Ο Σοστακόβιτς στα χέρια της Έφης Αγραφιώτη

Η ελληνίδα πιανίστρια δίνει τη δική της ερμηνεία στο φαινόμενο Σοστακόβιτς.

Ο Σοστακόβιτς στα χέρια της Έφης Αγραφιώτη

Ο Αυστροβρετανός μουσικολόγος και κριτικός Χανς Κέλερ ανέφερε πάντοτε ως κορυφαίους συνθέτες του 20ου αιώνα τα τέσσερα «Σ»: Σένμπεργκ, Στραβίνσκι, Σκαλκώτας και Σοστακόβιτς. Είναι αλήθεια ότι η ζωή και η προσωπικότητα του Ντιμίτρι Σοστακόβιτς προσφέρεται για μυθιστόρημα και «Ο αχός της εποχής», το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Τζούλιαν Μπαρνς ήταν το ελάχιστο που όφειλε η λογοτεχνία σε μια μεγαλοφυία.

Ο αντιφατικός, αλλοπρόσαλλος, φοβικός, άλλοτε άβουλος, σίγουρα αναποφάσιστος, εκκεντρικός και φιλάσθενος Σοστακόβιτς είναι μια πολύτιμη μονάδα του πολιτισμού μας. Πρωτοστάτησε στη «ρώσικη επανάσταση» της μουσικής κι άφησε πίσω του ένα έργο τιτάνα. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να περιγράψει αυτό το έργο που βασίζεται κυρίως στο τονικό και ρομαντικό ιδίωμα αλλά με σπηλιάδες ατονικότητας και απόπειρες σειραϊσμού. Ο Σοστακόβιτς ήταν όλα και τίποτα. Σε αντίθεση με τον Στραβίνσκι, από τον οποίο επηρεάστηκε, δεν κατάφερε ποτέ να διαμορφώσει μια καθαρή αντίληψη για την πατρίδα του στη σκιά του Σταλινισμού και αφέθηκε στην τυραννία του τρόμου. Συρρίκνωσε όχι τόσο το ταλέντο του, ένα τέτοιο ταλέντο δύσκολα συρρικνώνεται, αλλά τη δυνατότητά του να ζήσει σε ένα κόσμο ελεύθερο. Προτίμησε να μείνει παρατηρητής, έστω και έντρομος παρατηρητής, θυμίζοντας κι εδώ τον τρόπο που αγαπούσε το ποδόσφαιρο όχι ως παίκτης, όχι βέβαια, αλλά ως διαιτητής και ως θεατής.

Η Έφη Αγραφιώτη, η διακεκριμένη ελληνίδα μουσικός, αποδείχθηκε μέσα στα χρόνια ιδανική ερμηνεύτρια της ιδιοφυίας του Σοστακόβιτς. Δεν είναι τόσο η εκτελεστική της δεινότητα, σε αυτό το επίπεδο είναι κάτι αυτονόητο, όσο το γεγονός ότι συλλαμβάνει και αποδίδει τον χαρακτήρα αυτής της μουσικής - τον αυτοσαρκασμό, τη λεπτή ειρωνεία, την παρωδία, αλλά και την απόγνωση και τη μελαγχολία της.

Στο κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 2 σε φα μείζονα op. 102, έργο του 1957, η Αγραφιώτη με την συνοδεία της Συμφωνικής ορχήστρας της Ελληνικής ραδιοφωνίας και τη διεύθυνση του Ερρίκου Φρεζή, αναδεικνύει τόσο την καρναβαλική φύση της ρώσικης ψυχής όσο και το μελαγχολικό βέλο της καυκάσιας απεραντοσύνης. Μεταμορφώνει συνεχώς το παίξιμό της μεταπηδώντας από τον πανηγυρικό υλισμό στον ρομαντικό ιδεαλισμό. Στην τολμηρή δακτυλοθεσία της περιέχεται όλη η ανθρώπινη δημιουργία με τις παραλλαγές και τις αντιθέσεις της. Έτσι, από ένα συννεφάκι του άχρονου χρόνου ο συνθέτης θα ακούει το έργο του και θα μειδιά ικανοποιημένος.