Γεια σου Περαία αθάνατε!

Θρυλικά τραγούδια και αλησμόνητες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου για τον Πειραιά, που μένουν για πάντα στο μυαλό και τα χείλη όλων μας.

Γεια σου Περαία αθάνατε!

Ο Πειραιάς ως γενέθλια πόλη του ρεμπέτικου είναι η αρχή του παντός για την ελληνική λαϊκή μουσική. Το μεγάλο λιμάνι έγινε στα δίσεκτα χρόνια του μεσοπολέμου, της φτώχειας και της προσφυγιάς μια πατρίδα για όλους τους ρεμπέτες του ντουνιά. Κάποιοι κατάφεραν να κάνουν λόγια και μουσική την άγρια μαγεία του περιθωρίου και σε αυτούς οφείλουμε σήμερα ένα σημαντικό κομμάτι του λαϊκού πολιτισμού στον εικοστό αιώνα. Τα τραγούδια τους μίλησαν για τον έρωτα, για τη μαγκιά, για την ανέχεια, για τα απαγορευμένα πάθη και σχολίασαν ποικιλοτρόπως την επικαιρότητα της εποχής. Συχνά στους στίχους αυτούς υπάρχουν αναφορές σε τοπωνύμια του Πειραιά, μια παράδοση που συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, πλουτίζοντας στο πέρασμα του χρόνου την περαιώτικη εποποιία.

Πασαλιμάνι

Σε αυτήν την εποποιία είχε εξαρχής, και δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς, εμβληματική θέση το Πασαλιμάνι. Θαρρείς πως το λαϊκό τραγούδι αγάπησε το Πασαλιμάνι περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη τοποθεσία. Το 1946 η «φωνή του αιώνα», ο Στράτος Παγιουμτζής, ηχογράφησε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πειραιώτικα τραγούδια, ένα αργό χασάπικο, δημιουργία του Βασίλη Τσιτσάνη. Σαν τελάλης του έρωτα και της γλυκιάς επιθυμίας που καταλαμβάνει τον άνθρωπο, ο Στράτος τραγουδά για «μια νύχτα κάτω στο Πασαλιμάνι», για «μια νόστιμη Σμυρνιά» και στη συνέχεια εκείνη του λέει

«τρέξε στη βαρκούλα κι έλα,

σε θέλω συντροφιά.

Να πάμε μια τσαρκούλα στην Καστέλα

στην όμορφη βραδιά».

Η λιτή, δωρική ερμηνεία του Παγιουμτζή, που απλώνεται με ευκολία στις ψηλές νότες της μελωδίας, αναδίδει όλη εκείνη την εξωτική νοσταλγία στην οποία μας έχει συνηθίσει ο Τσιτσάνης στα τραγούδια του. Ο ίδιος ο δημιουργός σιγοντάρει τον σπουδαίο τραγουδιστή. Σαν κατανυκτική λαμπαδηφορία ερωτικών αναμνήσεων ξεπηδούν από τα χείλη του Στράτου τα λόγια της πειραϊκής νύχτας.

Ο Παγιουμτζής είχε υμνήσει το Πασαλιμάνι και την ερωτική διάθεση που γεννά στον άνθρωπο ήδη πριν από τον πόλεμο. Το 1938, σ’ ένα ματζόρε χασάπικο, από τα πιο γνωστά του Γιάννη Παπαϊωάννου. Όλη η ερωτική κοσμογονία συντελείται σε μια βάρκα, αν πιστέψουμε στα λόγια του τραγουδιού, που έχουν ως εξής:

«Χτες το βράδυ σε μια βάρκα

Μπήκαμε να πάμε τσάρκα

Απ’ της Ζέας το λιμάνι

μέχρι το Πασαλιμάνι».

Τριάντα χρόνια αργότερα, το 1968, ο Βασίλης Τσιτσάνης επανέρχεται στην ερωτική μυθολογία του Πασαλιμανιού, ξανά με ένα χασάπικο. Ο τίτλος του τραγουδιού είναι «Ένα αλάνι απ’ το λιμάνι», ερμηνεύει ο Σταμάτης Κόκκοτας. Λέγεται πως ο Τσιτσάνης αφηγείται μια πραγματική ιστορία που του την εμπιστεύτηκε θαμώνας σε κάποιο μαγαζί και με την άδολη υπερβολή που ανέκαθεν χαρακτήριζε τον λαϊκό στίχο αναφέρει πως:

«Παλάτια του έταξε μια νύχτα στο λιμάνι

Μια μικρή κοπέλα απ’ το Πασιλιμάνι».

Το Πασαλιμάνι έχει την τιμητική του και σ’ ένα γρήγορο χασάπικο του Πάνου Πετσά, που γραμμοφωνήθηκε το 1947, με ερμηνεύτρια την Ιωάννα Γεωργακοπούλου και σολίστα τον περίφημο μπουζουξή Μπέμπη Στεργίου, σε μια από τις λιγοστές δισκογραφικές του παρουσίες. Το τραγούδι αναφέρεται στο νυφοπάζαρο της εποχής. Ο στίχος αναφέρει:

«Το βράδυ σα νυχτώσει την πιο καλή ωρίτσα

περνούνε τον κατήφορο τα όμορφα κορίτσια»

και περιγράφει τη σκηνή:

«Ε ρε τι γυναικομάνι

κάτω στο Πασαλιμάνι».

Φρεαττύδα

Στην επόμενη στροφή τα κορίτσια έχουν σμίξει με τα αγόρια τους, έχουν πιει:

«…Κι ύστερα ποτήρια σπάνε

και στη Φρεαττύδα πάνε…».

Η Φρεαττύδα είναι μια εξίσου αγαπημένη τοποθεσία των λαϊκών τραγουδοποιών. Το 1938 ο Στέφανος Χρυσίνης την έκανε τίτλο σε ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του. Οι στίχοι αναφέρονται νοσταλγικά σ’ έναν έρωτα που φούντωσε όπως συμβαίνει συνήθως στα ρεμπέτικα τραγούδια. Και για του λόγου το αληθές:

«Δεν ησυχάζω και μεθώ κάθε βραδιά

για μια κουκλίτσα που είδα μες στη Φρεαττύδα».

Στην πρώτη εκτέλεση τραγουδούν ο Ευγενικός και ο Στελλάκης Περπινιάδης. Σε μια νεότερη εκδοχή το τραγούδι μάς το θύμισε με εξαιρετικό τρόπο ο Μπάμπης Γκολές.

Χατζηκυριάκειο

Την ίδια χρονιά ο Δημήτρης Γκόγκος, ο γνωστός μας Μπαγιαντέρας, γραμμοφώνησε ένα από τα πιο γνωστά του τραγούδια με τη φωνή του Παγιουμτζή, το γνωστό μας «Χατζηκυριάκειο», με αρχικό τίτλο «Θα κλέψω μια μελαχρινή». Στην πρώτη στροφή ο δημιουργός μάς πηγαίνει σε άλλες γειτονιές του Πειραιά, στο Χατζηκυριάκειο και στον Άγιο Νείλο.

Κοκκινιά

Στο Χατζηκυριάκειο μάς πηγαίνει κι ο Νίκος Μάθεσης ή Τρελάκιας, αφού όμως πρώτα μας περάσει από την Κοκκινιά, τη Δραπετσώνα και τα Ταμπούρια. Πρόκειται για το αβανταδόρικο ζεϊμπέκικο σε μουσική Βασίλη Τσιτσάνη που πρωτοτραγούδησε ο Πρόδρομος Τσαουσάκης το 1950.

Σε διώξαν απ’ την Κοκκινιά

γιατί το ‘χες παρακάνει

και στο Χατζηκυριάκειο άμυαλη

άρχισες το, άρχισες το σεργιάνι.

Ένα άλλο τραγούδι λιγότερο γνωστό για την Κοκκινιά και μάλιστα για μια Κοκκινιώτισσα ηχογράφησε το 1938 ο Χατζηχρήστος. Κι εδώ, όπως και στα περισσότερα ρεμπέτικα τραγούδια, κυριαρχεί η γλυκιά νοσταλγία ενός παραμελημένου εραστή που εκφράζεται ως εξής:

Πολύς καιρός επέρασε

Πόχεις να μου μιλήσεις

γλυκιά μου Κοκκινιώτισσα

να με παρηγορήσεις.

Λεμονάδικα

Το «Κάτω στα Λεμονάδικα» δεν είναι ένα οποιοδήποτε τραγούδι. Από τα δημοφιλέστερα του Βαγγέλη Παπάζογλου, γνώρισε πολλές επανεκτελέσεις, αλλά, πρώτη φορά, το τραγούδησε ο Στελλάκης Περπινιάδης το 1934. Το τραγούδι αναφέρεται στα Λεμονάδικα του Πειραιά και σε ένα από τα σχεδόν καθημερινά περιστατικά που συνέβαιναν στην περιοχή. Τα Λεμονάδικα ήταν η οπωραγορά του Πειραιά, η οποία στεγαζόταν μέχρι τη δεκαετία του 1950 στην πλατεία Καραϊσκάκη...

Από τη Δραπετσώνα στον Άγιο Σπυρίδωνα

Η νεότερη δισκογραφία τηρεί την πειραιώτικη παράδοση και ακολουθεί την πόλη στους μαιάνδρους του χρόνου. Πότε αφουγκράζεται την αγωνία του κοσμάκη, όπως στον μελοποιημένο στίχο του Λειβαδίτη από τον Θεοδωράκη «Στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή». Πότε νοσταλγεί παλιές αγάπες, όπως στα τραγούδια του Δήμου Μούτση, στου «Προφήτη Ηλία τα σοκάκια» σε στίχους Γιώργου Παπαστεφάνου με την ερωτική φωνή του Κόκκοτα, αλλά και την «Πειραιώτισσα» σε στίχους Νίκου Γκάτσου, απόηχο ίσως της «Όμορφης Πειραιώτισσας» του Καπλάνη. Πότε η Βίκυ Μοσχολιού με τη φωνή-βιολοντσέλο μιλά για την επιστροφή μιας αγάπης ένα δειλινό στον Άγιο Σπυρίδωνα, με διάθεση διαμετρικά αντίθετη από αυτήν της Γεωργακοπούλου του 1940 που τραγουδά τη γλυκιά νοσταλγία ενός ρεμπέτη σε μουσική Νίκου Γούναρη και στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη:

«Μπρος στον Άγιο Σπυρίδωνα μπροστά στο δημαρχείο

Μια νοστιμούλα γνώρισα που μου ’ρθε σαν λαχείο».

Γεια σου Περαία αθάνατε

Όμως δεν είναι μόνον τα πειραϊκά τοπωνύμια, καθώς και η λέξη Πειραιάς, Περαίας έχει τη δική της βαρύτητα στα μεγάλα τραγούδια.

Το 1935 γραμμοφωνήθηκε το υπέροχο χασάπικο του Γιοβάν Τσαούς «Πέντε μάγκες στον Περαία» σε στίχους της συζύγου του Αικατερίνης Χαρμουτζή. Το τραγουδά ο Αντώνης Κολυβόπουλος. Η λικνιστική μελωδία του μυθικού οργανοπαίκτη συνταιριάζει με το χασικλίδικο λιμπρέτο σαν να απαλύνει τα βήματα της μαγκιάς και αφήνει στο τέλος μια επίγευση τρυφερής νοσταλγίας.

Το 1956 ο Γενίτσαρης έγραψε για τον νεαρό Καζαντζίδη ένα από τα πιο μόρτικα τραγούδια που έβαλε ποτέ στο στόμα του ο μεγάλος τραγουδιστής. Τον σιγοντάρει το άψογο μπουζούκι του Μπέμπη και σε τρεις στροφές σεργιανίζουμε όλο τον αθάνατο Περαία:

«Γεια σου Περαία αθάνατε

της εργατιάς κολόνα

Πασαλιμάνι, Κοκκινιά

Καμίνια, Δραπετσώνα

Κούπες κρασί αμέτρητες

στην Τρούμπα θα ρουφήξω

και στο Χατζηκυριάκειο

στουπί θα καταλήξω

Γεια σου Περαία αθάνατε

απόψε κάνω γιούρια στη Ζέα,

στα Λιπάσματα

και στα γνωστά Ταμπούρια».

Όμως κι ο Μάρκος έχει τον τρόπο του να πείθει όταν προειδοποιεί σ’ ένα καμηλιέρικο του 1936:

Ρώτησε να μάθεις

κι ύστερα να με πάρεις,

χρόνια στον Περαία

μαγκίτης και αλανιάρης.

Ύστερα το γρήγορο χασάπικο του Στέφανου Χρυσίνη μοιάζει να ακολουθεί τον ρυθμό μιας σούστας που λικνίζεται στα πειραιώτικα λιθόστρωτα και μας πάει άλλη μια τσάρκα στα ωραία του Περαία.

«Είναι η Αθήνα μας γεμάτη από χάρες

μα όμως έχει και ο Περαίας ομορφιές

έχει το όμορφο Πασαλιμάνι

και τόσες άλλες όμορφες ακρογιαλιές

Έχει το ωραίο ξακουσμένο Παλατάκι

και την Καλλίπολη που είναι ζωγραφιά

και της Πειραϊκής το λιμανάκι

τη μυρωδάτη κι όμορφη ακρογιαλιά

…Το Τουρκολίμανο έχει καμάρι

και την Καστέλα με την ξακουστή σπηλιά».

Ο Πειραιάς στο πανί

Τον Πειραιά δεν τον αγάπησαν μόνον οι τραγουδοποιοί, τον αγάπησε κι ο κινηματογράφος και είναι αμέτρητα τα τραγούδια που του αφιερώνει. Το 1956 ο Αυλωνίτης τραγουδά: «Ένα βράδυ στην Καστέλα», για τις ανάγκες της ταινίας «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο», σε μουσική Χατζιδάκι και στίχους Σακελλάριου. Το 1966 ο Πειραιώτης αναντάμ παπαντάμ Δημήτρης Παπαμιχαήλ δίνει τα ρέστα του ερμηνεύοντας «Κάτω στον Πειραιά, στα Καμίνια». Τρία χρόνια αργότερα, ο Στέλιος Καζαντζίδης, εξαφανισμένος αρκετό καιρό από τα λαϊκά πάλκα, εμφανίζεται ξανά σε μαγαζί σε ένα σκηνικό της ταινίας και με την αγαλματένια φωνή του μας πηγαίνει στα «Βράχια της Πειραϊκής» των Νάκη Πετρίδη και Πυθαγόρα. Αλλά η σκηνή που είναι για… Όσκαρ είναι εκείνη που παραπέμπει στο καμάρι του Πειραιά. Η Μελίνα Μερκούρη στο «Ποτέ την Κυριακή» ανάβει τσιγάρο, βάζει στο πικάπ τον δίσκο και κρατώντας τη φωτογραφία της «ερυθρόλευκης» ενδεκάδας τραγουδά «Δεν βρίσκω άλλο λιμάνι, τρελή να μ’ έχει κάνει, όσο τον Πειραιά». Γιατί Πειραιάς χωρίς Ολυμπιακό δεν γίνεται, αλλιώς ο Γιώργος Μητσάκης δεν θα έγραφε τη «Θάλασσα του Πειραιά», για τη φωνή του Γιάννη Πάριου.

«…Απ’ του Τζελέπη την ακτή

Ως του Καραϊσκάκη

Περαία μου, Περαία μου

Με τον Σαρωνικό σου

Που έχεις για καμάρι σου

Τον Ολυμπιακό σου…».