Ο Τζον Μάλκοβιτς στη Στέγη: Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι

Ο διάσημος John Malkovich και η πολυβραβευμένη Λιθουανή ηθοποιός Ingeborga Dapkunaite δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας σε ένα από τα πιο μυστηριώδη έργα του σύγχρονου ρεπερτορίου.

Ο Τζον Μάλκοβιτς στη Στέγη: Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι

Φλεγματικός κι ευθύβολος, ο αξεπέραστος Βαλμόν των οσκαρικών κινηματογραφικών Επικίνδυνων Σχέσεων (πλάι στις Michelle Pfeiffer και Glenn Close, το 1988) και από τους πρωτεργάτες της ιστορικής πειραματικής θεατρικής ομάδας Steppenwolf του Σικάγου (από το 1976 έως το 2020), ο μόνος χολιγουντιανός ηθοποιός που μας έχει καλέσει να βουτήξουμε στο μυαλό του (με την cult art-house ταινία σε σενάριο του Charlie Kaufman, Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς, 1999) εμφανίζεται για πρώτη φορά στη Στέγη, ερμηνεύοντας τον ρόλο του πιο σκοτεινού πελάτη στο παγκόσμιο ρεπερτόριο.

«Αν βαδίζετε έξω, αυτήν την ώρα και σ' αυτό το μέρος, είναι επειδή ποθείτε κάποιο πράγμα που δεν έχετε, κι αυτό το πράγμα, εγώ, μπορώ να σας το προμηθεύσω». To έργο του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές (1986), γραμμένο στο ύφος των φιλοσοφικών διαλόγων του 18ου αιώνα, έχει δύο πρόσωπα: τον ντίλερ και τον πελάτη. Ποτέ δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς αφορά η συνάντησή τους, ποιο είναι το αντικείμενο του πόθου και ποιο το ντιλ τους. Κανένας δεν λέει τα πράγματα όπως είναι. Κρύβονται πίσω από τις λέξεις. Ίσως γιατί κάτι ανείπωτο ελλοχεύει κάτω από όλα.

Αυτό το ανείπωτο φωτίζει η σκηνοθεσία του Τιμοφέι Κουλιάμπιν, στην παράσταση της Μοναξιάς των κάμπων με το βαμβάκι που, ύστερα από την πρεμιέρα της στο Dailes teātris στη Ρίγα Λετονίας στις 28-31 Μαΐου 2022, η Ελλάδα και η Κεντρική Σκηνή της Στέγης γίνονται ο πρώτος σταθμός της διεθνούς περιοδείας της.

Hi-tech κάμερες παρακολουθούν διαρκώς τους ήρωες του έργου, αποκαλύπτοντας σταδιακά τι είναι εκείνο που κρύβεται πίσω από τις λέξεις και τις υπεκφυγές τους: μια παλιά υπόθεση παιδοφιλίας. «Κάνουμε μια παράσταση για έναν σκοτεινό πόθο, αξιόποινο και αναγνωρίσιμο ως έγκλημα σε κάθε κοινωνία σύμφωνα με τον Νόμο. Υπάρχουν δύο ηθοποιοί στη σκηνή αλλά, στην ουσία, ένα και μόνο πρόσωπο. Στο υποσυνείδητό του συμβαίνουν όλα» δηλώνει ο σκηνοθέτης.

Με τον Τζον Μάλκοβιτς και την πολυβραβευμένη Λιθουανή ηθοποιό Ingeborga Dapkunaite να εναλλάσσονται στους ρόλους του πελάτη και του ντίλερ, το έργο ανεβαίνει σε σκηνοθεσία του Ρώσου σκηνοθέτη που πρωτοήρθε στην Ελλάδα το 2018, παρουσιάζοντας μια παράσταση που άφησε εποχή: τις Τρεις Αδερφές του Τσέχοφ εξολοκλήρου στη νοηματική γλώσσα.

-Μια ανάσα προτού συμπληρώσει τα 70 του χρόνια, ο Τζον Μάλκοβιτς εμφανίζεται για πρώτη φορά στη Στέγη. Παιδί της σκηνής του Σικάγου και της Νέας Υόρκης –προτού τον απορροφήσει το Χόλιγουντ σε μερικούς από τους πλέον φλεγόμενους και δαιμόνιους ρόλους «κακών» της 80s και 90s κινηματογραφικής ιστορίας– ο Μάλκοβιτς επανέρχεται επιλεκτικά στο θέατρο, τόσο ως σκηνοθέτης όσο και ως ηθοποιός. Με την πρώτη του ιδιότητα, έχει τιμηθεί με το βραβείο Molière (Γαλλία) και το βραβείο Milton Schulman (Ηνωμένο Βασίλειο).

-Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μάλκοβιτς συμπρωταγωνιστεί με τη διακεκριμένη Λιθουανή ηθοποιό Ινγκεμπόργκα Νταπκουνάιτε. Θα έλεγε κανείς πως αποτελούν ένα καλλιτεχνικό ζευγάρι, έχοντας τουλάχιστον δέκα συνεργασίες στο θέατρο και το σινεμά. Σταθμός στην κοινή τους πορεία θεωρείται το μιούζικαλ "The Giacomo Variations" (που στη συνέχεια μεταφέρθηκε και στο σινεμά, σε σκηνοθεσία Michael Sturminger), αλλά και η ρωσική ταινία "About Love".

-Παιδί της Ρωσικής Ακαδημίας Θέατρου του Gitis και μόλις στα 37 του χρόνια, ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν φιγουράρει ως ένας από τους πλέον διακεκριμένους Ρώσους σκηνοθέτες της νεότερης γενιάς, που δρέπει δάφνες και στα φεστιβάλ της υπόλοιπης Ευρώπης. Καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου Red Torch στο Νοβοσιμπίρσκ από το 2015, έχει ξεχωρίσει για τη ριζοσπαστική ματιά του πάνω σε κλασικούς συγγραφείς. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, άλλωστε, συστήθηκε στο αθηναϊκό κοινό το καλοκαίρι του 2018, στο Φεστιβάλ Αθηνών, παρουσιάζοντας τις «Τρεις αδερφές» του Τσέχοφ στη νοηματική γλώσσα. Ήταν μια βαθιά συγκινητική παράσταση, για την οποία ο Κουλιάμπιν απέσπασε τη Χρυσή Μάσκα Σκηνοθεσίας, που είναι το εθνικό βραβείο θεάτρου της Ρωσίας. Πρόσφατα, η δημόσια κριτική που άσκησε κατά της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία τον υποχρέωσε να αναζητήσει καταφύγιο στην Ευρώπη.

-Μέσα από μακροσκελείς και υπαινικτικούς μονολόγους, οι δύο χαρακτήρες της «Μοναξιάς» επιδίδονται σε μια ελλειπτική γλωσσική μονομαχία, όπου φωλιάζουν τόσο ο ρεαλισμός όσο και η ποίηση. Όπως παρατηρεί και ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν, «υπάρχουν δύο ηθοποιοί στην παράστασή μας, μα μόνο ένας χαρακτήρας. Θα περάσουμε τον περισσότερο χρόνο στο υποσυνείδητο, στους εφιάλτες ενός ατόμου που δεν θα εμφανιστεί ποτέ στη σκηνή. Αντίθετα, θα δούμε δύο φιγούρες να αντιμάχονται σ’ έναν τεταμένο, συναισθηματικό και περίπλοκο διάλογο. Είναι ο διάλογος ενός ατόμου με τις δικές του κρυφές επιθυμίες και φόβους… Είναι η ιστορία της ανθρώπινης πολυπλοκότητας, η οποία είναι κάτι ανεπιθύμητο, ακατάλληλο, σχεδόν άσεμνο. Αυτός ο κόσμος δημιουργεί εσωτερική διχόνοια, δυσαρμονία που σκοτώνει το άτομο από μέσα σαν κάποια θανατηφόρα ασθένεια».

-Παιδί της μεταπολεμικής Γαλλίας, ο Μπερνάρ Μαρί-Κολτές αποδρά από το συντηρητικό οικογενειακό περιβάλλον του και ξεκινά ένα μποέμικο κυνηγητό της ζωής και της παρατήρησης της ανθρώπινης ψυχής μέσα από ταξίδια σε όλο τον κόσμο: Αμερική, Αφρική, Ευρώπη. Ο οίστρος της γραφής τον συναντά στα 22 του χρόνια και μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής του –πεθαίνει από AIDS τον Απρίλιο του 1989, σε ηλικία 41 ετών– έχει γράψει 12 θεατρικά έργα και μυθιστορήματα, ανάμεσά τους τα «Ρομπέρτο Τσούκκο», «Δυτική Αποβάθρα», «Αγώνας νέγρου και σκύλων». «Η ανάγκη να γράφεις δύσκολα εξηγείται» δήλωνε στη "Le Monde", έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του. «Είναι κάπως σαν τα ναρκωτικά, νομίζω: Αρχίζεις κατά τύχη, σου αρέσει και μετά δεν κάνεις δίχως αυτά, μολονότι δεν μπορείς να πεις αν πράγματι ευχαριστιέσαι. Όπως η ηρωίνη: Δεν είναι η παρουσία της που σε ικανοποιεί, είναι η απουσία της που σε κάνει να υποφέρεις. Θα μπορούσε κανείς να απορήσει με το γεγονός ότι γράφω για το θέατρο, ενώ δεν πάω ποτέ ή σχεδόν ποτέ στο θέατρο και διαβάζω περισσότερο μυθιστορήματα. Ίσως επειδή το αγαπώ πάρα πολύ. Ή δεν το αγαπώ καθόλου, μου αρέσει όμως να γράφω γι’ αυτό». Από τον θάνατό του και μετά, θεωρείται ο πιο πολυπαιγμένος Γάλλος συγγραφέας στο εξωτερικό.

-«Ήταν ένας μετεωρίτης που διέσχισε βίαια τον ουρανό μας, μέσα σε μεγάλη εσωτερική μοναξιά και με απίστευτη δύναμη» έχει πει για τον Κολτές ο διάσημος Γάλλος σκηνοθέτης Patrice Chereau, ο οποίος και ανέδειξε συνολικά το θεατρικό του έργο.

-Το έργο «Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» ανέβηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 1987 από τον Patrice Chereau και στην Ελλάδα το 1995, στο Θέατρο του Νότου (Θέατρο Αμόρε), σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός υποδυόταν τον ρόλο του ντίλερ και ο Ακύλλας Καραζήσης εκείνον του πελάτη.