Χειμωνάς: «Χαρίσαμε 3 πρωταθλήματα στον Παναθηναϊκό»

Μια συνέντευξη-ποταμός του συγγραφέα Θανάση Χειμωνά για τη ζωή του και τον Ολυμπιακό.

Χειμωνάς: «Χαρίσαμε 3 πρωταθλήματα στον Παναθηναϊκό»

Με όνομα βαρύ σαν Ιστορία, ο Θανάσης Χειμωνάς προτιμά τους αντιήρωες, είναι καβγατζής στο Facebook, μειλίχιος όμως στις διά ζώσης συνομιλίες και παθιασμένος όταν αναφέρεται στη μόνιμη σταθερά του, στη μεγάλη αγάπη του, τον Ολυμπιακό.

Πολυσχιδής προσωπικότητα, με εφόδιο τις σημαντικές σπουδές του, αλλά και την παρακαταθήκη τριών ιερών «τεράτων» της λογοτεχνίας, του Γιώργου Χειμωνά, της Λούλας Αναγνωστάκη και του Μανώλη Αναγνωστάκη, που είναι η οικογένειά του. Παρά την αίγλη του ονόματος, δεν διστάζει να προτάξει τον Ολυμπιακό ως προτεραιότητα σε μια συνέντευξη σαν κι αυτή, όπως και στην καθημερινότητά του.

Κατ’ αρχάς, Θανάση, πες μας πώς έγινες Ολυμπιακός…

Μέναμε στο Κολωνάκι και όλα τα παιδιά υποστήριζαν μια ομάδα. Ρώτησα λοιπόν τη μητέρα μου ποια ομάδα να ακολουθήσω και μου είπε «τον Παναθηναϊκό, γιατί μένουμε στην Αθήνα». Μεγάλωσα σε βαζελογειτονιά, στο Κολωνάκι, ζω σε βαζελογειτονιά, την Κυψέλη, αλλά έγινα Ολυμπιακός, με έναν αόρατο μαγικό τρόπο. Στη Δευτέρα Δημοτικού έγινε καβγάς ανάμεσα σε συμμαθητές μου, Ολυμπιακούς και ΑΕΚτζήδες, εγώ ήμουν εκτός και έπρεπε να διαλέξω. Ε, διάλεξα τον Ολυμπιακό και άλλαξε η ζωή μου. Τον ακολούθησα σε μεγάλες στιγμές του. Από τότε έγινε και η μητέρα μου Ολυμπιακός και στενοχωριόταν όταν έχανε, γιατί στενοχωριόμουν κι εγώ.

Η μητέρα σου παραπονιόταν ότι δεν διάβαζες και όλη μέρα κολλημένος στην τηλεόραση έβλεπες τον Ολυμπιακό. Είναι αλήθεια;

Πράγματι, δεν διάβαζα τα σχολικά βιβλία, αλλά ξεκοκάλιζα λογοτεχνικά βιβλία. Ο πατέρας μου ήταν Άρης ως Θεσσαλονικιός και συμμαθητής του Αλκέτα Παναγούλια. Ο θείος μου ο Μανώλης ήταν ΠΑΟΚ, αλλά όταν ήρθε στην Αθήνα έγινε Απόλλων. Τότε η διανόηση ήταν με τον Απόλλωνα. Με πήγε για πρώτη φορά σε γήπεδο το 1983 στη Ριζούπολη και είδαμε το Απόλλων-Παναχαϊκή 3-0. Θυμάμαι τον Δαβουρλή, τον Πίσα, τον Κούκλα, τον θρυλικό Πολωνό τερματοφύλακα. Ο πατέρας μου είχε δει ζωντανά ένα ματς, το φιλικό Ολυμπιακός-Μπριζ 2-3, γιατί με πήγε μαζί με έναν φίλο μου το 1986 στο Καραϊσκάκη. Εγώ πήγαινα και κρυφά στο γήπεδο. Σε ηλικία 15 χρόνων παρακολούθησα τον αγώνα ΑΕΚ-Ίντερ και μας έδειξε για κακή μας τύχη η κάμερα της τηλεόρασης

Καταλαβαίνω ότι όταν έχεις γονείς τον Γιώργο Χειμωνά και τη Λούλα Αναγνωστάκη, όταν έχεις θείο τον Μανώλη Αναγνωστάκη, είναι δύσκολο να ξεφύγεις από τα βιβλία. Πώς άρχισε όμως η σχέση σου με τη λογοτεχνία;

Όπως τα περισσότερα παιδιά της γενιάς μου ξεκίνησα από τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, τον Ιούλιο Βερν, και ξεκίνησα να γράφω ύστερα από μια ερωτική απογοήτευση. Έχασα μια γκόμενα και η Ελλάδα κέρδισε έναν συγγραφέα (γελάει). Σπούδασα στη Γαλλία, στο Παρίσι και το Στρασβούργο, Φιλολογία. Κι ύστερα στο Λονδίνο, δημοσιογραφία.

Αν σου ζητούσα να ξεχωρίσεις κάποιους από τον Ολυμπιακό όλα αυτά τα χρόνια που παρακολουθείς μπάλα… Ας ξεκινήσουμε ανάποδα, πες μου έναν προπονητή.

Τον Ντούσαν Μπάγεβιτς, «η κορυφαία προσωπικότητα». Σε αυτόν αφιέρωσα και το πρώτο μου βιβλίο. Διαφωνούσα με τη Θύρα 7 και διαφωνώ σε πολλά όπως και στο «μέχρι τέλους». Ο Ολυμπιακός το 1997 έπαιξε την καλύτερη μπάλα της ιστορίας του, κι αν ήταν λιγότερο άτυχος ο Ελευθερόπουλος, θα ήμασταν στους «τέσσερις» της Ευρώπης. Με τον Μπάγεβιτς έπαιξαν μεγάλη μπάλα ο Αλεξανδρής, ο Γεωργάτος, ο Καραταΐδης.

Και από ποδοσφαιριστές;

Τον Τάσο Μητρόπουλο. Τον συγχώρεσα ακόμη κι όταν πήγε στον Παναθηναϊκό. Θαύμαζα το πάθος του, την αλητεία του, ότι πωρωνόταν και ήταν κωλόπαιδο. Κακώς όμως είχαμε μόνο αυτήν την εντύπωση για τον Τάσο, γιατί αν δεις τώρα στιγμιότυπα εκείνης της εποχής, θα διαπιστώσεις ότι ήξερε και μπάλα. Πήγε στην ΑΕΚ και πήρε πρωτάθλημα. Και φυσικά εναντιώθηκα στους Ολυμπιακάρες που θύμωσαν μαζί του επειδή πήγε στο κανάλι του Σαββίδη. Λίγο αργότερα έφυγε γιατί έβριζαν τον Ολυμπιακό και αποστόμωσε τους επικριτές του. Έχω και αυτόγραφο από τον Μητρόπουλο. Ο κορυφαίος που ήρθε από το εξωτερικό ήταν ο Ντέταρι, αλλά σε λάθος εποχή. Μετά βέβαια διέπρεψαν με τα ερυθρόλευκα και οι Ριβάλντο, Τζιοβάνι.

Έχεις μια εμμονή με τους αντιήρωες ή μου φαίνεται;

Πάντα ήμουν με τους αντιήρωες και τους αδύναμους. Κόντρα στους πλούσιους συλλόγους. Μεγάλη χαρά όταν η Στεάουα πήρε το Πρωταθλητριών κόντρα στην Μπαρτσελόνα. Έγινα Μπάγερν όταν παρέπαιε και κυριαρχούσε το Αμβούργο και Ρεάλ όταν έχασε το Κυπελλούχων από την Αμπερντίν και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στα κάτω της, άτιτλη για 25 χρόνια. Και Ρόμα λόγω Φαλκάο. Όταν σπούδαζα στο Στρασβούργο, ακολουθούσα την τοπική ομάδα από τη Β’ Εθνική. Με Λεμπέφ, Κελέρ, Μοστοβόι . Απέκλεισε με 3-0, 0-2 τη Λίβερπουλ και αποκλείσθηκε 2-0, 0-3 από την Ίντερ. Στην Αγγλία είχα κάρτα Τύπου, αλλά δεν μπαίναμε σε ματς της Πρέμιερ Λιγκ. Την Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς έβλεπα στη Β’ Εθνική.

Ωραία, και αν σου ζητούσα έναν αγαπημένο παίκτη εκτός Ολυμπιακού;

Ο Καντονά! Είναι αυτός που μας έφερε στην κορυφή ύστερα από πολλά χρόνια. Τεράστια προσωπικότητα. Ο καλύτερος Γάλλος ποδοσφαιριστής, καλύτερος και από Πλατινί και Ζιντάν. Μεγάλη στιγμή όταν χτύπησε τον οπαδό που τον έβριζε από την εξέδρα. Με αυτήν τη φωτό απαντώ όταν με βρίζουν στο Facebook. Kαι με ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά. Βέβαια στην ταινία του Κεν Λόουτς δεν μου άρεσε παρότι το σενάριο ήταν ευρηματικό. Φυσικά αγαπημένοι οι δυο Ρονάλντο, ο Μαραντόνα και ο Ρουμενίγκε.

Και το μαύρο πρόβατο ο Μάρκο Μάριν;

Ναι, έπαιξε στην αγαπημένη μου Εθνική Γερμανίας, κι αυτό αρκεί. Κωλόπαιδο, αλλά πολλά καντάρια μπάλας. Μου το χάλασε στο ματς στο Βελιγράδι, που πήγε να… κόψει την μπάλα στον Τσιμίκα. Έγινα Γερμανία γιατί ήταν μισητή στο ελληνικό κοινό.

Τι έκανες όταν τελείωσες τις σπουδές και επέστρεψες στην Ελλάδα;

Βουτιά στην αθλητική δημοσιογραφία. Δούλεψα δυο χρόνια στα «Νέα». Μαζί με τον Γιώργο Νασμή κάναμε εξωτερικό ρεπορτάζ. Δεν μου άρεσε όμως γιατί δεν πήγαινα στο γήπεδο. Μετά δούλεψα σε περιοδικά, στο «Μαξ», στο «Esquire», στον «Ταχυδρόμο». Τότε έκανα τη μεγαλύτερη δημοσιογραφική επιτυχία μου, τη συνέντευξη με τον Τάκη Τσουκαλά. Έβγαινε στο Μάτζικ και ήταν προβεβλημένος, αλλά και ακριβοθώρητος. Κατάφερα όμως και του έκανα συνέντευξη σε ένα καφέ στο Κερατσίνι.

Βιοπορίστηκες λοιπόν με την αθλητική δημοσιογραφία.

Ως ένα σημείο, ναι. Τα περισσότερα λεφτά τα έβγαλα όμως όταν έγραφα ερωτήσεις στον «Εκατομμυριούχο» του Αθερίδη. Μου το πρότεινε ο Χωμενίδης και πέρασα καλά. Ερωτήσεις για το Τρίβιαλ και στο παιχνίδι «τοις μετρητοίς» που παρουσίαζε ο Παπαδόπουλος, στο «τετράγωνο των Αστέρων» με τον Μαρίνο, στο «Τaxigirl», στην «εκδίκηση της ξανθιάς». Mετά ήρθε η κρίση και τα έγραφαν μόνοι τους

Ξέρω ότι είσαι φανατικός αναγνώστης της εφημερίδας μας. Πότε ξεκίνησε αυτή η σχέση;

Ξεκίνησε το 1980 κι έκτοτε το αγόραζα ανελλιπώς. Μετά, όταν πήγα στη Γαλλία, το αγόραζε η μητέρα μου έπειτα από μεγάλες νίκες και διάβαζα τα φύλλα όταν ερχόμουν στην Ελλάδα. Και το 1997 στη Ρώμη, όπου ήμουν μέσα, μου το αγόρασε και το έχω κορνίζα. Μου αρέσει που ενοχλεί το «ΦΩΣ» και τώρα το αγοράζω ηλεκτρονικά. Έχω εξάμηνη συνδρομή, γιατί είναι πιο φτηνό και δεν πας στο περίπτερο. Το διαβάζεις με την ησυχία σου. Το καλοκαίρι όμως έχω ημερήσια συνδρομή γιατί με εξιτάρει να το κρατάω στα χέρια και να διαβάζω στην παραλία.

Παρεμπιπτόντως, γιατί φορούσε πάντα μαύρα γυαλιά η Λούλα Αναγνωστάκη;

Από στιλ και γιατί την ενοχλούσε το φως ακόμη και μέσα στο σπίτι. Την ενοχλούσε το φως, αλλά αγόραζε το «ΦΩΣ» για τον γιο της. Σε μια συνέντευξή της η μάνα μου είχε δηλώσει: «Είμαι Ολυμπιακός, παρακολουθώ πολύ την ομάδα και θυμώνω με όσους δεν είναι Ολυμπιακοί». Έγινε Ολυμπιακός γιατί με αγαπούσε και θα θυμάσαι πως στην «Κασέτα», στο γνωστό θεατρικό της έργο, αναφέρεται σε ήρωα που είναι φανατικός οπαδός του Ολυμπιακού.

Αναφέρθηκες στη Ρώμη, πες μου μια ανάμνηση από τον Ολυμπιακό και το μπάσκετ.

Πήγα το 1999 στο Μόναχο, όταν χάσαμε από τη Ζαλγκίρις. Πήγα και στα «πέτρινα χρόνια», στο μπαράζ με τον Σπόρτιγκ όπου κερδίσαμε 68-48 με Καμπούρη, Μανιάτη. Όποιος κέρδιζε πήγαινε στο Κόρατς.

Τον Ερασιτέχνη Ολυμπιακό τον ακολουθείς;

Πήγα σε έναν τελικό πόλο στη Βουλιαγμένη. Πήραμε όλοι μαζί το λεωφορείο και ο Αττίλιο μού έδωσε μια καραμέλα. Ήμουν μέσα στα δυο ευρωπαϊκά του βόλεϊ, και στα δυο με την Προύσα για το Τσάλεντζ Καπ γυναικών.

Είσαι όμως κι εσύ αθλητής…

Αθλητής του πινγκ πονγκ. Για τον Ολυμπιακό έκανα τη μεγαλύτερη θυσία, όταν ήταν να παίξω στο γαλλικό πρωτάθλημα, αλλά ήρθα το 1998 στην Ελλάδα για να δω το Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός 2-0. Ξεκίνησα από τον Πανελλήνιο, άλλαξα αρκετές ομάδες και τώρα είμαι στον Σπίνθαρο. Θέλω να ιδρύσω και τον Ολυμπιακό Κυψέλης

Λογοτεχνία, δημοσιογραφία, Ολυμπιακός, αλλά δεν έμεινες εκεί. Μίλησέ μου για την πολιτική σου δράση. Έφτασες να θέσεις υποψηφιότητα για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ!

Δεν μάζεψα τις απαραίτητες υπογραφές για να διεκδικήσω την προεδρία. Ήθελα να στείλω ένα μήνυμα ότι και οι νέοι μπορούν να προσφέρουν στην πολιτική. Ήμουν στο ΠΑΣΟΚ το διάστημα 2012-17, μετά την παντοκρατορία του. Η Φώφη έχει θετικά στοιχεία. Μετά πήγα στο «Ποτάμι». Ο Θεοδωράκης πλήρωσε την απειρία του. Αποφάσισε να ρισκάρει την εποχή που υπήρχε το δίπολο Νέα Δημοκρατία - ΣΥΡΙΖΑ

Γιατί πλακώνεσαι στο Facebook;

Τώρα είναι ήρεμα τα πράγματα γιατί σου ρίχνουν το προφίλ με το παραμικρό. Είναι όμως αλλόκοτη κατάσταση γιατί γράφεις κάτι κατά του ναζισμού, βλέπουν το ναζιστικό σύμβολο και σου κατεβάζουν την ανάρτηση. Άσε όταν βάζεις γυμνό από πίνακα ζωγραφικής. Δεν είμαι καβγατζής, δεν προκαλώ, αλλά όταν με προσβάλλουν, απαντώ στη γλώσσα τους και γίνεται viral. Κάποιοι όμως είναι κατευθυνόμενοι και γράφουν χοντρές βρισιές. Τρολ, ιδιαίτερα όταν ήμουν στο ΠΑΣΟΚ. Με έβριζαν όταν ήμουν σε κόμμα, όταν έφευγα δεν ασχολιόντουσαν μαζί μου. Μου αρέσουν η αθυροστομία και τα συνθήματα στα γήπεδα που είναι ευφάνταστα. Πιο χυδαία είναι αυτά που γράφουν στο Facebook από αυτά που λένε στις εξέδρες. Εκεί βρίζουν απρόσωπα, στο διαδίκτυο σου επιτίθενται προσωπικά και θίγουν συγγενικά σου πρόσωπα. Μου έλεγαν «Χειμωνά, αυτά που γράφεις είναι για τα γήπεδα». Τουναντίον, η κατάσταση εκεί είναι καλύτερη.

Τα έβαλες και με Τσιόδρα, Χαρδαλιά…

Δεν τα έβαλα μαζί τους, αλλά κατέκρινα τη θεοποίησή τους. Τους κάνουν Μεσσίες και μετά τους αποκαθηλώνουν, τους βρίζουν και ούτω καθεξής.

Ας μιλήσουμε για τέχνη, για σινεμά και για λογοτεχνία.

Αγαπώ τους Μόντι Πάιθον, ως βιβλίο θεωρώ κορυφαίο την «Αισθηματική Αγωγή» του Φλωμπέρ, αλλά από συγγραφείς ξεχωρίζω τον Στίβεν Κινγκ και τον Ντοστογιέφσκι.

Σου αρέσει ο φετινός Ολυμπιακός;

Φέτος ναι, πολύ μου αρέσει. Πέρσι όμως δεν μου άρεσε και δεν ξεχνώ ότι αποκλειστήκαμε στο Κύπελλο από τη Λαμία. Φέτος είναι διαφορετική η ομάδα με αυτοματισμούς και επιτέλους ύστερα από πολλά χρόνια έχουμε σέντερ φορ, τον Ελ Αραμπί. Κάνει μεγάλα πράγματα ο φετινός Ολυμπιακός, με σπουδαιότερο την πρόκριση επί της Άρσεναλ στο Λονδίνο. Έχω διαρκείας στη Θύρα 12 και στενοχωρήθηκα που δεν είδα το ματς με τη Γουλβς στο γήπεδο. Πιστεύω ότι θα προχωρήσουμε στο Γιουρόπα γιατί οι μεγάλες ομάδες το σνομπάρουν. Αν παίζαμε για παράδειγμα με την Άρσεναλ στο Τσάμπιονς Λιγκ, δεν είμαι σίγουρος ότι θα είχαμε το ίδιο αποτέλεσμα. Θέλουμε 3 ματς για να πάμε στον τελικό και το τραγικό είμαι ότι ενδέχεται να μην είμαστε στο γήπεδο, στην κορυφαία στιγμή του Θρύλου. Με τις μεγάλες ομάδες δεν φοβάμαι, το έχουμε αποδείξει ότι φέρνουμε καλά αποτελέσματα. Τις κατώτερες φοβάμαι, αφού αποκλειστήκαμε από κάποιες ουκρανικές και ρώσικες.

Η μεγαλύτερη απογοήτευση από τον Ολυμπιακό ποια ήταν;

Όταν με Μίτσελ αποκλειστήκαμε από τη χειρότερη Γιουνάιτεντ όλων των εποχών. Έστησε επιθετικά την ομάδα και το πλήρωσε.

Ξέρω επίσης ότι διαφώνησες με το «μέχρι τέλους» και θέλω να μου εξηγήσεις τους λόγους.

Διαφώνησα από την πρώτη στιγμή με το «μέχρι τέλους». Είναι ανεπίτρεπτο για τον Ολυμπιακό να παίζει στην Α2, να μην μπορούν να τον βλέπουν οι φίλαθλοί του, γιατί πας μόνο με πρόσκληση και έχεις αντίπαλο τον Χαρίλαο Τρικούπη. Έπρεπε να το κάνουμε στο non call, όταν ήμασταν από πάνω. Όχι όταν χάναμε 15 πόντους. Ή να το κάναμε στην αρχή της σεζόν και να είχαμε υπογράψει συμβόλαιο με την Αδριατική Λίγκα. Χαρίσαμε τρία πρωταθλήματα στον Παναθηναϊκό. Ένα το περσινό, ένα το φετινό και ένα το επόμενο, που θα μας το πάρουν με προπονητή τον Βόβορα. Η ιστορία θα γράψει ότι πήρε 3 πρωταθλήματα ο Παναθηναϊκός και δεν υπήρχε στην κατηγορία ο Ολυμπιακός. Ελάχιστοι θα θυμούνται γιατί έγινε ό,τι έγινε. Οι Αγγελόπουλοι πρόσφεραν πολλά στο κλαμπ, πήραν ευρωπαϊκά, ξόδεψαν πολλά λεφτά, αλλά έκαναν λάθος με το «μέχρι τέλους».

Αγαπημένος σου στα σχόλια στο Facebook o Δημήτρης Γιαννακόπουλος. Γιατί όχι ο Γιώργος Σαββίδης;

O Τράκης έχει πολλή πλάκα. Πρόσφατα έβαλα το πρωτοσέλιδο που του έριξε μπουνιά ο Ράτζα. Με τον άλλον δεν αξίζει να ασχοληθείς.

Ετοιμάζεις κάποιο βιβλίο;

Ναι, με πρωταγωνιστή έναν τύπο που ερωτεύεται μια γυναίκα και προσπαθεί να την κερδίσει από τον τέλειο άνδρα. Δεν είναι χαμένος κόπος η προσπάθειά του. Θα το διαπιστώσει ο αναγνώστης.

Ο Θανάσης Χειμωνάς γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με δύο διηγήματα στην εφημερίδα «Τα Νέα» -το πρώτο κυκλοφορεί στη συλλογή διηγημάτων «Έρωτας σε πρώτο πρόσωπο» (Κέδρος). Είναι πτυχιούχος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, σπούδασε Κινηματογράφο στο ίδιο Πανεπιστήμιο και Δημοσιογραφία στο Λονδίνο. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ραμόν» κυκλοφόρησε το 1998, το δεύτερο «Σπασμένα ελληνικά» το 2001 και ακολούθησαν: «Ανεξιχνίαστη ψυχή» 2003, «Η μπλε ώρα» 2005, «Ραγδαία επιδείνωση» 2007, «Δεν την αγαπάω πια» 2010. Τον Μάιο του 2002 το «Ραμόν» εκδόθηκε στη Γαλλία από τις εκδόσεις Alter Edit και τον Μάρτιο του 2003 ακολούθησαν τα «Σπασμένα ελληνικά».

Το «ΦΩΣ» στην πόρτα σας και στον υπολογιστή σας