Ρεύμα: Μηνιαίο άλμα 14,8% στη χονδρεμπορική αγορά – Στο στόχαστρο οι τιμές στα πράσινα τιμολόγια Νο
Στα 179,41 ευρώ/MWh η μέση τιμή του Οκτωβρίου έως τις 23 του μήνα, με σχεδόν τις μισές ημέρες πάνω από τα 200 ευρώ. Νέο άλμα 12% στην αγορά επόμενης ημέρας, ενώ το ΥΠΕΝ προκρίνει στοχευμένα μέτρα στήριξης και όχι οριζόντιες επιδοτήσεις.
Με αυξημένη ένταση συνεχίζονται οι πιέσεις στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, διαμορφώνοντας ένα δυσμενέστερο περιβάλλον ενόψει της ανακοίνωσης των πράσινων τιμολογίων για τον Νοέμβριο.
Η μέση τιμή του ρεύματος για το διάστημα από την 1η έως τις 23 Οκτωβρίου ανέρχεται στα 179,41 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 156,31 ευρώ/MWh τον Σεπτέμβριο, καταγράφοντας αύξηση 14,78%. Την ίδια στιγμή, σχεδόν τις μισές ημέρες του μήνα η τιμή στη χονδρεμπορική αγορά έχει ξεπεράσει τα 200 ευρώ/MWh, ενισχύοντας τις ανησυχίες για το κόστος προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.
Η εικόνα επιβαρύνθηκε περαιτέρω στη σημερινή αγορά επόμενης ημέρας, καθώς η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς (ΤΕΑ) για τις 23 Οκτωβρίου διαμορφώθηκε στα 225,80 ευρώ/MWh, αυξημένη κατά 12% σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα. Κατά τη διάρκεια του 24ώρου, η τιμή κινήθηκε από τα 90 έως τα 300 ευρώ/MWh, αποτυπώνοντας τη μεγάλη μεταβλητότητα που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την αγορά.
Τα δεδομένα αυτά διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους για τους προμηθευτές, σε μια κρίσιμη περίοδο κατά την οποία προετοιμάζονται οι χρεώσεις των πράσινων τιμολογίων του Νοεμβρίου. Η πορεία της χονδρεμπορικής τιμής αποτελεί, άλλωστε, βασικό παράγοντα για τη διαμόρφωση των τιμολογίων, χωρίς ωστόσο να καθορίζει από μόνη της το τελικό ύψος των χρεώσεων, καθώς ρόλο παίζουν και οι εμπορικές πολιτικές των παρόχων, οι επιμέρους παράμετροι τιμολόγησης και τυχόν κρατικές παρεμβάσεις.
Το φυσικό αέριο κρατά ψηλά το κόστος
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύνθεση του ενεργειακού μείγματος, καθώς το φυσικό αέριο εξακολουθεί να έχει ισχυρή παρουσία στην ηλεκτροπαραγωγή. Για την αγορά της 23ης Οκτωβρίου, το φυσικό αέριο συμμετέχει με 39,6%, ενώ οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καλύπτουν το 42,8%. Ακολουθούν ο λιγνίτης με 6,7%, οι εισαγωγές με 7% και τα υδροηλεκτρικά με 2,3%.
Η υψηλή συμμετοχή του φυσικού αερίου παραμένει κρίσιμος παράγοντας για το κόστος ηλεκτροπαραγωγής, ιδιαίτερα όταν οι συνθήκες της αγοράς οδηγούν σε υψηλότερες τιμές. Παράλληλα, η αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ δεν αρκεί από μόνη της για να αποτρέψει τις ανατιμήσεις, καθώς η τελική διαμόρφωση της χονδρεμπορικής τιμής εξαρτάται από τη συνολική προσφορά και ζήτηση, τη διαθεσιμότητα των μονάδων και τις ανάγκες του συστήματος.
Η συνολική ζήτηση διαμορφώθηκε στις 352,24 GWh. Οι εξαγωγές ανήλθαν σε 39.955 MWh και οι εισαγωγές σε 12.080 MWh, με το ισοζύγιο να εμφανίζεται εξαγωγικό για τη συγκεκριμένη ημέρα.
Περιορισμένα τα περιθώρια για επιδοτήσεις
Το ενδεχόμενο νέων πιέσεων στους λογαριασμούς ρεύματος επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της κρατικής στήριξης των καταναλωτών. Ωστόσο, το μήνυμα που εκπέμπει το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον τα δημοσιονομικά περιθώρια για την επιστροφή στις οριζόντιες επιδοτήσεις που εφαρμόστηκαν κατά την ενεργειακή κρίση του 2022.
Χαρακτηριστικά, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, μιλώντας στο 8ο Renewable & Storage Forum του Energypress, επισήμανε ότι η σημερινή κρίση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνη του 2022, καθώς συνδέεται και με τις πιέσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και ειδικότερα στις αγορές ομολόγων. Οι συνθήκες αυτές περιορίζουν τη δυνατότητα δημοσιονομικών παρεμβάσεων μεγάλης κλίμακας.
«Η ευρωπαϊκή στρατηγική είναι φτιαγμένη για έναν κόσμο με φθηνή ενέργεια. Αυτός δεν είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε σήμερα», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας την ανάγκη αναπροσαρμογής της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής και της αρχιτεκτονικής ενεργειακής ασφάλειας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η κατεύθυνση του ΥΠΕΝ είναι η εφαρμογή στοχευμένων μέτρων για συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών και επιχειρήσεων, αντί για παρεμβάσεις οριζόντιου χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό, βρίσκονται κοντά στην ολοκλήρωση οι συζητήσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το πακέτο στήριξης της βιομηχανίας, ύψους 95 εκατ. ευρώ, ενώ εξετάζεται και η προσαρμογή του μοντέλου ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που εφαρμόστηκε το 2025, με επανεξέταση των δικαιούχων υπό το πρίσμα των σημερινών συνθηκών.
Οι μπαταρίες στο επίκεντρο για τη συγκράτηση των τιμών
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η ενίσχυση της αποθήκευσης ενέργειας αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία για την καλύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ και τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς. Ο Νίκος Τσάφος χαρακτήρισε εφικτή την υλοποίηση έργων αποθήκευσης συνολικής ισχύος 3-4 GW έως το 2028, σημειώνοντας ότι το συνολικό χαρτοφυλάκιο των σχεδιαζόμενων έργων ξεπερνά τα 10 GW, εφόσον συνυπολογιστούν οι διαφορετικές τεχνολογίες και κατηγορίες έργων.
Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει αυτόνομες μπαταρίες, έργα συνδυασμού ΑΠΕ και αποθήκευσης, αντλησιοταμίευση, καθώς και συστήματα αποθήκευσης πίσω από τον μετρητή για την κάλυψη αναγκών αυτοκατανάλωσης. Παράλληλα, προβλέπονται 200 εκατ. ευρώ μέσω της ρήτρας διαφυγής για τη στήριξη έργων αποθήκευσης πίσω από τον μετρητή.
Βασική προϋπόθεση για την επιτάχυνση των επενδύσεων είναι η ταχύτερη έκδοση όρων σύνδεσης από τον ΑΔΜΗΕ, καθώς οι δυνατότητες του δικτύου να υποδεχθεί νέες μονάδες αποθήκευσης αποτελούν έναν από τους περιοριστικούς παράγοντες. Η ανάπτυξη των μπαταριών εκτιμάται ότι μπορεί να συμβάλει στην απορρόφηση πλεονάζουσας παραγωγής από ΑΠΕ και στη μεταφορά της ενέργειας σε ώρες μεγαλύτερης ζήτησης, περιορίζοντας ορισμένες από τις ανισορροπίες που επιβαρύνουν την αγορά.
Παράλληλα, το υπουργείο αναγνωρίζει την ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια και έλεγχο στην αγορά εξισορρόπησης, ενώ παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της διαμόρφωσης μηχανισμού αποζημίωσης για περικοπές ηλεκτρικής ενέργειας που πραγματοποιούνται για λόγους εξισορρόπησης του συστήματος.
Το στοίχημα του Νοεμβρίου
Για τα νοικοκυριά, το άμεσο ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις ανακοινώσεις των προμηθευτών για τα πράσινα τιμολόγια του Νοεμβρίου. Η άνοδος της χονδρεμπορικής τιμής μέσα στον Οκτώβριο δημιουργεί ανοδικές πιέσεις, χωρίς να προδικάζει αυτομάτως το ύψος των τελικών χρεώσεων.
Καθοριστικό ρόλο, πάντως, θα διαδραματίσουν οι αποφάσεις των παρόχων, η τιμολογιακή πολιτική που θα ακολουθήσουν και το κατά πόσο θα απορροφήσουν μέρος της αύξησης του κόστους. Το ερώτημα είναι εάν η επιβάρυνση θα περάσει σε μεγαλύτερο βαθμό στους καταναλωτές ή εάν θα υπάρξουν κινήσεις συγκράτησης των χρεώσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία η δυνατότητα οριζόντιας κρατικής παρέμβασης εμφανίζεται περιορισμένη.
πηγή: news247.gr