαν ήταν η πρώτη που έκανε πρόταση στη Μπριζ, η οποία απορρίφθηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Ο Τζόλης έπρεπε να κρατήσει «χαμηλά το κεφάλι», ήξερε ότι τον βλέπουν οι «μεγάλοι». Αλλά θα απαντούσε την κατάλληλη στιγμή.
Όπως κι έγινε. Αφού έκανε τα πάντα στο Βέλγιο, συμφώνησε με την Άρσεναλ, ένα Τοπ-5 σύλλογο αυτή τη στιγμή στον πλανήτη. Ο Χρήστος Τζόλης, όταν είδε ότι η καριέρα του έπαιρνε την κατιούσα, πόνταρε στον εαυτό του. Άφησε στην άκρη τα «μεγαλεία» της Πρέμιερ Λιγκ, δούλεψε, πήρε τις κατάλληλες ευκαιρίες στα κατάλληλα μέρη και δικαιώθηκε.
Μια ιστορία που αξίζει να τη δει και να την διαβάσει κάθε ποδοσφαιριστής. Ρεαλιστική, μακροχρόνια, με τη μεγαλύτερη δυνατή επιβράβευση.