Koυρτ Χάμριν: Ελεύθερος σαν πουλί

Η παραμυθένια ιστορία του Κουρτ Χάμριν. Πώς ο «Little bird» σφράγισε μια ολόκληρη γενιά παιχταράδων παίρνοντας την μπάλα μαζί του στην αλάνα του Παραδείσου.

Koυρτ Χάμριν: Ελεύθερος σαν πουλί

Η Ιστορία συνήθως γράφεται εν αγνοία του πρωταγωνιστή. Θα περίμενε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, παραδείγματος χάριν, ότι θα μνημονεύονταν τα ανδραγαθήματά του και οι στρατιωτικές τακτικές του μέχρι τις μέρες μας; Προφανώς και όχι. Απλά ακολουθούσε τον σκοπό του και τα υψηλά ιδανικά του. Θα φανταζόταν ο Φράνσις Φορντ Κόπολα όταν δημιουργούσε τον «Νονό» και το «Αποκάλυψη τώρα» ότι θα έμενε ανεξίτηλη η σφραγίδα του στο σινεμά εις το διηνεκές ή ότι θα γινόταν… τραγούδι από τον Τζίμη Πανούση; Όχι βέβαια. Αυτό είναι, κατ’ αντιστοιχία, το πλεονέκτημα της δημιουργίας. Ιδέα, εκτέλεση και… γκολ! Και έπονται τα απόνερα κρίσεων ή επικρίσεων.

Έτσι ακριβώς τοποθετείται στη σημερινή ιστορία μας ο προσφάτως αποθανών Κουρτ Χάμριν, ο μέγιστος Σουηδός ντριμπλαδόρος με το παρατσούκλι «Little bird», ο τελευταίος επιζών του ιστορικού τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του ’58 στα γήπεδα της χώρας του, στο τουρνουά όπου έμελλε να συστηθεί και να εγκαθιδρύσει τη βασιλεία του ο Πελέ. Εκτός, λοιπόν, από την αδιαπραγμάτευτη αξία του, ο δεξιός εξτρέμ που συνέδεσε άρρηκτα το όνομά του με την Εθνική Σουηδίας και τη Φιορεντίνα θα έχει να λέει σε συμπαίκτες και αντιπάλους εκείνου του αξέχαστου τελικού τώρα που βρέθηκαν στον Παράδεισο ότι σφράγισε το φινάλε μιας ευλογημένης γενιάς, οδηγώντας τους στην αθανασία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: ΓΕΝΕΣΙΣ

Ο θαυματουργός ντριμπλέρ γεννήθηκε στις 19 Νοεμβρίου του 1934 στη Στοκχόλμη, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, και το γεγονός ότι η χώρα του παρέμεινε αμέτοχη στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τού επέτρεψε να ζήσει ανέμελα με μια μπάλα παραμάσχαλα. Άλλωστε, εκείνα τα χρόνια το ποδόσφαιρο ήταν ερασιτεχνικό και μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου το ’48, όπου η Σουηδία κατέκτησε τον μοναδικό τίτλο της μέχρι τις μέρες μας παίρνοντας το χρυσό μετάλλιο, άρχισαν οι διεθνείς της να δρέπουν τους καρπούς της δόξας, αγωνιζόμενοι στο εξωτερικό, με πρώτο και καλύτερο τον σπουδαιότερο Σουηδό παίκτη όλων των εποχών, τον Γκούναρ Νόρνταλ, ο οποίος έβαλε τις βάσεις της ομαδάρας της Μίλαν παρέα με τους συμπατριώτες του, Γκούναρ Γκρεν και Νιλς Λίντχολμ, το ιστορικά καλούμενο «Γκρε-Νο-Λι».

Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, μεγαλώνοντας, ήταν αναπόφευκτο για τον μικρό Κουρτ να επιδιώξει να γίνει τρανός ποδοσφαιριστής. Εντάχθηκε το 1949 στις ακαδημίες της ομάδας της πόλης του, της ΑΪΚ Στοκχόλμης, και τρία χρόνια αργότερα, στα 18 του, προβιβάστηκε στην πρώτη ομάδα, στην οποία ξεπετάχτηκε τόσο πολύ αγωνιστικά, ώστε ανάγκασε τη Γιουβέντους να του ανοίξει την πόρτα του Καμπιονάτο. Κι έτσι βρέθηκε στα χνάρια των ινδαλμάτων του, που είχαν ήδη προλάβει να χτίσουν τον σουηδικό μύθο στο κάλτσιο…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: BELLA ITALIA

Στο παλκοσένικο της Ιταλίας, όμως, τα πράγματα, αρχικά, δεν ήταν τόσο ρόδινα για τον εκκολαπτόμενο αστέρα. Παραδοσιακά, οι Ιταλοί διέθεταν λαμπερές πριμαντόνες, που μετέτρεψαν, συν τω χρόνω, σε κορυφαία Σκάλα το ιταλικό πρωτάθλημα. Εκεί, λοιπόν, ξεκίνησαν οι πρώτοι… κραδασμοί. Ύστερα από μόλις έναν, σχετικά «χλιαρό», χρόνο στη «γηραιά κυρία», δόθηκε δανεικός στην Πάντοβα, όπου… τίναξε τα αντίπαλα δίχτυα. Παρ’ όλα αυτά, οι «μπιανκονέρι» δεν… συγκινήθηκαν ιδιαίτερα, ψάχνοντας ομάδα να τον πουλήσουν. Την ευκαιρία διείδαν οι άνθρωποι της Φιορεντίνα, οι οποίοι έσπευσαν να τον ντύσουν στα μοβ. Ιστορικά, έμελλε να αποδειχθεί η μεγαλύτερη «κλοπή» των «βιόλα» εις βάρος των Τορινέζων, παρότι στην αέναη μάχη φτωχού – πλούσιου εννιά φορές στις δέκα κερδίζει ο ισχυρός. Κάτι που έγινε κατανοητό στη Φλωρεντία, με πικρό τρόπο, πολλές φορές μελλοντικά, με προεξάρχουσα την «αρπαγή» του Ρομπέρτο Μπάτζιο.

Όμως, αυτήν τη φορά, θα μιλήσουμε για τη νίκη του καλού απέναντι στο κακό! Στην όμορφη πόλη της Τοσκάνης, λοιπόν, βρήκε πεδίον δόξας λαμπρόν! Στα εννιά χρόνια παρουσίας του στη Φιορεντίνα έγραψε χρυσές σελίδες με τα χρώματά της, βάφοντας βιολετί δύο φορές τον ουρανό: τη μέρα που κατέκτησε το μοναδικό ευρωπαϊκό τρόπαιο της Ιστορίας της, το 1961, στους διπλούς τελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων κόντρα στη σκωτσέζικη Ρέιντζερς, και τη μέρα που φόρεσε για τελευταία φορά την ένδοξη φανέλα με τον κρίνο, αφήνοντας ιστορική παρακαταθήκη τα 203 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις, που τον κατατάσσουν στην πρώτη θέση των κορυφαίων σκόρερ του κλαμπ, αγκαζέ με τον έτερο λατρεμένο της κερκίδας του «Αρτέμιο Φράνκι», τον ξανθό πρίγκιπα Γκαμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα.

Επειδή, όμως, η ζωή κύκλους κάνει, το 1967 έκλεισε αγωνιστικά εκείνος της Φιορεντίνα και άνοιξε αυτός της Μίλαν. Ακολουθώντας τους συμπατριώτες του… εξερευνητές στο Μιλάνο, συνέχισε να πατάει στην κληρονομιά που του άφησαν και μέσα σε μια διετία οδήγησε τους «ροσονέρι» στους τίτλους, με πετράδι στο στέμμα τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το ’69 κόντρα στον Άγιαξ, με το χατ τρικ του Πράτι, συνεπικουρούμενος από Σνέλινγκερ, Τραπατόνι, Ριβέρα και τα άλλα παιδιά της εντυπωσιακής ιταλικής αρμάδας.

Η νέα προοπτική στην καριέρα του τον βρήκε… εκεί στον Νότο, στη φλογερή Νάπολη. Την πόλη που δεν ήξερε ακόμα τι κεραυνός θα τη… χτύπαγε μερικά χρόνια αργότερα με την έλευση του «Θεού» Ντιέγκο. Στα 35 του, λοιπόν, τσακισμένος από τραυματισμούς και με την ενέργειά του να έχει ξεθυμάνει, δεν κατόρθωσε να κάνει τη διαφορά και έτσι, μοιραία, αποχαιρέτησε τα ιταλικά γήπεδα, έχοντας αφήσει βαθύ αποτύπωμα και σε αυτά και στις αναμνήσεις των ποδοσφαιρόφιλων, για να κλείσει τη λαμπρή σταδιοδρομία του επαναπατριζόμενος για χάρη της άσημης IFK Στοκχόλμης το ’71.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: ΣΑΝ ΠΟΛΛΑ ΔΕΝ ΜΑΖΕΥΤΗΚΑΝ;

Οι ιστορικοί του ποδοσφαίρου έχουν κατατάξει το Μουντιάλ του ’58 στη Σουηδία ως ένα από τα σημαντικότερα και επιδραστικότερα στα χρονικά. Λίγο το… άστρο του 17χρονου Πελέ, λίγο η ομαδάρα της Βραζιλίας που με απαρχή εκείνη τη διοργάνωση σήκωσε τρεις κούπες σε δώδεκα χρόνια, λίγο ο σπουδαίος και οικοδεσπότης σουηδικός αντίπαλος, λίγο η θεωρία συνωμοσίας-πείραμα που «έσκασε» 44 χρόνια μετά, σαν αυτά τα λίγα να έγιναν πολλά, έτσι;

Ας τα βάλουμε σε μια σειρά! Κατ’ αρχάς, η Βραζιλία διψούσε για επιτυχίες. Άλλωστε, ήταν μια βαθιά πληγωμένη χώρα, της οποίας το γόητρο είχε τρωθεί βάναυσα με τον εντός έδρας χαμένο τελικό του ’50 από την Ουρουγουάη, το γνωστό «κάζο του Μαρακανά». Ήταν μια βασίλισσα χωρίς στέμμα και έψαχνε το… πρώτο! Λένε πως σημασία δεν έχει τι λέει κάποιος, αλλά ποιος το λέει. Και στην περίπτωση της «σελεσάο» οι ίδιοι οι αντίπαλοί της είχαν φροντίσει να υπενθυμίσουν ότι σχεδόν… φοβούνταν να την αντιμετωπίσουν. Προς επίρρωσιν των ανωτέρω, η μυθική ατάκα του Βορειοϊρλανδού χαφ και μέλους της καλύτερης ενδεκάδας του τουρνουά, Ντάνι Μπλαντσφλάουερ: «Ελπίζω να μην έρθουν ποτέ στην Αγγλία οι Βραζιλιάνοι. Ένας κάθε φορά ίσως, αλλά ποτέ όλοι μαζί!».

Από την άλλη πλευρά, στεκόταν υψηλό εμπόδιο η Σουηδία. Παρότι δεν λογιζόταν πρώτο φαβορί, είχε κατορθώσει με τις εμφανίσεις της την προηγούμενη δεκαετία να συγκαταλέγεται σε εξαιρετικά υπολογίσιμο αντίπαλο. Και, μάλιστα, σαν παιχνίδι της μοίρας, ο νεαρός τότε Χάμριν έπαιζε συμπαίκτης με δύο εκ των τριών «Μιλανέζων» οδηγητών, τους Γκρεν και Λίντχολμ, σε μία άτυπη τελετή παράδοσης-παραλαβής, καθώς το παλιό έφευγε και το νέο ερχόταν με φόρα.

Ο δρόμος για τον τελικό δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Κάθε άλλο… Θύμιζε πιο πολύ ναρκοπέδιο. Όμως, οι Βραζιλιάνοι ήταν πραγματικά ασυναγώνιστοι και φρόντισαν να εκπληρώσουν τις προσδοκίες των άλλων και το δικό τους πεπρωμένο, καθώς στο διάβα τους παρέσυραν κάθε… άτυχο, με χαρακτηριστική την πεντάρα στον ημιτελικό απέναντι στη Γαλλία του Φοντέν, ενώ φύλαγαν και μία ακόμη για τον επόμενο… Οι Σουηδοί, πάλι, υπερκέρασαν τις δυσκολίες και τρύπησαν το ταβάνι τους στον ημιτελικό κόντρα στη Δυτική Γερμανία, η οποία προερχόταν από το θαύμα της Βέρνης το ’54. Λογάριασε, όμως, χωρίς τον ξενοδόχο, τον δαντελένιο Κουρτ. Το «μικρό πουλί» σε μια μοναδική παράσταση πέταξε μαζί με τους συμπατριώτες του στον τελικό, σημειώνοντας μια γκολάρα-σφραγίδα του ταλέντου του και στέλνοντας τα «πάντσερ» σπίτι τους…

Η μέρα του μεγάλου τελικού είχε παιχτεί και ξαναπαιχτεί στο μυαλό κάθε Βραζιλιάνου ποδοσφαιριστή σαν λούπα: μπαίνουμε, ρίχνουμε πέντε, σηκώνουμε το χρυσάφι στον αέρα και… φεύγουμε για την αιωνιότητα! Και ξεκινάει ο αγώνας και στο τέταρτο λεπτό ο Σουηδός αρχηγός Λίντχολμ ανοίγει το σκορ! Κανείς δεν θα ήθελε να είναι… γιατρός στο επόμενο πεντάλεπτο μέχρι να ισοφαρίσει για τη «σελεσάο» ο Βαβά, αποκαθιστώντας την τάξη. Και μετά… καταιγίδα! Το όνειρο βγήκε αληθινό, η πεντάρα ακόμα σπαρταράει στα σουηδικά δίχτυα, ο Πελέ έγινε προφήτης της αλεγρίας, ο Γκαρίντσα σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες φήμες ακόμα… ντριμπλάρει και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς οι νεότεροι χειρότερα που δεν τα είδαμε σε πραγματικό χρόνο!

Ή μήπως τελικά δεν τα είδε κανείς; Το 2002 έσκασε σαν βόμβα ένα φιλμ στη σουηδική τηλεόραση, το οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ αμφισβητούσε ότι διεξήχθη το τουρνουά του ’58, αποδίδοντάς το σε ένα πείραμα της CIA τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου για τη χειραγώγηση των μαζών και φέρνοντας στο φως πολλά στοιχεία και ντοκουμέντα που το αποδείκνυαν! Μάλιστα, δημιουργήθηκε μια ομάδα φανατικών υποστηρικτών αυτής της θεωρίας που τα απέδιδε όλα σε συνωμοσία. Τελικά, ύστερα από ένα πολύ έντονο κύμα αντιδράσεων, φανερώθηκε η αλήθεια και δεν βγήκαν τρελοί όσοι το έζησαν ή το παρακολούθησαν! Ο σκηνοθέτης παραδέχτηκε ότι «έστησε» όλη αυτήν την… πλάκα, καθώς σκαρφίστηκε την ιδέα όταν έβλεπε με τους φίλους του ένα ντοκιμαντέρ για την ύπαρξη ή μη του Ολοκαυτώματος. Του φάνηκε αδιανόητο ότι υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν τέτοιες θεωρίες, ενώ τα γεγονότα ήταν τόσο ξεκάθαρα, και αποφάσισε να πειραματιστεί προσπαθώντας να ξεγελάσει όσους περισσότερους μπορούσε!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΕΧΕΙ Η ΑΓΓΛΙΑ… ΚΑΛΑΜΑΤΑ;

Όλα τα είχε, λοιπόν, το Μουντιάλ του ’58, το χιούμορ τού έλειπε! Κι έτσι, με μπόλικο αλατοπίπερο είναι η αλήθεια, πέρασε στη σφαίρα του μυθικού ένα τουρνουά έντονων συγκινήσεων που μόνο ο βασιλιάς των σπορ μπορεί να προσφέρει. Και, μάλιστα, βασιλιά παρόντος! Την αυλαία σε αυτό το θεατρικό αριστούργημα ήρθε να ρίξει λίγες ημέρες πριν η είδηση του θανάτου του Κουρτ Χάμριν, του «Little bird» του παγκοσμίου ποδοσφαίρου και τελευταίου των… Μοϊκανών του επικού τελικού, και σαν «ύστατο χαίρε» ακούγεται το «Free as a bird» των Beatles να συνοδεύει τον τρελό ντριμπλέρ στην τελευταία του κατοικία στην αγαπημένη του Τοσκάνη. Τελικά, έχει η Σουηδία… Φλωρεντία;