Τελικά, μιλάμε για «βόμβες» ή απλά υπεραξίες;

Ένα φαινόμενο που έχουμε δει πολλάκις το φετινό καλοκαίρι. 

Τελικά, μιλάμε για «βόμβες» ή απλά υπεραξίες;

Να ξεκινήσουμε με μια παραδοχή.

Είναι αλήθεια ότι η πλειοψηφία των Μέσων έχουμε υπερβάλλει αρκετά το τελευταίο διάστημα, όσον αφορά το ελληνικό μπάσκετ. Σε σημείο μάλιστα που το ίδιο το άθλημα στην Ελλάδα έχει «βολεϊοποιηθεί».

Τι σημαίνει αυτός ο όρος; Ουσιαστικά τη μεγαλοποίηση των κινήσεων των ελληνικών ομάδων σε βαθμό που, πλέον, κάθε μεταγραφή, ανανέωση κλπ, αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ ότι πιθανότατα αξίζει. Όπως στο βόλεϊ, όπου κάθε ομάδα έπαιρνε έναν διαγώνιο που αγωνίστηκε κάποια στιγμή στο ιταλικό πρωτάθλημα και χαρακτηριζόταν ως «βόμβα».

Το συγκεκριμένο φαινόμενο έχει παρουσιαστεί πολύ πιο έντονα στον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό, τον ΠΑΟΚ και τον Άρη, για διαφορετικούς λόγους. Οι μεν γιατί είναι πρωταθλητές Ευρώπης, οι δε γιατί έφεραν πίσω τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς και οι Θεσσαλονικείς γιατί θα κάνουν μια πραγματική προσπάθεια πρωταθλητισμού, ξεκινώντας από φέτος.

Ωστόσο, αξίζει να αναφέρουμε ότι το φαινόμενο παρατηρείται και σε ομάδες της Euroleague, κυρίως αυτές που αποφασίζουν να σπρώξουν χρήμα στην αγορά (Dubai BC, Βιλερμπάν).

Αλλά, να πούμε και μια αλήθεια. Δεν είναι όλες οι μεταγραφές «βόμβες». Είναι απλά υπεραξίες. Και θα δώσουμε και παραδείγματα.

Η κίνηση της Βιλερμπάν να πάρει τον Σιλβέν Φρανσίσκο ΔΕΝ είναι «βόμβα». Απλά το ποσό του συμβολαίου του (4 εκατομμύρια) είναι τεράστιο και δυσανάλογο της ποιότητας του Γάλλου παικταρά.

Η μεταγραφή του Άιζακ Μπόνγκα στον Παναθηναϊκό ΔΕΝ είναι «βόμβα». Ο Γερμανός φόργουορντ είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο που, στα κατάλληλα χέρια, αποδεικνύεται πολύ χρήσιμος σε ελίτ ομάδες. Εε, τον ίδιο ρόλο έχει και ο Φρανκ Νιλικίνα, αλλά στη μία περίπτωση πληρώθηκε buy out κοντά στα 700 χιλιάρικα και συμβόλαιο πάνω από 2 εκατομμύρια ευρώ. Για ένα παίκτη που, μέχρι και σήμερα, δεν έχει υπάρξει ΠΟΤΕ ο καλύτερος παίκτης σε οποιαδήποτε ομάδα έχει αγωνιστεί.

Όπως, επίσης, ΔΕΝ είναι «βόμβα» κάθε κίνηση των σωματείων της Θεσσαλονίκης. Το ότι ανέβηκε ο μέσος όρος του ροτέισον από τις 50.000 ανά παίκτη στις 500.000, δεν κάνει κάθε κίνηση καλύτερη από την προηγούμενη. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση του Βασίλη Τολιόπουλου. Το γεγονός ότι ο βραχύσωμος γκαρντ είναι μέσα στους 4-5 Έλληνες που μπορούν να σταθούν στη Euroleague σίγουρα δεν αντανακλά ούτε τον ντόρο, ούτε τα ποσά που έχουν ακουστεί.

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, τέσσερις κινήσεις μπορούν να θεωρηθούν ως πραγματικές «βόμβες». Με χρονική σειρά:

Η απόκτηση του Ζαν Μοντέρο από τον Ολυμπιακό. Καλύτερος νέος παίκτης της Euroleague, μόλις 23 ετών, ήδη έχει αποδείξει ότι στέκεται σε ελίτ επίπεδο.

Η απόκτηση του Γκέρσον Γιαμπουσέλε από τον Παναθηναϊκό. Ένας από τους καλύτερους Ευρωπαίους αθλητές στο ΝΒΑ επιστρέφει στη Γηραιά Ήπειρο κι αναμένεται να παρουσιαστεί ακόμη καλύτερος.

Η απόκτηση του Γιόνας Βαλαντσιούνας από τη Ζαλγκίρις. Ίδια κατηγορία με Γιαμπουσέλε, μετά από 14 χρόνια πίσω στην πατρίδα του.

Η απόκτηση του Τσέντι Όσμαν από τον ΠΑΟΚ. Ο αρχηγός της Εθνικής Τουρκίας σε ομάδα του EuroCup. Να προσθέσουμε κάτι άλλο;

Όλες οι υπόλοιπες «βόμβες» αποτελούν παραδείγματα ακραίας υπεραξίας, η οποία με τη σειρά της έχει εμφανιστεί στο ευρωπαϊκό μπάσκετ για πολλούς λόγους (έλλειψη νέων παικτών, μείωση των διαθέσιμων αθλητών, κίνδυνος από το ΝΒΑ Europe και το κολεγιακό μπάσκετ).

Για αυτό, καλό είναι να κρατήσουμε λίγο πιο χαμηλά τη μπάλα και να είμαστε πιο φειδωλοί στις δηλώσεις μας. Άλλωστε, τις περισσότερες φορές, κερδίζει η ομάδα που έχει τα περισσότερα εργαλεία και τις περισσότερες λύσεις, όχι αυτή με τις συνεχόμενες «βόμβες». Αν ίσχυε αυτό, η ΤΣΣΚΑ και η Ρεάλ θα είχαν από 15 ευρωπαϊκά η κάθε μία.



Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 232110