«Τenet» Review – Δράση και θέαμα όπως ο Nolan ξέρει μόνο να παραδίδει

Μην υποτιμάς τη δύναμη του χρόνου - H κριτική για την ταινία "Tenet", του νέου φιλμ του σπουδαίου σκηνοθέτη Κρίστοφερ Νόλαν.

«Τenet» Review – Δράση και θέαμα όπως ο Nolan ξέρει μόνο να παραδίδει

«Έν τω τέλει ήν η αρχή». Από τότε που συστήθηκε στο ευρύ κοινό με το “Memento”, ο Christopher Nolan ήθελε να παίζει με το μυαλό του θεατή, με τον χειρισμό του χρόνου. Ο χρόνος είναι σχετικός για τον Nolan και γι' αυτό που θέλει να πει στην μεγάλη οθόνη και είναι ο μοναδικός που μπορεί και τον χειρίζεται με τέτοια μαεστρία, κάνοντας τη χειραγώγηση, θέαμα. Σε περίπτωση που δεν το είχατε καταλάβει, αυτό είναι και το σήμα κατατεθέν του άλλωστε, που τον τοποθετεί δίπλα στους μεγάλους σκηνοθέτες της εποχής μας, όπως ο Scorsese ξέρει να αποδομεί προσωπικότητες, ο Guillermo Del Toro να διηγείται ενήλικα παραμύθια και ο Tarantino να κάνει tribute στα γουέστερν και να οργιάζει με την υπέρμετρη βία στις ταινίες του. Πάνω σε αυτές τις ικανότητές του βασίζεται και το TENET.

Δεν κατάλαβα βέβαια ποτέ γιατί η νέα του ταινία κουβαλούσε ή έπρεπε καν να κουβαλάει τις τύχες του σινεμά στην μετά-κορονοϊού εποχή και να κρίνεται σα να είναι το Άγιο Δισκοπότηρο που άμα το βρούμε -στην προκειμένη το δούμε- θα μας λυτρώσει. Ας σοβαρευτούμε, είναι μια ταινία για να ψυχαγωγήσει τον θεατή και όχι να τη κρίνουμε βάσει του πόσο γρήγορα θα γεμίσει τις τσέπες της Warner Bros. Ο Nolan στο Tenet χτίζει την πλοκή που θέλει να πει πάνω σε ιδέες που έχει παρουσιάσει ξανά στο παρελθόν, αλλά κάπως διαφορετικά. Το αποτέλεσμα -πέραν μερικών εξαιρέσεων- τον δικαιώνει

Βλέπετε, ο Nolan σε κάθε ταινία που φτιάχνει πραγματοποιεί και ένα όνειρο που είχε από μικρός, όπως έκανε με το Inception, το Interstellar και το Dunkirk. Τώρα με το Tenet δημιουργεί τον δικό του James Bond. Και μπορεί να μοιάζει με μια απλούστευση, αλλά οι επιρροές από το είδος των κατασκοπευτικών ταινιών, μαζί με όλα τα κλισέ τους, δίνουν το παρών. Για να σας βάλω στο κλίμα, ο John David Washington αναλαμβάνει μια αποστολή να βρει από που προέρχεται ένα μυστικό όπλο, ικανό να τινάξει τις τύχες του κόσμου στον αέρα και να αποτρέψει ένα Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς είναι μια τεχνολογία που περιγράφεται σαν την ανακάλυψη της δεύτερης ατομικής βόμβας.

Ορίστε, λοιπόν, η αποστολή, ο πρωταγωνιστής -κυριολεκτικά ονομάζεται “Protagonist”- και όλα όσα διακυβεύονται. Τώρα θέλουμε και έναν μεγάλο κακό. Πάρε ένα Ρώσο ολιγάρχη ονόματι Andrei Sator (o Kenneth Branagh με ρωσική προφορά) που έχει στην κατοχή του αυτό το όπλο, λοιπόν, για να δέσει το γλυκό μιας φαινομενικά κλασικής κατασκοπευτικής ταινίας. Ο Protagonist έχει στο πλάι του και έναν απαραίτητο συνεργάτη-δεξί χέρι στο πρόσωπο του Neil του Robert Pattinson, ο οποίος παίζει τον ρόλο του βρετανού πράκτορα σαν ο ίδιος του να είναι ο James Bond της υπόθεσης. Δεν γίνεται, όμως, να υπάρχει πράκτορας χωρίς μια ερωμένη και έτσι δημιουργείται ένα τρίγωνο μεταξύ του Sator, του Protagonist και της γυναίκας του (Elizabeth Debicki), η οποία αποτελεί την «αχείλλιο πτέρνα» του και ένα από τα κλειδιά της υπόθεσης.

Μα στάσου ένα λεπτό, το ίδιο βαρετό και χιλιοπαιγμένο σενάριο του B’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν πήρε και στη Δουνκέρκη; Ήταν φοβερή εκείνη η ταινία όμως. Για αυτό σταθείτε ένα λεπτό πριν βιαστείτε να κρίνετε. Τα μέσα αγιάζουν το σκοπό στο Tenet. Όλη του η μαγεία κρύβεται στο concept του, αυτό που όλοι νομίζαμε ότι είναι time-travel και τελικά δεν είναι. Το σκεπτικό γύρω από το “inversion”, λοιπόν, έχει να κάνει με την αντιστροφή της εντροπίας ενός αντικειμένου στον χώρο, το οποίο θα το εξηγεί η ταινία τόσες φορές που και πάλι, η πλήρης κατανόησή του θα έρθει με το «λύσιμο» της υπόθεσης.

Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές και έσκαβα τις λεπτομέρειες του Tenet που έπιασα μετά από τη πρώτη προβολή της -γιατί σίγουρα μια δεύτερη επιβάλλεται- μου κόλλησε μια ατάκα σαν εμβόλιμο σχόλιο που ο Nolan σπάει τον 4ο τοίχο με το κοινό. «Μην προσπαθείς να το καταλάβεις. Νιώσε το», λέει μια επιστήμονας στον Washington όσο αυτός εκπαιδεύεται στα τερτίπια της αντιστροφής και έχει δίκιο.

Είναι σα να ρωτάς τη συνταγή από το αγαπημένο σου φαγητό σε ένα εστιατόριο, όπου ο μάγειρας δε θα σου πει ποτέ τα μυστικά της συνταγής του και πώς το έφτιαξε. Εδώ είναι κάπως το ίδιο. Μπορεί να φτάνεις στο σημείο να το κατανοείς σε ένα μεγάλο του μέρος, δηλαδή το να βρεις στο περίπου ποια υλικά χρησιμοποίησε όταν το γεύεσαι, επειδή όμως στην προκειμένη όλα γύρω σου τρέχουν κυριολεκτικά μπρος και πίσω, αλλά και προς την ολοκλήρωση της αποστολής, κρύβεται πίσω από αυτές τις στρώσεις το πώς ο Nolan και η μοντέρ του Jennifer Lame έδεσαν τη συνταγή.

Η ροή του χρόνου και πώς αποτυπώνεται στην οθόνη σε σχέση με τον τρόπο που ξετυλίγεται το μπλεγμένο με ταχυδαχτυλουργικό τρόπο σενάριο, είναι η ουσία του Tenet. Όλα τα υπόλοιπα, ακόμη και το εξαιρετικό cast του, είναι η γαρνιτούρα. Και μάλιστα έχει μπόλικη για να το κάνει πιο εύπεπτο εκ πρώτης όψεως σε έναν μη εκπαιδευμένο θεατή, ενώ οι υπόλοιποι πάτε κατευθείαν μέσα στη γέμιση.


Επειδή την παρακολούθησα σε IMAX αίθουσα η δράση και το θέαμα είναι σαν το ζέσταμα ενός ταχυδακτυλουργού πριν εκτελέσει το ‘μαγικό’ του. Αν σας έρχονται vibes από το Prestige είμαστε σε καλό δρόμο. Και ναι, η IMAX βερσιόν προσθέτει πολλά στο σύνολο του θεάματος που προσφέρει ο Nolan, καθώς ήταν η πρώτη φορά που είδα με αυτόν τον τρόπο τις ταινίες του και σε αυτό το κομμάτι διαπρέπει. Ποτέ καμία άλλη ταινία του Nolan, ούτε ένα πολεμικό δράμα όπως η Δουνκέρκη, δεν είχε τόση δράση. Με όλα αυτά υπόψιν, επανέρχομαι στην ικανότητα του «δεν είναι τι κάνεις αλλά το πώς», κάτι που φάνηκε ότι το κατέχει στην τριλογία του Dark Knight.

Εδώ, οι σκηνές μάχης σώμα με σώμα, τα αντιστραμμένα κυνηγητά με αμάξια και η περίφημη σεκάνς που ρίχνουν ένα πραγματικό Boeing 747 πάνω σε ένα αεροδρόμιο και όλα αυτά χωρίς ούτε μια πράσινη οθόνη, είναι η δική του ερμηνεία της ωμής, ακατάπαυστης, «μέσα στα μούτρα» μας -να μου επιτραπεί η έκφραση-, της χολιγουντιανής δράσης. Δεν προσπαθεί να περάσει κάποιο τεράστιο μήνυμα που υπερβαίνει τους χαρακτήρες, όπως πχ το στοιχείο της αγάπης που ήταν η κινητήριος δύναμη του Interstellar. Για να τα λέμε όλα, και εδώ υφίσταται, αλλά σε πολύ πιο ρηχή απόδοση, δίνοντας ένα αποτέλεσμα σα να προσθέτει κάτι που έπρεπε να μπει για να μη χαθεί ένα σερί από τα "trademarks" των ταινιών του. Αν είναι να κατηγορήσει κανείς την ταινία για την απανθρωπιά της, τότε ελεύθερα, γιατί είναι η πιο στεγνή, από αυτή την άποψη, σε όλη του τη φιλμογραφία.

Δεν μίλησα ακόμα για τη μουσική που είναι στo TENET η κινητήριος δύναμη της πολλών οκτανίων δράσης που ξεχειλίζει από το ντεπόζιτο της μηχανής του. Ο Ludwig Goransson έδωσε την απάντηση στο ερώτημα "γίνεται ταινία του Nolan χωρίς τις νότες του Hans Zimmer;". Λοιπόν, γίνεται και ο νεαρός συνθέτης που έκανε το «μπαμ» με το Black Panther, αλλά κατά βάθος λατρεύτηκε από το “Mandalorian”, επειδή κατάφερε να «σπάσει» τον κώδικα του να συνθέσεις φρέσκια μουσική για το Star Wars και την ιδιότροπη -να το θέσω κομψά- fan base του, βγαίνει εδώ με όλα του τα όπλα. Μπρουτάλ ηλεκτρονικές χορδές, αντιστραμμένα εφέ και beats που δαμάζουν τα κύματα της δράσης είναι το σήμα κατατεθέν του Goransson και τα μισά καρδιοχτύπια στην ταινία είτε πρόκειται για χτίσιμο σασπένς είτε να ντυθεί ηχητικά μια καταιγιστική σκηνή δράσης, αυτή βάζει το mood.

Τώρα, για τη φωτογραφία του Hoyte van Hoytema δε μπορεί να πει κανείς πολλά, καθώς την αξία του την απέδειξε στα διαστρικά πλάνα που έριχναν σαγόνια στο Interstellar. Εδώ η απόδοση ενός νοσηρού, στεγνού από ανθρώπινα συναισθήματα και σκιώδη κόσμου γίνεται από μια πρασινωπή και γκρίζα όψη στην φωτογραφία του, η οποία δεν βάζει δα και καμιά υποψηφιότητα για Όσκαρ, αλλά σε συνάρτηση με το ενδυματολογικό κομμάτι και την βαρβάτη, αληθινή δράση, είναι ένα ακόμη απαραίτητο συστατικό. Και λέω ενδυματολογικό κομμάτι, γιατί το production design του Τenet αν και άκρως μινιμαλιστικό, αφήνει ένα vibe πως βρισκόμαστε σε έναν υπόκοσμο, όπου οι κοστουμάτοι κινούν τα νήματα πίσω από τα παρασκήνια.

Στο δια ταύτα, αποτελεί μια ακόμη ταινία του Christopher Nolan με απίθανη, ωμή, δράση, ένα φοβερό και διαφοροποιημένο cast με πολύ καλές ερμηνείες και ένα "high concept' που κοχλάζει τον πυρήνα της ιστορίας και κρύβεται πίσω από έναν αγώνα ταχύτητας. Ενάντια στο χρόνο, τη θέληση για επιβίωση, ένα καλύτερο μέλλον, το Tenet παλινδρομεί τους χαρακτήρες του σαν πιόνια για να ολοκληρώσει την μεγάλη του αποστολή και να μας δείξει τη σημασία που έχει να είναι όμορφο και απολαυστικό ένα ταξίδι, παρά ο προορισμός του.

Τόσο απλά και ξεκάθαρα. Το μόνο που μπορεί να θεωρηθεί για κάποιους τροχοπέδη είναι το genre που επέλεξε για να αποτυπώσει την εν λόγω δύσκολη -εκ πρώτης όψης- στην κατανόηση ιδέα. Και είναι απολύτως θεμιτό, δεν μπορούν όλα να αρέσουν, ακόμη και αν έχουν μια συγκεκριμένη και διακεκριμένη υπογραφή. Βέβαια, το ίδιο έλεγα και για το Dunkirk προσωπικά, όταν πήγα να το δω. «Σιγά τώρα έναν Στρατιώτη Ράιαν θα δούμε» έλεγα και με διέψευσε πανηγυρικά. Με την ίδια λογική, τότε, το Tenet είναι ένα James Bond με 'time-travel' που με τον δικό του εκλεπτυσμένα blockbuster-ικό τρόπο...με διέψευσε πανηγυρικά.

Πηγή: unboxholics