Κουσίδης: «Στην Αλβανία λαμβάνω σεβασμό»
Όσα δήλωσε ο προπονητής της αλβανικής Απολόνια Φιέρι, Χρήστος Κουσίδης στο EOK WebRadio.
Ο προπονητής της αλβανικής Απολόνια Φιέρι, Χρήστος Κουσίδης, «φιλοξενήθηκε» στην εκπομπή «Άμεσο Ριπλέι» του EOK WebRadio με τον Γιάννη Σταυρουλάκη. Αναλυτικά είπε:
Για το πώς βρέθηκε στην Αλβανία: «Είναι η δεύτερή μου σεζόν στην Αλβανία. Πέρυσι ήμουν στην Τέουτα Ντούρες. Εκείνο το καλοκαίρι βρισκόμουν με τον κόουτς Σφαιρόπουλο για να παρακολουθήσω την προετοιμασία του Ερυθρού Αστέρα και επιστρέφοντας από εκεί μου έγινε μια πρόταση από την ομάδα της Τέουτα. Στην αρχή είχα κάποιους ενδοιασμούς, παρ’ όλα αυτά αποφάσισα να πάρω το ρίσκο και να βρω από τη ζώνη άνεσής μου, γιατί εκείνη τη στιγμή σκεφτόμουν πως ήταν μια πρόταση που θα με βοηθούσε να εξελιχθώ και να δω πράγματα διαφορετικά απ’ ό,τι είχα δει έως τότε στην Ελλάδα και την Μάλτα που ήμουν προηγουμένως».
Για το τι ενδοιασμούς είχε πριν αποδεχτεί την πρόσκληση: «Εκείνη την περίοδο δε γνώριζα το πρωτάθλημα, δεν το παρακολουθούσα, οπότε δεν είχα εικόνα του τι θα βρω εκεί πέρα. Το μόνο πρωτάθλημα που παρακολουθούσα απ’ την… περιοχή ήταν του Κοσόβου. Αυτό το άγνωστο που υπήρχε εκείνη την περίοδο ήταν το μόνο που με κρατούσε σε δεύτερες σκέψεις πριν πάρω απόφαση. Παρ’ όλα αυτά, χαίρομαι πάρα πολύ που πήρα την απόφαση να έρθω. Είμαι αρκετά ευχαριστημένος από αυτά τα δύο χρόνια».
Για την προσαρμογή του στην ομάδα και την αντιμετώπιση που έχει από τους ντόπιους: «Οι περισσότεροι σκεπτόμενοι “Αλβανία” θεωρούν πως θα υπάρχουν κάποιες δυσκολίες στην προσαρμογή, την επικοινωνία, τον τρόπο αντιμετώπισης. Εγώ δεν εξέλαβα προκαταλήψεις ή διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας με τους ανθρώπους εδώ. Αντίθετα, λαμβάνω σεβασμό. Υπάρχουν άνθρωποι εδώ που είτε επειδή έζησαν είτε επειδή δούλεψαν για κάποιον καιρό στην Ελλάδα μιλούν και ελληνικά. Ενώ μπορεί να μη μπορούν να μιλήσουν πάρα πολύ καλά τη γλώσσα μας, όταν ακούν πως είμαι Έλληνας προσπαθούν να μιλήσουν στη δική μου γλώσσα, κάτι που είναι πολύ σημαντικό. Δείχνει εμπιστοσύνη και σεβασμό. Δεν υπήρχε κάποια ιδιαίτερη δυσκολία στην προσαρμογή. Η κουλτούρα μας, τα φαγητά μας, η καθημερινότητά μας, ειδικά εδώ στο Φιέρι που είναι ήσυχη πόλη, είναι πάρα πολύ κοινά με το τι ζούσα ή ζω στην Ελλάδα».
Για την Απολόνια Φιέρι: «Φέτος η ομάδα μας κλείνει εκατό χρόνια ιστορίας. Το όνομά της είναι ελληνικό, απ’ την αρχαία πόλη της Απολλωνίας που βρίσκεται λίγο έξω απ’ το Φιέρι. Υπάρχει αρκετό ελληνικό στοιχείο στην πόλη και γενικότερα ο οργανισμός είναι υγιής. Προσπαθούν να δουλέψουν σε επαγγελματικά πλαίσια και αυτός ήταν ένας σημαντικός λόγος για εμένα να επιστρέψω πάλι στη χώρα».
Για τον φετινό στόχο της ομάδας του: «Όταν έγινε ο προγραμματισμός το καλοκαίρι, ο στόχος ήταν ξεκάθαρα το να φτάσουμε στους τελικούς του πρωταθλήματος. Κάποιοι τραυματισμοί ή λάθος επιλογές παικτών μας έχουν αυτήν τη στιγμή στην 4η θέση. Δεν είμαστε μακριά απ’ τον στόχο μας, απλά θα θέλαμε να βρισκόμαστε στη 2η θέση για να έχουμε καλύτερα πλασαρίσματα και πλεονέκτημα έδρας στα play-offs. Και με την λίγκα Ούνικε, που πήγε πολύ καλύτερα απ’ ό,τι περιμέναμε, και με το εγχώριο πρωτάθλημα, που συνεχίζουμε να είμαστε εντός στόχων, προς το παρόν το πρόσημο είναι θετικό. Θα προσπαθήσουμε στο υπόλοιπο της σεζόν να πραγματοποιήσουμε τις εμφανίσεις που θέλουμε έτσι ώστε να βρεθούμε στους τελικούς».
Για την πορεία της ομάδας στην λίγκα Ούνικε: «Δυστυχώς η ομάδα μας δεν προκρίθηκε στο Final-4, αλλά είμαστε πάρα πολύ ικανοποιημένοι απ’ την πορεία μας. Είχαμε στον όμιλό μας τις δύο ομάδες που αγωνίστηκαν στον τελικό, την Πέγια και την Γκόλντεν Ύλι, από το Κόσοβο αμφότερες. Εμείς με αυτές είχαμε το ίδιο ρεκόρ στο γκρουπ, αλλά δεν προκριθήκαμε λόγω της διαφοράς πόντων. Απ’ τη μία νιώθεις περήφανος για την προσπάθεια που έκανες απέναντι σε τέτοιες ομάδες, οι οποίες έχουν ευρωπαϊκή εμπειρία, απ’ την άλλη, όμως, έχεις μια “πικρία” που δεν έφτασες εκεί που θα μπορούσες. Είχαμε προβλήματα τραυματισμών, κάποιες επιλογές παικτών που δε μας βγήκαν, οπότε δε μπορέσαμε να είμαστε στον τελικό. Παρ’ όλα αυτά, είμαστε αρκετά χαρούμενοι για την πορεία μας στη λίγκα Ούνικε».
Για το επίπεδο του πρωταθλήματος Αλβανίας: «Φέτος το πρωτάθλημα αποτελείται από 12 ομάδες. Είναι ένα πρωτάθλημα δύο ταχυτήτων είναι 6-7 ομάδες άκρως ανταγωνιστικές μεταξύ τους και άλλες τόσες που δε βρίσκονται σε τόσο υψηλό επίπεδο. Οι δύο πρώτες προκρίνονται κατευθείαν στους ημιτελικούς και οι θέσεις 3-6 παίζουν στα προημιτελικά. Ο αριθμός των ξένων είναι απεριόριστος, υπάρχει όμως οικονομικός περιορισμός. Εμείς φέτος είχαμε έξι ξένους και μαζί με κάποιους ντόπιους παίκτες και νεαρούς συμπληρώνουμε την ομάδα για να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις του πρωταθλήματος. Έχουμε μόνο Αμερικανούς ξένους. Γίνονται προσπάθειες για αναβάθμιση του πρωταθλήματος και του μπάσκετ της χώρας γενικότερα. Σίγουρα υπάρχει χώρος για μεγαλύτερη βελτίωση και εξέλιξη. Υπάρχει μια ιδιαιτερότητα που προς το παρόν κρατάει τα πράγματα σταθερά. Υπάρχουν τα κλαμπ που ανήκουν σε ιδιώτες και αυτά που ανήκουν στην πολιτεία και τους δήμους, όπως η δική μας ομάδα. Έτσι, αντιμετωπίζουν κάποιες δυσκολίες γραφειοκρατικές, ακόμα και για μεταγραφές παικτών ή τα logistics. Η δική μας ομάδα αυτήν τη στιγμή είναι ανταγωνιστική, βρισκόμαστε σχεδόν στο τέλος της κανονικής διάρκειας. Στόχος είναι να τερματίσουμε όσο ψηλότερα γίνεται. Είμαστε 4οι αυτήν τη στιγμή και ελπίζουμε να πάμε 2οι ή 3οι για να έχουμε καλύτερα πλασαρίσματα».
Για το ενδιαφέρον των Αλβανών στο μπάσκετ: «Το ποδόσφαιρο, όπως και στις περισσότερες χώρες, έχει το μεγαλύτερο κομμάτι της “πίτας”. Δεν υπάρχει η ιδιαιτερότητα που έχουμε στο μπάσκετ. Οι περισσότερες ομάδες είναι ιδιωτικές, οπότε μπορούν να γίνουν επενδύσεις, να έχουν χορηγίες. Προσπαθούν να το αλλάξουν και στο μπάσκετ αυτό, να μπορέσουν να ιδιωτικοποιήσουν ομάδες που ανήκουν στην πολιτεία, έτσι ώστε να μπορέσουν να έρθουν περισσότερα χρήματα. Η αλήθεια είναι πως ο κόσμος τώρα σιγά-σιγά αρχίζει να παρακολουθεί λίγο παραπάνω το σπορ, λόγω και κάποιων επιτυχιών της Εθνικής ομάδας. Αυτό που θεωρώ πως πρέπει να γίνει είναι να δώσουν βάση στις ακαδημίες και να μπορέσουν να φτιάξουν ακαδημίες ώστε να παράγουν παίκτες. Οι ντόπιοι παίκτες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο πρωτάθλημα επιλέγουν κυρίως να φύγουν στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη γηγενών παικτών στο πρωτάθλημα της Αλβανίας».