«Η εφεύρεση του Μορέλ» σημείο αναφοράς

Το βιβλίο του Αλφόνσο Μπιόυ Κασάρες κάτι μας λέει...

«Η εφεύρεση του Μορέλ» σημείο αναφοράς

Η μυθοπλασία διαπνέεται από την θεμελιώδη ενοχή ότι εξαπατά τον αναγνώστη. Αλλά είναι μια απάτη που συντελείται κοινή συναινέσει. Είναι δε πολύ σημαντικό να καταλάβουμε πως η πλοκή εξυπηρετεί σε κάτι - αν μη τι άλλο αίρει την αμηχανία που δημιουργείται στον αναγνώστη όταν δεν συμβαίνει τίποτα μέσα σ' ένα βιβλίο.

Αν αναζητούμε ένα ασφαλή παραλληλισμό στο πειραματικό αφήγημα του Μπιόυ Αδόλφο Κασάρες, θα λέγαμε πως πρόκειται για την επιτομή του Ισπανόφωνου «Οδυσσέα», για παραλλαγή του «Ροβινσώνα Κρούσου» αλλά και για ένα δίδυμο αδερφάκι του «1984».

Ο ίδιος ο Κασάρες δεν είχε, καθώς φαίνεται, αποφασίσει, τι ακριβώς ήθελε να γράψει. Έτσι αυτό που στη σελίδα 16 μοιάζει με οικολογικό μανιφέστο εξελίσσεται στη συνέχεια σε φιλοσοφική πραγματεία (Πιστεύω πως χάνουμε την αθανασία γιατί δεν έχει εξελιχθεί η αντίστασή μας στο θάνατο... ή πόσο πιο εξελιγμένοι ήταν αυτοί που ανακάλυψαν τη φωτιά...)

Κατόπιν ο συγγραφέας κλείνει το μάτι του στην λογοτεχνική παράδοση δίνοντας στη σελίδα 39 διαστάσεις Κάρμεν στην ηρωίδα του και κάνοντας το λογοπαίγνιο με τη Faustine, που στα ελληνικά δυστυχώς δεν διαβάζεται /προφέρεται παρά Φοστίν ενώ παραπέμπει στο Φάουστ. Σαν να μην έφτανε αυτό λίγο παρακάτω κάνει μια ευθεία αναφορά στην τέχνη του θεάτρου.

Ο αφηγητής είναι Καφκικός ήρωας, κυνηγημένος από μια αρχετυπική ενοχή και αν ψάχνουμε για μεταμόρφωση αυτή εμφανίζεται ως λογοτεχνική ιδιότητα.

Από τη μακρινή επικράτεια του 1940 το μέλλον συγκλονίζει ιδωμένο ως εικονική πραγματικότητα. Ο Κασάρες συνέλαβε τη ζωή του ανθρώπου μερικές δεκαετίες αργότερα ως ένα δράμα μπροστά σε μια οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς ίχνος πραγματικής ζωής. Στο μεταξύ ο αφηγητής του βρίσκεται φυλακισμένος και μοιάζει με θεατή κινηματογραφικής ταινίας ενώ πάνω από όλα κυριαρχεί η αρχαία δοξασία ότι ο άνθρωπος που φωτογραφίζεται πεθαίνει.

Όσο άναρχο και ανοικονόμητο κι αν φαντάζει το εγχείρημα του Κασάρες, παραμένει σημείο αναφοράς σε μια εποχή που η λογοτεχνία αναζητούσε τον ορίζοντα του αύριο, για να ξαναβρεί την αποστολή της σε αυτό τον κόσμο. Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα με την αυστηρή έννοια του όρου και μοιάζει περισσότερο με μια ελεύθερη απόδοση της πραγματικότητας χωρίς τον χρυσό κανόνα «αρχή, μέση και τέλος».

Πρέπει να θυμόμαστε, διαβάζοντάς το, στην εξαιρετική, όπως πάντα, μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη πως στο ταμείο της παγκόσμιας πεζογραφίας συνεισέφεραν συνήθως βιβλία που δεν μπορούμε να κατατάξουμε ούτε φυσικά να δαμάσουμε με την απαιτητική λογική μας.