Στέλιος Καζαντζίδης: Στα χρόνια της νοσταλγίας και του Ολυμπιακού μας... (pics+vids)

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γράφει στο ΦΩΣ για τον μεγάλο Στέλιο Καζαντζίδη και θυμίζει τη συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα το 1963 αποκαλύπτοντας τα σχέδια του για τον ύμνο του Ολυμπιακού, της Ολυμπιακάρας μας, όπως αποκαλεί το Θρύλο!

Στέλιος Καζαντζίδης: Στα χρόνια της νοσταλγίας και του Ολυμπιακού μας... (pics+vids)

«Φαληρικόν» - Η νύχτα η τελευταία

Καθαρά Δευτέρα του 1965 ο Στέλιος Καζαντζίδης αποφασίζει να εγκαταλείψει διά παντός το πάλκο, απόφαση που χωρίζει στα δύο την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Τελευταία εμφάνιση της «φωνής» στο κέντρο του Μαργωμένου, το «Φαληρικόν», στις Τζιτζιφιές.

Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για την οριστική αποχώρησή του. Πιθανότατα θα πρέπει κάποιος να τις συνθέσει για να αποκομίσει την αλήθεια. Η ουσία είναι ότι ο Στέλιος «πήρε τις βαλίτσες του» και έφυγε από τη νύχτα, περίπου όπως είχε έρθει στις αρχές της δεκαετίας του ’50: με το σκανδαλώδες σουξέ «Οι βαλίτσες» σε μουσική Γιάννη Παπαϊωάννου.

«Ωραία το λέει το τραγούδι σου ο Τσαουσάκης!»

Ο κυρ Γιάννης αφηγείται την ιστορία αυτού του τραγουδιού. Άκουγα ένα ολόκληρο βράδυ στην «Τριάνα» του Χειλά έναν μουσικό που είχε μαλώσει με το αφεντικό να λέει και να ξαναλέει: «Θα πάρω τις βαλίτσες μου και θα φύγω από το μαγαζί». Έτσι γεννήθηκε η επωδός για το τραγούδι που θα έδινε στον Καζαντζίδη το εισιτήριο για την αθανασία.

Οι «Βαλίτσες» γραμμοφωνήθηκαν παρά τις αντιρρήσεις της εταιρείας για τον ερμηνευτή και έσπασαν τα ταμεία, έστω και αν ο Παπαϊωάννου άκουγε όλους να του λένε: «Ωραία το λέει το τραγούδι σου ο Τσαουσάκης». Η ανάγκη του Καζαντζίδη να μιμηθεί τον ρεμπέτη τραγουδιστή θα μπορούσε να αποτελέσει τροχοπέδη για την καριέρα του.

Σε όλη την δεκαετία του '50, άλλωστε, ο Στέλιος οικοδομούσε τον μύθο του αναζητώντας τη δική του φωνή, που την έβρισκε και την έχανε κατά περίπτωση. Μας χάρισε όμως συγκλονιστικές ερμηνείες, απόδειξη της τραγουδιστικής ιδιοφυΐας του που τον έχρισαν δικαίως «βασιλιά του λαϊκού πενταγράμμου».

Την ίδια στιγμή όμως ο τραγουδιστής ζούσε τη ζωή του που σε πολλές περιπτώσεις μπλεκόταν στη δουλειά του. Ο έρωτας με την Καίτη Γκρέυ ήταν ένα εφαλτήριο για την επωνυμία. Ύστερα όμως και ο ίδιος βοήθησε τη Μαρινέλλα να λάμψει στα φώτα της δημοσιότητας.

Το παιδί του λαού, το φάουλ… στη Μοσχολιού και οι συναυλίες στο εξωτερικό

Ο Καζαντζίδης δεν είναι μόνος του. Γύρω του στροβιλίζεται ένας κόσμος σχεδόν κινηματογραφικός από μουσικούς, συνθέτες, βάρδους, δισκογραφικές εταιρείες, νυχτερινά μαγαζιά, μπράβους, θαμώνες. Είναι ένας κόσμος που τον ανταγωνίζεται επάξια. Απαράμιλλος ο Στέλιος, όμως και ο Γαβαλάς, ο Αγγελόπουλος, ο Μπιθικώτσης και ο εκκολαπτόμενος Διονυσίου είναι αναμφίβολα εντυπωσιακές φωνές. Τις ακούς ακόμα και σήμερα και υποκλίνεσαι, αλλά ο Στέλιος είναι το κάτι άλλο. Είναι το «παιδί του λαού», όλη η τέχνη της Ανατολής. Η φωνή του πλημμυρίζει με σαρανταπεντάρια δισκάκια τα σπίτια των Ελλήνων.

Ο ίδιος ανοίγει φτερά για τους τόπους της μετανάστευσης: Αυστραλία, Αμερική, Γερμανία. Εμφανίσεις μπροστά στον έκκεντρο Ελληνισμό που τον λατρεύει. Στην Αυστραλία προβλήματα με τους διοργανωτές οδήγησαν τον Καζαντζίδη και την ορχήστρα του άρον άρον πίσω στην πατρίδα. Μελανό σημείο η εγκατάλειψη της ανήλικης τότε Βίκυς Μοσχολιού, που αντικαθιστούσε τη Μαρινέλλα. Η γνωστή τραγουδίστρια εξομολογείται ύστερα ότι μόνη και έρημη στην αφιλόξενη ήπειρο χρειάστηκε ακόμα και να ζητιανέψει. Στην Αμερική οι συναυλίες ήταν μια τεράστια απάτη που απογοήτευσε τον Καζαντζίδη. Στη Γερμανία όμως τον Ιανουάριο του 1965 έγινε χαλασμός.

Λατρεμένος στο σελιλόιντ και στο βινύλιο.

Ο Καζαντζίδης όμως δεν είναι μόνο ο τραγουδιστής των δίσκων και των μαγαζιών, είναι και ο Καζαντζίδης του σινεμά: ο νεαρός, σεμνός καλλιτέχνης που τραγουδά δίπλα στην αλέγρα Μαρινέλλα τη «Ζιγκουάλα» και το «Για μας ποτέ μην ξημερώσει» στην ταινία «Η κυρία Δήμαρχος». Είναι και η στιβαρή φωνή που δεσπόζει στο λαϊκό πάλκο με την κιθάρα του στην ταινία «Οι αδίστακτοι», ερμηνεύοντας το «Ποιος δρόμος είναι ανοιχτός», μαζί με τον Νίκο Κούρκουλο. Κυρίως όμως είναι ο τραγουδιστής των μεγάλων επιτυχιών: «Μαντουμπάλα», «Δυο πόρτες έχει η ζωή», «Όποια και να ’σαι». Ανεξάντλητος ο κατάλογος

Η συναυλία στο Κεντρικόν και… γεια σου, Στελάρα!

Στο μεταίχμιο Πενήντα και Εξήντα ο Καζαντζίδης γίνεται η «φωνή» του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι. Μαζί με τη Μαρινέλλα θα λάμψουν στη θρυλική συναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν», πλαισιωμένοι από τους δύο συνθέτες και τη συμφωνική ορχήστρα της ΕΡΤ, με σολίστ τον Μανώλη Χιώτη. Μ’ αυτά και μ’ αυτά τα χρόνια περνούσαν και η Ελλάδα έμπαινε όλο και πιο βαθιά στα ταραχώδη χρόνια του Εξήντα. Ο Καζαντζίδης συνέχιζε να μεσουρανεί και στις εμφανίσεις του εκτυλίσσονταν σκηνές σαν κι αυτή που περιγράφει ο Άκης Πάνου σε μια συνέντευξή του: «Ένας εργάτης, ακούγοντας τον Στέλιο να τραγουδά “Μα κανένας δεν μου φταίει για το χάλι μου”, καρφώνει ένα σπασμένο ποτήρι στο κούτελό του κι ενώ οι άνθρωποι του μαγαζιού τον απομακρύνουν, εκείνος φωνάζει: “Γεια σου Στελάρα”».

Η νύχτα χάνει το «βασιλιά» της και ο «βασιλιάς» τη «βασίλισσά» του

Το 1966 Καζαντζίδης και Μαρινέλλα χωρίζουν. Η Μαρινέλλα σηκώνεται από την καρέκλα όπου βρισκόταν τόσα χρόνια καθηλωμένη ως η άβουλη «βασίλισσα» του «βασιλιά» και ξεκινά μια σόλο καριέρα, που θα της χαρίσει όσα ίσως δεν θα μπορούσε να γευθεί στη σκιά του Στέλιου. Έχει προηγηθεί η εκούσια «αποκαθήλωσή» του από τα λαϊκά πάλκα, καθώς εκείνος αποφασίζει εντελώς ξαφνικά να διακόψει τις εμφανίσεις του στα νυχτερινά μαγαζιά. Από το μακρινό 2020, ατενίζοντας την ταραχώδη όσο και ανήσυχη δεκαετία του Εξήντα, κατανοούμε καλύτερα τη στάση του λαϊκού τραγουδιστή.

Ο Καζαντζίδης δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τους κανόνες της νύχτας. Πόσω μάλλον όταν αυτή η νύχτα άρχισε να μεταμορφώνεται, απαιτώντας από τον λαϊκό βάρδο να εγκαταλείψει την «ασφάλεια» της καρέκλας πλαισιωμένος από την κομπανία του και να κάνει τα πρώτα αβέβαια βήματα στον αχαρτογράφητο χώρο της πίστας. Σε εκείνες τις φοβερές μέρες που η πολιτική Ιστορία του τόπου γραφόταν με το αίμα και την αγωνία των ανθρώπων, τα λαϊκά παιδιά παρέμεναν -αλλά για πόσο ακόμα;- οι απόλυτοι πρωταγωνιστές στο πρωτόγονο σταρ σίστεμ της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Στον κόσμο της ψυχαγωγίας επιβαλλόταν σιωπηρά η «νέα τάξη». Το μπουζούκι, το καταφρονεμένο όργανο των τεκέδων, πέρασε από τα σοφά δάχτυλα του Μάρκου στα μελωδικά του Τσιτσάνη, και από εκεί στα αεικίνητα του Χιώτη, και από τρίχορδο έγινε τετράχορδο, κάτι σαν κιθαρομπούζουκο, αλλά έκτοτε, με την εξαίρεση ίσως του Ζαμπέτα, αγνοείται η τύχη του.

Η ελληνική μουσική, ακολουθώντας τα ήθη των καιρών, γινόταν κάτι άλλο, κάτι ξένο και ανεξήγητο για τους λαϊκούς αστέρες της εποχής. Και ήταν σαν μαζί με τον Καζαντζίδη να κατέβηκαν από το πάλκο όλες οι μεγάλες φωνές: Γαβαλάς, Μπιθικώτσης, Πόλυ Πάνου… Όλοι αυτοί ανήκαν σ’ ένα λαμπρό κύκλο πραγμάτων ο οποίος έκλεινε σιγά σιγά. Και οι δισκογραφικές εταιρείες, μπουχτισμένες από τις δικαιολογημένες απαιτήσεις τους, αναζητούσαν ένα καινούργιο σύμπαν με νέους καλλιτέχνες.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΜΥΘΟΥ

Στη βιογραφία του με τίτλο «Υπάρχω» από τον Βασίλη Βασιλικό, ο Καζαντζίδης περιγράφει την ατυχή έκβαση των συναυλιών στην Αμερική: Πώς ακολούθησαν αυτός και η Μαρινέλλα τον θίασο του Χατζηχρήστου, συμμετέχοντας στην παράσταση με δέκα τραγούδια, πώς είδε πρώτη φορά συσκευή τηλεόρασης στο «Χίλτον» του Σικάγο, πώς αποκαλύφθηκε η απάτη με τις πλαστές επιταγές από τους διοργανωτές. Μιλά όμως και για τη μεγάλη απήχηση και στους Έλληνες μετανάστες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά.

Στην Αυστραλία ο Καζαντζίδης ηχογράφησε έξι τραγούδια, μεταξύ των οποίων το «Μπαξέ Τσιφλίκι» και το «Φύγε κι άσε με». Στο μπουζούκι ήταν ο δεξιοτέχνης Γιαννάκης Αγγέλου και στις δεύτερες φωνές η Βίκυ Μοσχολιού. Η συμπαθής ερμηνεύτρια, ούσα ανήλικη τότε, έζησε μια πρωτοφανή περιπέτεια στην ξένη ήπειρο, για την οποία οι γονείς της κατηγόρησαν ευθέως τον Στέλιο.

Η σχέση του Καζαντζίδη με έναν άλλο μύθο της εποχής, την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, είναι γεμάτη τρανταχτές επιτυχίες, με πρώτη και καλύτερη το επικό «Όλα είναι ένα ψέμα», σε μουσική Καραπατάκη. Το τραγούδι αυτό εμφανίστηκε αρχικά στο όνομα του Στέλιου. Υπήρχε η συνήθης πρακτική να αγοράζονται τραγούδια -ο Καζαντζίδης το παραδέχτηκε αργότερα αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα και τον πραγματικό συνθέτη, τον μπουζουξή Μανώλη Καραπατάκη.

Λέγεται ότι ο Καζαντζίδης τα έσπασε με την εταιρεία-κολοσσό της εποχής, τη γνωστή μας «Κολούμπια», διεκδικώντας ποσοστά από τα κέρδη-μαμούθ της «Μαντουμπάλας», για την οποία είχε λάβει βάσει συμβολαίου το πενιχρό ποσόν των 1.000 δραχμών. Ο Στέλιος ηχογράφησε το τελευταίο του τραγούδι στην «Κολούμπια», «Εγώ πονώ για σένα», στις 8 Οκτωβρίου 1963. Στην ιστορική αυτή ηχογράφηση παίζει μπουζούκι ο Γιώργος Ζαμπέτας και ακορντεόν ο Γιώργος Κοινούσης. Η μετακίνησή του στην «Οντεόν», της οικογένειας Μάτσα, τη μετέπειτα «Minos», δεν αποδείχθηκε καλή ιδέα. Ο Στέλιος κατηγόρησε την εταιρεία και τον Μάκη Μάτσα για συμβόλαιο-θηλιά. Σε συνέντευξή του ο Μάτσας παρουσιάζει μια άλλη πλευρά. Ακόμα κι αν η άποψή του εμπεριέχει σπέρματα αλήθειας, είναι πραγματικότητα ότι η δισκογραφία στην Ελλάδα είναι μια θλιβερή ιστορία εκμετάλλευσης και ο Στέλιος δεν είναι ο μόνος από τη γενιά του που εξεγέρθηκε εναντίον των εταιρειών.

Σημειωτέον ότι στο σχήμα της τελευταίας χρονιάς στο «Φαληρικόν» συμμετέχει και ο άσος της ΑΕΚ Μίμης Παπαϊωάννου, που με τη σειρά του είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την μπάλα και να αφοσιωθεί στο τραγούδι, μολονότι στη συνέχεια άλλαξε γνώμη.


Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΦΩΣ

Στη δεκαετία του Εξήντα ο Καζαντζίδης έδωσε περισσότερες από μία συνεντεύξεις στο «ΦΩΣ». Μνημονεύουμε αυτή της 29ης Ιουλίου του 1963, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα μας από τον τότε νεαρό μαθητή Πάνο Γεραμάνη. Ο Γεραμάνης συνάντησε τον Καζαντζίδη στο θερινό κέντρο «Κουλουριώτης», στην παραλία του Μοσχάτου. Την άλλη μέρα το «ΦΩΣ» έγραφε: «Ο Καζαντζίδης ετοιμάζει τον ύμνον του Ολυμπιακού».

Παραθέτουμε απόσπασμα:
-Γιατί Στέλιο δεν ακούγονται δίσκοι σου εδώ και δύο μήνες απ’ τις εκπομπές της «Κολούμπια»;
Άσ’ τα, πού να σ’ τα λέω.
-Τι συμβαίνει;
Αυτήν τη στιγμή βρίσκομαι με την «Κολούμπια» στα δικαστήρια και αποχωρώ οριστικά από την εταιρεία αυτήν.
-Θα υπογράψης συμβόλαιο με άλλη εταιρεία;
Βεβαίως, θα υπογράψω και πολύ σύντομα θα ακούγομαι από την νέα μου εταιρεία. Ας αφήσομε όμως τα τραγούδια. Ας μιλήσομε για την ΟΛΥΜΠΙΑΚΑΡΑ ΜΑΣ. Γράψε ότι ο Ολυμπιακός έχασε την παρελθούσα περίοδο το πλέον εύκολο πρωτάθλημα της ιστορίας του. Αυτό με λύπησε αφάνταστα. Όμως τον πόνο μου απάλυνε η κατάκτησις του Κυπέλλου Ελλάδος.
-Πώς βλέπεις τον Ολυμπιακόν κατά την νέαν περίοδον;
Θα είναι ασυναγώνιστος. Πιστεύω πως θα διαθέτει υπερομάδα, θα κατακτήσει το νταμπλ για έβδομη φορά στην ιστορία μας, θα κατακτήσομε το Βαλκανικόν Κύπελλον και θα έχομε επιτυχίες εις την οργάνωσιν του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης.

Την συζήτηση την παρακολουθεί και η συμπαθεστάτη Μαρινέλλα, η οποία λέγει πως «η ΑΕΚ θα διαλύσει όλες τις ομάδες κατά την νέαν περίοδον».
Και ο Καζαντζίδης συνεχίζει:

Θα λανσάρω σε δίσκο τον ύμνο που από τώρα έχω αρχίσει να επεξεργάζομαι.
-Θα γράψεις ύμνο για τον Ολυμπιακό;
Βεβαιότατα.
-Έχεις να μας πεις τίποτα άλλο;
Ναι. Όπως όλοι έχουν προτιμήσεις, έτσι έχω κι εγώ. Από τον Ολυμπιακό θαυμάζω όλα τα παιδιά. Όμως, δεν αποκρύπτω τον απεριόριστο θαυμασμό μου για τον Παράσχο Αυγητίδη, τον οποίον θεωρώ σαν τον καλύτερο γκολκήπερ της Ελλάδος και πιστεύω πως κατά την νέα περίοδο θα αποτελεί τον τακτικό γκολκήπερ του Ολυμπιακού.

Δείτε μια δίωρη συνέντευξη του Στέλιου Καζαντζίδη στην εκπομπή «Ρεπόρτερς»

Το «ΦΩΣ» στην πόρτα σας και στον υπολογιστή σας