Μάνος Κοντολέων: Ένας φυσικός με... 80 βιβλία

 Aν σας έλεγαν ότι ένας πτυχιούχος του Φυσικού έγραψε πάνω από 80 βιβλία και τα περισσότερα παιδικά, θα κοιτούσατε με απορία και θα θέλατε να μάθετε την ιστορία του.

 Μάνος Κοντολέων: Ένας φυσικός με... 80 βιβλία

Συνέντευξη στον Στέφανο Λεμονίδη

Μια ιστορία που έχει ρίζες στη Σμύρνη, την πρώην κοσμοπολίτισσα πόλη της Μικράς Ασίας, κάρπισε και άνθισε στην Αθήνα και φτάνει μέχρι τον όμορφο Άγιο Λαυρέντιο του Πηλίου. Ογδόντα και πάνω, λοιπόν, βιβλία, κάθε είδους - μυθιστορήματα, διηγήματα, παραμύθια, θεατρικά. Άλλα από αυτά βιωματικά, με «πειραματόζωα» την ίδια του την οικογένεια, άλλα καθαρώς προϊόντα μυθοπλασίας, πολλά με όχημα τη φαντασία, αλλά που στηρίζονται σε ιστορικά πρόσωπα, ιδιαίτερα της αρχαίας Ελλάδας, μα και σε σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.

Σας μπερδέψαμε; Θα μας ξεμπερδέψει ο ίδιος ο Μάνος Κοντολέων, που θα βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, θα πιάσει τον μίτο της Αριάδνης για να μας οδηγήσει στο μέλλον.

Οι γονείς μου ήταν από τη Σμύρνη, απ’ όπου έφυγαν με τη Μικρασιατική Καταστροφή μικρά παιδιά, γνωρίστηκαν στην Αθήνα και έκαναν οικογένεια στην Ανάληψη, μια γειτονιά μεταξύ Καισαριανής και Βύρωνα.

Είχαν σχέση με τα γράμματα;

Ο πατέρας μου πήρε πτυχίο Παντείου, η μητέρα μου τελείωσε το Γυμνάσιο και ήταν αμφότεροι δημόσιοι υπάλληλοι. Ο Δημήτρης και η Άννα, για τους φίλους ο Μήτσος και η Νίτσα. Αγαπούσαν όμως τα βιβλία και έχω κρατήσει τα περισσότερα παιδικά που μου δώρισαν με αφιέρωση. Είχαμε και ιεροτελεστία, όταν βλέπαμε στον κινηματογράφο ιστορικές ταινίες, όπως ο «Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος». Γυρίζαμε στο σπίτι, ανοίγαμε τις εγκυκλοπαίδειες και ψάχναμε ό,τι σχετικό υπήρχε για τον ήρωα και τους συμπρωταγωνιστές του. Το καλοκαίρι όλοι είχαμε ένα βιβλίο και συνήθως όταν το τελείωναν οι μεγάλοι περνούσε στα δικά μου χέρια. Το αγαπημένο της εφηβείας μου ήταν η «Ντεζιρέ» της Άννα-Μαρία Σελίνκο.

Η καταγωγή από τη Σμύρνη έπαιξε ρόλο στη ζωή σας;

Βέβαια. Οι Σμυρνιοί φημίζονταν για τη φιλομάθειά τους, είχαν έφεση στην κουλτούρα και στη μόρφωση. Αυτά τα θεωρούσαν δεδομένα. Και το όνειρο κάθε πρόσφυγα και του πατέρα μου ήταν φυσικά ένα πτυχίο. Δεν πήρε της Νομικής που ήταν ο πόθος του, πήρε της Παντείου.

Επέστρεψαν ποτέ στη Σμύρνη;

Όχι, γιατί η δική τους Σμύρνη δεν υπήρχε μετά την καταστροφή. Η κοσμοπολίτισσα Σμύρνη αφανίστηκε, η γειτονιά τους κάηκε. Τι να πάνε να κάνουν σε μια άγνωστη πόλη; Κουβάλησαν όμως από την πόλη τους την κοσμοθεωρία της, τον αστικό τρόπο ζωής, ενώ ο πατέρας μου είχε πάρει και τις βάσεις από την Ευαγγελική Σχολή όπου σπούδασε.

Η Σμύρνη, όμως, δεν ήταν η μόνη τραυματική εμπειρία της οικογένειας Κοντολέων. Μια άλλη φωτιά αλλά σε ελληνικό έδαφος ήταν τραγική…

Πρώτος σταθμός του πατέρα μου ήταν η Λήμνος, όπου νυμφεύθηκε μια Λημνιά, που κάηκε μαζί με το παιδί τους σε κινηματογράφο. Το 1939 έφυγαν από τη ζωή 70 άτομα. Η τραγωδία στο μεγαλείο της. Έμεινε στην Ιστορία εκείνη η πυρκαγιά. Από τη Λήμνο ο πατέρας μου έφυγε και αργότερα γνωρίστηκε με τη μητέρα μου, παντρεύτηκαν… Γεννήθηκα εγώ. Το μοναχοπαίδι τους.

Κάνουμε ένα άλμα και περνάμε στην εισαγωγή του ήρωά μας στο Φυσικό Τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής, με το πρώτο έτος στη Θεσσαλονίκη και τη συνέχεια στην Αθήνα. Πόσο αφύσικο ακούγεται για έναν πτυχιούχο Φυσικής να είναι συγγραφέας 80 βιβλίων...

Δεν μπορούσα να πάω στη Φιλοσοφική ή σε Φιλολογική Σχολή για δύο λόγους. Πρώτον, δεν μου άρεσε καθόλου το συντακτικό και, δεύτερον, ήμουν και είμαι ανορθόγραφος. Στην Αρχιτεκτονική ήθελα να πάω, αλλά βρέθηκα στο Φυσικό και επηρέασαν τη ζωή μου οι νόμοι της Φυσικής. Η θετική προδιάθεσή μου επηρέασε τον τρόπο που κατασκεύασα στη συνέχεια τα βιβλία μου. Ευτυχώς που δεν πέρασα στην Αρχιτεκτονική, γιατί ίσως γινόταν μια διαμάχη με το καλλιτεχνικό του πράγματος και έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στα εικαστικά και στη λογοτεχνία.

Μπροστά από την εποχή του, ασχολήθηκε από το 1970 με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, γεγονός που τον βοήθησε στη ζωή και στην καριέρα του.

Παρακολούθησα προγράμματα της ΙΒΜ και αυτό με βοήθησε αργότερα στην Ολυμπιακή Αεροπορία όπου εργάστηκα. Κράτησα από τη Φυσική βασικούς της νόμους, που επηρεάζουν και τις ανθρώπινες σχέσεις. Π.χ. «δράση-αντίδραση», «αν μου φερθείς καλά, θα σου φερθώ καλά», «αν με βρίσεις, θα σε βρίσω».

Το πρώτο συγγραφικό σκίρτημα;

Τέλος του Δημοτικού δημοσιεύτηκαν κείμενά μου στη «Διάπλαση των Παίδων». Ο πατέρας και η μητέρα μου με προέτρεπαν να γράφω, έπαιρναν τα πονήματά μου και τα δακτυλογραφούσαν κι όταν έρχονταν οι φίλοι τους με άφηναν να τα διαβάζω. Με ενθαρρύνανε. Καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η κλίση που είχε η μητέρα μου στην αφήγηση. Μου αφηγούταν με καταπληκτικό τρόπο την καθημερινότητα στην Ελλάδα και στον διεθνή χώρο με ζωντανό τρόπο. Αυτό ανέπτυξε τη φαντασία μου.

Πρώτη έκδοση;

Κυκλοφόρησαν δύο τόμοι το 1969. Ο ένας με τίτλο «Διήγημα 69», όπου υπήρχαν διηγήματα δέκα ταλαντούχων νέων από τις εκδόσεις «Κάλβος», μεταξύ των οποίων και ένα δικό μου. Την ίδια χρονιά ένας Πειραιώτικος Σύνδεσμος κυκλοφόρησε μια ανθολογία με διηγήματα και ποιήματα και συμπεριέλαβε και δικά μου έργα.

Παύση δέκα χρόνων και νέο «χτύπημα» το 1979…

Είχα την τύχη να μετακομίσουμε σε μια πολυκατοικία στον Άγιο Λουκά στα Πατήσια. Και στον πάνω όροφο έμενε η Γαλάτεια Γρηγοριάδου Σουρέλη και με μύησε στην παιδική λογοτεχνία. Ως τότε διάβαζα τους κλασικούς, Δουμά, Ντίκενς, και χάρη σε αυτήν πέρασα και στους σύγχρονους. Ταυτόχρονα, άκουγα το Θέατρο της Δευτέρας και έγραφα κριτικές.

Πού;

Στο ημερολόγιό μου. Είχα διαβάσει πολύ Πλωρίτη και δειλά δειλά άρχισα να κάνω τα πρώτα βήματα. Εν τω μεταξύ, παντρεύτηκα και πήγα στον στρατό. Όταν απολύθηκα, ξεκίνησα να εργάζομαι στην Ολυμπιακή, ενώ η γυναίκα μου ήταν καθηγήτρια αγγλικών. Μεγαλώναμε μόνοι την κόρη μας, το πρώτο μας παιδί. Εκείνη τα πρωινά, εγώ τα απογεύματα. Τα απογεύματα λοιπόν ετοίμαζα το γάλα του παιδιού, το άλλαζα, το κοίμιζα και άρχισα να ψάχνω τρόπους για να συνδυάζω όλα αυτά με το όνειρό μου να γίνω συγγραφέας. Σχεδόν με λογική συνέπεια στράφηκα στην παιδική λογοτεχνία που θα ένωνε το όνειρό μου με το παιδί μου. Το 1974 λοιπόν ασχολήθηκα με την επικαιρότητα της εποχής και έγραψα για το Πολυτεχνείο, την Κύπρο, τη διεκδίκηση της ελευθερίας. Έγραψα το «Φωκίων το ελάφι» και μετά το «Κάποτε στην Ποντικούπολη», όπου αναφέρθηκα στην έννοια της απεργίας, πώς οργανώνεται και πώς εφαρμόζεται. Κυκλοφόρησαν τα βιβλία από τον Καστανιώτη. Παράλληλα, το 1979 έγραψα για την «Εστία» παραμύθια με θέματα το περιβάλλον και είχα στενή συνεργασία με το περιοδικό «Ρόδι». Το 1980, όταν γεννήθηκε ο γιος μας, πέθανε ο πατέρας μου και στην «Αφήγηση» -στο πρώτο μου βιβλίο για ενήλικες- συνδύασα το χθες με το αύριο, με θέμα την ιστορία του πατέρα μου. Καθαρά βιωματικό βιβλίο. Από εκεί και πέρα συνέχισα πλέον να γράφω και για παιδιά και για μεγάλους.

Η συνέχεια;

Ακολούθησα τα παιδιά μου στην εφηβεία τους και χρησιμοποιούσα την οικογένειά μου ως πειραματόζωο. Δεν χώρισα με τη γυναίκα μου, αλλά έγραψα το «33» και το «Οι δυο και άλλοι δύο», όπου αναφερόμουν σε έναν χωρισμένο άνδρα που μεγαλώνει μόνος του ένα κορίτσι. Και για το AIDS, που δεν ήταν βιωματικό, γιατί είχα σταθερή σχέση, αλλά έγραψα το «Γεύση Πικραμύγδαλο», τον έρωτα που κρύβει δηλητήριο. Ακόμα με τη «Μάσκα στο φεγγάρι» ένωσα εφηβεία και θέατρο. Και συνέχιζα να γράφω… Από τα έργα μου του νέου αιώνα στέκομαι στα εφηβικά «Ανίσχυρος άγγελος», που αφορούσε τον θάνατο του νεαρού Γρηγορόπουλου, και το «Δεν με λένε Ρεγγίνα» για την εκμετάλλευση των νεαρών προσφύγων με το σεξ.

Κρατικό Βραβείο για τη «Μάσκα στο Φεγγάρι» και τα «Πολύτιμα Δώρα».

Σε αυτά τα βιβλία δεν έχω αποδέκτες μόνο τα παιδιά και τους έφηβους. Είμαι της άποψης ότι ένα λογοτεχνικό έργο δεν πρέπει να γράφεται με μόνο στόχο ένα συγκεκριμένο ηλικιακά κοινό. Το λογοτεχνικό έργο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επικοινωνεί με κάθε ηλικίας και διάθεσης αναγνώστη. Ο «Μικρός Πρίγκιπας» για παράδειγμα έχει αποδέκτες τη βιολογική ηλικία των παιδιών, όχι την πνευματική. Μπορεί να το διαβάσει οποιοσδήποτε. Δεν είναι σαν τα παπούτσια, που έχουν νούμερα, 32, 35 και προσαρμόζονται σε ανάλογα πόδια.

Κι εγώ διάβασα τον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα» του Όσκαρ Ουάιλντ σε ηλικία 50 χρόνων και ενθουσιάστηκα.

Ακριβώς, αυτό εννοώ, τα λογοτεχνικά βιβλία δεν πρέπει να είναι προκατασκευασμένα για κάποιες ηλικίες.

Άρα φτάσατε να βιοπορίζεστε και από τα βιβλία.

Ήταν συνβιοπορισμός, μαζί με την Ολυμπιακή όπου εργαζόμουν. Είχα δύο βασικές πηγές εσόδων τη δεκαετία του ‘90 και του ’00.

Πώς συνδυάστηκε και ο ρόλος του κριτικού;

Έκανα κριτική βιβλίου παράλληλα με τη συγγραφή των δικών μου έργων.

Εδώ έχουμε μια ένσταση. Γιατί να εμπιστευτούμε έναν κριτικό λογοτεχνίας και όχι έναν φίλο που διάβασε ένα βιβλίο;

Μα αυτό κάνω. Δεν λέω αν είναι καλό ή κακό ένα βιβλίο. Προσπαθώ να το φωτίσω, λειτουργώ ως ενδιάμεσος ανάμεσα στο κείμενο και στον αναγνώστη. Μεταφέρω τον προβληματισμό που θα γεννούσε μια κουβέντα με έναν φίλο για ένα βιβλίο. Σε μια συνέντευξή μου στο bookpress, o Kώστας Κατσουλάρης μού είπε ότι η κριτική μου διακρίνεται για την απλότητά της, χωρίς να είναι απλοϊκή. Κι αυτό μου αρέσει.

Μια συνταγή για ένα καλό βιβλίο;

Τα επίπεδα βιβλία κουράζουν, πρέπει να υπάρχουν σιωπές. Κενά κατά κάποιον τρόπο που θα τα γεμίζει ο κάθε αναγνώστης τους.

Ελλειπτική γραφή;

Όχι ακριβώς. Θα την έλεγα ανοιχτή σε ποικίλες ερμηνείες. Ναι, για να προσθέσει και ο αναγνώστης τη δική του φωνή και να ενωθεί με του δημιουργού. Δύο άνθρωποι μπορούν να διαβάσουν το ίδιο βιβλίο και να το δουν διαφορετικά. Αυτό είναι δύσκολο στο παιδικό βιβλίο, γιατί τα παιδιά ρωτούν συχνά «Γιατί έγινε αυτό;». Κι εγώ απαντώ «Ψάξ’ το, δεν θα σου το πω, αλλά θα σου δώσω αυτό που στοιχειοθετεί την απάντηση».

Τελευταίες απόπειρες;

Εμπνέομαι από σημαντικά πρόσωπα της αρχαιότητας, όπως η Κασσάνδρα, η Κλυταιμνήστρα, η Μήδεια. Ξαναγράφω την ιστορία τους με σύγχρονη ματιά. Λίγα χρόνια πιο πριν κάτι παρόμοιο είχα κάνει και για τον Γαργαντούα, τον Δον Κιχώτη, τον Τριστάνο και την Ιζόλδη. Θεωρώ πως αυτά τα έργα παραμένουν ζωντανά γιατί ακριβώς προσφέρονται σε συνεχώς νέες ερμηνείες. Παράλληλα, γράφω και μυθιστορήματα που ονομάζονται crossover, καθώς ο τρόπος που υλοποιούνται διαπερνά τις ηλικίες αναγνωστών. Κάποτε αυτά τα μυθιστορήματα τα ονομάζαμε «μυθιστορήματα μαθητείας». Για παράδειγμα ο «Ντέμιαν» του Έσσε, η «Αισθηματική Αγωγή» του Φλομπέρ.

Εικονογραφημένα βιβλία;

Ναι έχω γράψει και γράφω εικονογραφημένα. Οι εικόνες συμπληρώνουν τα κείμενα. Το πιο πρόσφατο, που το έγραψα με την κόρη μου, είναι το «Φεύγει – Έρχεται» που μεταφράστηκε και στα αγγλικά, συμπεριλήφθηκε στα 20 καλύτερα ξενόγλωσσα βιβλία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αναφέρεται σε ένα αγοράκι που ζει με τους γονείς του κάπου σε μια χώρα του Βορρά και προετοιμάζεται να ταξιδέψει για την πόλη που γεννήθηκε στον Νότο, ενώ ταυτόχρονα αναφέρεται και στα συναισθήματα των παππούδων, των θείων και των ξαδελφών του που τον περιμένουν.

Με τον αθλητισμό ασχολείστε;

Όχι, απλά είμαι Απολλωνιστής, γιατί εκεί έπαιξε ο πατέρας μου ποδόσφαιρο, όταν ήταν στη Σμύρνη.

Την ξέρετε την ιστορία των Απολλωνιστών που καμαρώνουν ότι έχουν μόνο το μπλε στην εμφάνισή τους, σε αντίθεση με τους Πανιώνιους που σύμφωνα με τον αστικό μύθο έβαλαν και το κόκκινο για να καλοπιάσουν τους Τούρκους…

Όχι, και δεν ασχολούμαι με αυτά. Και ο Πανιώνιος ομάδα της Σμύρνης είναι. Μια φορά όμως πήγα στο γήπεδο με τη Δόξα Δράμας και χάσαμε. Μου άρεσαν ο Γιώργος και ο Αριστείδης Καμάρας, με τον δεύτερο μάλιστα συναντηθήκαμε και ανταλλάξαμε απόψεις. Με ενοχλεί πάντως ο πρωταθλητισμός και τα ρεκόρ που κυνηγούν οι αθλητές σαν άλογα κούρσας. Στο ποδόσφαιρο η κατάσταση πάει προς το χειρότερο και οι ομάδες έγιναν επιχειρήσεις που κυνηγούν το κέρδος.

Μια και η κουβέντα πήγε στους καλύτερους, είστε υπέρ της αριστείας για την οποία γίνεται ντόρος τον τελευταίο καιρό;

Τι να την κάνουμε και γιατί να απονέμουμε την αριστεία; Καθένας ξεχωρίζει από μόνος του. Ο ταπεινός σκουπιδιάρης για παράδειγμα τελείωσε το δημοτικό, αλλά υπάρχει κι εδώ ο καλός και ο κακός εργαζόμενος. Αυτός που αδειάζει τον κάδο και αφήνει υπολείμματα σκουπιδιών στον δρόμο κι αυτός που φροντίζει να είναι καθαρός όλος ο δρόμος. Για τα σχολεία είμαι υπέρ των πειραματικών, όπου οι μαθητές επιλέγονται με κλήρωση και κατά των πρότυπων που επιλέγουν τους μαθητές τους.

Κάτι τελευταίο…

Το επώνυμό μου να προσέξετε. Δεν κλίνεται.

Μα πώς; Στο βόλεϊ έχουμε τον Πανταλέοντα του Παναθηναϊκού, που τον αναγκάσαμε να λέει ο Πανταλέων, του Πανταλέοντα. Γιατί δεν κλίνεται;

Το αναφέρει ο Τριανταφυλλίδης και το ενστερνίζεται και ο Πατάκης και ο Γεωργουσόπουλος. Υπάρχει μια τάση τριτόκλιτων επωνύμων που δεν κλίνονται σε διάφορες κοινωνικές ομάδες ή μετατρέπονται σε πρωτόκλιτα. Στη Λακωνία και λιγότερο στην Κρήτη ο Κοντολέων γίνεται Κοντολέως, του Κοντολέου, ενώ παραμένει ο Σκευοφύλαξ, του Σκευοφύλαξ. Και μάλιστα ο Τριανταφυλλίδης χρησιμοποιεί το παράδειγμα ενός στρατηγού στην Εκάλη και σε ένα συμβόλαιο αναφέρει «του Σκευοφύλαξ». Το επώνυμο δεν είναι όνομα να υπόκειται στους κανόνες της γραμματικής. Και ένα παράδειγμα από την Ιστορία. Αν εγώ λεγόμουν Κομνηνός, η γυναίκα μου θα ήταν Κομνηνού. Κι όμως, λέμε Άννα Κομνηνή γιατί είναι πορφυρογέννητη και δεν είναι κτήμα κανενός. Και η κόρη μου και η γυναίκα μου είναι Κοντολέων. Είναι μια τάση, κι ας μην ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια εποχή όπου αμφισβητείται ακόμη και το θηλυκό με το αρσενικό, το -ο με το -η. Ποιος είναι άνδρας, ποιος είναι γυναίκα. Δεν θέλει να καθορίζεται το επίθετό του.