Από το «αντίο»… στην επιστροφή

Με αφορμή την επανεμφάνιση των Ρόμπεν και Σνάιντερ στους αγωνιστικούς χώρους, το «ΦΩΣ» παρουσιάζει πέντε αστέρες του αθλήματος που ανακάλεσαν την απόφασή τους να αποσυρθούν και ξαναφόρεσαν τα ποδοσφαιρικά παπούτσια τους

Από το «αντίο»… στην επιστροφή

Έτοιμος για επιστροφή στην αγωνιστική δράση είναι ο Γουέσλι Σνάιντερ. Τι κι αν ο Ολλανδός μεσοεπιθετικός μόλις πέρσι είχε ανακοινώσει την απόφασή του να αποχωρήσει από την ενεργό δράση και να κρεμάσει τα ποδοσφαιρικά παπούτσια του, όταν αγωνιζόταν ακόμα στο Κατάρ με τα χρώματα της Αλ Γκαράφα, πλέον ο 36χρονος μετρά τον χρόνο αντίστροφα για την επανεμφάνισή του στο χορτάρι. Ο πρώην αστέρας της Ρεάλ Μαδρίτης και της Ίντερ θα ξεκινήσει προπονήσεις στις 27 Ιουλίου με την ερασιτεχνική DHSC που εδρεύει στη γενέτειρά του, την Ουτρέχτη, στην Ολλανδία, με στόχο να ανακτήσει τη φυσική του κατάσταση. Παράλληλα, όμως, βρίσκεται σε συζητήσεις με την Ουτρέχτη ώστε να κάνει και την επανεμφάνισή του και στην Ερεντιβιζιέ.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται έναν μόλις μήνα μετά την απόφαση ακόμα ενός Ολλανδού αστέρα να πραγματοποιήσει την επιστροφή του στους αγωνιστικούς χώρους, παρότι και αυτός πέρσι ανακοίνωσε το «αντίο» του από τη δράση όταν αγωνιζόταν ακόμα στην Μπάγερν Μονάχου. Ο λόγος για τον Άριεν Ρόμπεν, ο οποίος μάλιστα ήδη ανακοινώθηκε από την Γκρόνινγκεν και έβαλε την υπογραφή του σε συμβόλαιο συνεργασίας με την αγαπημένη του ομάδα. «Νιώθω υπέροχα, καθώς είμαι ξανά στον σύλλογο όπου άρχισα, και αν επέστρεψα να παίξω ήταν από αγάπη για αυτήν την ομάδα. Η Γκρόνιγκεν μού έκανε πρόταση να επιστρέψω ως παράγοντας ή προπονητής της ομάδας Νέων, εγώ όμως πιστεύω ότι ο τομέας στον οποίο μπορώ ακόμα να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου είναι ο αγωνιστικός χώρος. Αισθάνομαι καλά και πιστεύω ότι έχω πάρει τη σωστή απόφαση. Αν είχα προτάσεις από άλλες ομάδες, δεν θα τις εξέταζα, αλλά η Γκρόνιγκεν είναι για μένα πάθος» είχε πει τότε ο 36χρονος εξτρέμ. Οι υποθέσεις των δύο Ολλανδών άσων δεν είναι μοναδικές, αφού κατά το παρελθόν ουκ ολίγα μεγάλα ονόματα του αθλήματος ανακάλεσαν την απόφασή τους να αποσυρθούν και τελικά ξαναφόρεσαν τα ποδοσφαιρικά παπούτσια τους.

Το «ΦΩΣ» ανοίγει το χρονοντούλαπο της ιστορίας και σας παρουσιάζει πέντε μεγάλα ονόματα ποδοσφαιριστών που δεν άντεξαν μακριά από το χορτάρι και έκαναν το μεγάλο comeback, ανοίγοντας έτσι ακόμα ένα κεφάλαιο στην καριέρα τους.

Γιόχαν Κρόιφ

Ο αείμνηστος Γιόχαν Κρόιφ έγραψε με χρυσά γράμματα το όνομά του στην ιστορία του ποδοσφαίρου και κέρδισε πανάξια μία θέση στους θρύλους του αθλήματος. Το 1978, έπειτα από μία υπέρλαμπρη πορεία με τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, ανακοίνωσε την απόφασή του να αποχωρήσει από τη δράση. Εκ του αποτελέσματος, όμως, δεν άργησε να επιστρέψει στο άθλημα που αγάπησε και αγαπήθηκε.

Οι λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτήν την απόφαση ήταν βασικά οικονομικοί, καθώς επένδυσε το μεγαλύτερο μέρος των αποταμιεύσεών του σε μία μεγάλη χοιροτροφική μονάδα στην Καταλονία που χρεοκόπησε. Έτσι, λοιπόν, το 1978 πέρασε τον Ατλαντικό και έβαλε την υπογραφή του σε συμβόλαιο συνεργασίας με τους Λος Άντζελες Άζτεκς.

«Ήταν λάθος να σταματήσω το ποδόσφαιρο σε ηλικία 31 ετών με το μοναδικό ταλέντο που είχα. Ξεκινώντας από το μηδέν στην Αμερική, πολλά μίλια μακριά από το παρελθόν μου, ήταν μία από τις καλύτερες αποφάσεις που πήρα. Εκεί έμαθα πώς να αναπτύξω τις φιλοδοξίες μου» είχε πει μεταξύ άλλων ο «ιπτάμενος Ολλανδός». Στην πρώτη του σεζόν αναδείχθηκε πολυτιμότερος παίκτης και την επόμενη χρονιά μετακόμισε στους Ουάσινγκτον Ντίπλοματς, ώσπου το 1981, ύστερα από ένα μικρό διάστημα στη Λεβάντε, επέστρεψε τελικά στην ομάδα της καρδιάς του, τον Άγιαξ, και έκλεισε τελικά οριστικά την ποδοσφαιρική του καριέρα το 1984 στη Φέγενορντ, για να ανοίξει εν συνεχεία ένα νέο κεφάλαιο στην καριέρα του, αυτό του προπονητή, όπου έμελλε να καταγράψει ανάλογες χρυσές επιτυχίες.

Σόκρατες

Στη λίστα των ποδοσφαιριστών δεν θα μπορούσαμε φυσικά να μην αναφερθούμε και στον μεγάλο Σόκρατες, ο οποίος μάλιστα είχε μία ξεχωριστή σχέση με τη χώρα μας και τον Ολυμπιακό. Ο θρύλος του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας κατάφερε να εκπληρώσει μία από τις μεγάλες επιθυμίες του προτού εγκαταλείψει τα εγκόσμια, καθώς είχε έρθει στην Ελλάδα το 2006 (σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη) και είχε τονίσει μεταξύ άλλων πως «την Ελλάδα τη γνωρίζω πριν γεννηθώ. Την αγάπη που έχω για την ελληνική Ιστορία μού την έμαθε ο πατέρας μου. Νιώθω σαν την πατρίδα μου τη Βραζιλία. Δεν γνωρίζω πολλά για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Με εντυπωσίασε η επιτυχία της εθνικής σας ομάδας στα τελικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος στην Πορτογαλία το 2004, όταν και κατάφερε κάτι πολύ σημαντικό για το ποδόσφαιρο. Να νικήσει όλα τα φαβορί και να κατακτήσει το τρόπαιο. Παραμένω εραστής της ελληνικής Ιστορίας. Ευχαριστώ όλους τους Έλληνες για την αγάπη και την τρυφερότητα που μου δείχνουν».

Μάλιστα, γράφτηκε και στα μητρώα του Ολυμπιακού, με αριθμό μητρώου 8, όπως ο αριθμός της φανέλας που φορούσε όταν έπαιζε, προβαίνοντας σε μία εντυπωσιακή δήλωση για τους «ερυθρόλευκους»: «Θα είμαι Ολυμπιακός μέχρι το τέλος της ζωής μου. Είναι ο δημοφιλέστερος σύλλογος στην Ελλάδα, που εκπροσωπεί και υπηρετεί γενικότερα τον αθλητισμό».

Για να επιστρέψουμε στο θέμα μας, όμως, ο Σόκρατες είχε αποφασίσει το 1989 να αποχωρήσει από την ενεργό δράση με τη φανέλα της Μποταφόγκο στη Βραζιλία. Έπειτα όμως από 15 χρόνια, αποφάσισε το 2004 να πραγματοποιήσει την επανεμφάνισή του στα γήπεδα. Αν και ήταν 50 ετών, αποδέχτηκε την πρόταση της ερασιτεχνικής Γκάρφορθ Τάουν και παρέμεινε για έναν μήνα στον σύλλογο του Γιορκσάιρ στην Αγγλία. Εκεί έπαιξε μόνο ένα ματς, στις 20 Νοεμβρίου, όταν μπήκε αλλαγή για τα τελευταία 12 λεπτά με αντίπαλο την Ταντκάστερ Άλμπιον, και έπειτα αποχώρησε οριστικά από το άθλημα.

Ρομάριο

Ο Ρομάριο υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους επιθετικούς στην ιστορία του ποδοσφαίρου, με σπουδαίες επιτυχίες και κατακτήσεις τίτλων, τόσο σε συλλογικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Ένας παίκτης μάλιστα που έφτασε ακόμα και τα 1.000 γκολ στην καριέρα του, τον Μάη του 2007 όταν αγωνιζόταν στη Βάσκο Ντα Γκάμα, αν και η ΦΙΦΑ αναγνώρισε τελικά μόνο τα 929, μια και τα 77 –όπως τόνιζε– ήταν είτε πριν ξεκινήσει την επαγγελματική του καριέρα ο Βραζιλιάνος είτε από φιλικά παιχνίδια.

Επί της ουσίας, τον Φλεβάρη του 2008 ο θρύλος του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας ανακοίνωσε την απόφασή του να βάλει τέλος στη λαμπρή του θητεία στο άθλημα. Παρ’ όλα αυτά, τον Αύγουστο του 2009 πήρε τη μεγάλη απόφαση να κάνει την επανεμφάνισή του στους αγωνιστικούς χώρους και συμφώνησε με την Αμέρικα του Ρίο. «Θα παίξω σε ένα ή δύο επίσημα ματς για να εκπληρώσω το όνειρο του πατέρα μου» είχε αποκαλύψει εκείνη την περίοδο ο Ρομάριο και στις 25 Νοεμβρίου του 2009 έκανε τελικά πράξη την επιστροφή του στο χορτάρι.

Μπήκε αλλαγή στο 68ο λεπτό της αναμέτρησης της ομάδας του με αντίπαλο την Αρτσούλ αντικαθιστώντας τον Αντριάνο και παρότι δεν κατάφερε να σκοράρει, εντούτοις βοήθησε την ομάδα του να φτάσει στη νίκη με 2-0. Η Αμέρικα με τον Ρομάριο στις τάξεις της κατέκτησε τελικά τον τίτλο στη δεύτερη κατηγορία του πρωταθλήματος Καριόκα στη Βραζιλία και έπειτα ο θρυλικός Ρομάριο έριξε τους τίτλους τέλους της υπέρλαμπρης καριέρας του.

Ροζέ Μιλά

O Ροζέ Μιλά υπήρξε ένας από τους πρώτους Αφρικανούς ποδοσφαιριστές που ήταν μεγάλοι αστέρες στη διεθνή σκηνή, ενώ είχε και συμμετοχή σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα με την εθνική ομάδα του Καμερούν. Το 1990, στην ηλικία των 38 ετών, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον πρόεδρο του Καμερούν, Πολ Μπίγια, που τον παρακαλούσε να άρει την απόφασή του να αποσυρθεί από τους διεθνείς αγώνες και να επανέλθει στην εθνική ομάδα.

Το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας είχε εξασφαλίσει τη συμμετοχή του στα τελικά του Μουντιάλ της Ιταλίας και ο ίδιος αποδέχτηκε τελικά την πρόταση και πήρε μέρος στον θεσμό που φιλοξένησε η γειτονική μας χώρα. Τα «αδάμαστα λιοντάρια» με τον Μιλά στις τάξεις τους όχι μόνο προκρίθηκαν από τη φάση των ομίλων, αλλά έφτασαν και έως τα προημιτελικά όπου αποκλείστηκαν από την Αγγλία με ένα πέναλτι του Λίνεκερ στο 105’ της παράτασης.

Για πρώτη φορά μία ομάδα από την Αφρική έφθανε τόσο μακριά στο κορυφαίο τουρνουά του πλανήτη, ενώ η Σενεγάλη επανέλαβε αυτό το κατόρθωμα το 2002 και η Γκάνα το 2010. Ο Μιλά, που σκόραρε τέσσερις φορές σε εκείνο το Μουντιάλ (του 1990), τελικά δεν σταμάτησε εκεί με την εθνική του ομάδα. Αντίθετα, έπαιξε και στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ τέσσερα χρόνια αργότερα (1994) κι έγινε τότε ο γηραιότερος ποδοσφαιριστής που εμφανίστηκε ποτέ σε Μουντιάλ. Ένα ρεκόρ που κατέρριψε το 2014 ο Κολομβιανός τερματοφύλακας Φαρίντ Μοντραγκόν και εν συνεχεία ο 45χρονος Εσάμ Ελ Χανταρί με την Εθνική Αιγύπτου στο Μουντιάλ της Ρωσίας το 2018.

Επιπρόσθετα, με το γκολ που πέτυχε ο Μιλά στο Μουντιάλ των ΗΠΑ κόντρα στη Ρωσία έγινε επίσης και ο γηραιότερος παίκτης που σκόραρε ποτέ σε τελική φάση ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου, ρεκόρ που κρατά μέχρι και σήμερα. Η τελευταία διεθνής συμμετοχή του καταγράφηκε τελικά τον Δεκέμβριο του 1994, σε ένα φιλικό κόντρα στη Νότιο Αφρική.

Πολ Σκόουλς

Ακόμα ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής που ανακάλεσε την απόφασή του να αποσυρθεί από την ενεργό δράση ήταν και ο θρύλος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Πολ Σκόουλς. Ένας από τους μεγαλύτερους και πιο επιτυχημένους Άγγλους μεσοεπιθετικούς, τον οποίο ο Τιερί Ανρί χαρακτήρισε ως τον καλύτερο παίκτη στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ και που ακόμα και ο τεράστιος Πελέ είπε γι’ αυτόν πως «αν έπαιζε μαζί μου, θα είχα πετύχει ακόμα περισσότερα γκολ».

Τον Μάη του 2011 ο Σκόουλς ανακοίνωσε την απόφασή του να αποχωρήσει και να ξεκινήσει καριέρα προπονητή στον σύλλογο του Μάντσεστερ και τον Αύγουστο του ιδίου έτους μάλιστα οι «κόκκινοι διάβολοι» τον τίμησαν με ένα φιλικό παιχνίδι για την προσφορά του στον σύλλογο. Όπως αποδείχτηκε, βέβαια, δεν άργησε και πολύ ο Άγγλος άσος να επιστρέψει στη δράση, αποδεχόμενος το κάλεσμα του προπονητή του, σερ Άλεξ Φέργκιουσον.

Τον Γενάρη του 2012 βρέθηκε και πάλι στην αποστολή της Γιουνάιτεντ και μπήκε αλλαγή στη νικηφόρα (3-2) αναμέτρηση των «κόκκινων διαβόλων» με αντίπαλο τη συμπολίτισσα Σίτι για το Κύπελλο Αγγλίας, ενώ στο επόμενο ματς, κόντρα στην Μπόλτον για το πρωτάθλημα, έπαιξε βασικός και μέτρησε ένα γκολ και μία ασίστ (στον Ρούνεϊ) στο 3-0 του «Ολντ Τράφορντ».

Τελικά, ο Σκόουλς αποχώρησε οριστικά από τη Γιουνάιτεντ τον Μάη του 2013, όταν ολοκλήρωσε και ο «Φέργκι» την υπέρλαμπρη προπονητική του καριέρα. Το οριστικό βέβαια «αντίο» του Σκόουλς ήρθε τελικά τον Αύγουστο του 2018, καθώς τότε επέστρεψε σε ηλικία 43 ετών και έπαιξε για ένα μόνο παιχνίδι στην ομάδα του γιου του, Ρόιτον Τάουν, με αντίπαλο τη Στόκπορτ Γκεόργκιανς, για το πρωτάθλημα του Μάντσεστερ.

Το «ΦΩΣ» στην πόρτα σας και στον υπολογιστή σας