Σταμάτης Κόκοτας - Ο Κολοσός του Παρισιού
Σαν σήμερα, 23 Μαρτίου, γεννήθηκε μια μεγάλη φωνή
Το κυνήγι της δόξας δεν είναι εύκολο σε ένα κόσμο που όλα τα βλέπουμε πια μέσα από τον συχνά παραμορφωτικό καθρέφτη της ενημέρωσης. Μια ανούσια λεπτομέρεια μπορεί να κάνει τη διαφορά. Αδαείς δημοσιογράφοι καιροφυλακτούν αναζητώντας συμβολισμούς σε πρόσωπα και δράσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που ευνοήθηκαν τερατωδώς από συγκυρίες και τυχαίες παρατηρήσεις.
Τρανταχτά τα παραδείγματα από τη μουσική σκηνή. Καλλιτέχνες μικρής αξίας πήραν τα εύσημα κι έκαναν καριέρα αξιοποιώντας περισσότερο μια πεποιημένη εικόνα και λιγότερο την αξία τους. Σε μια αφελή πολιτιστικά χώρα όπως οι δικοί μας, οι αναγνώστες διαβάζουν με το αυτί και οι ακροατές με τα μάτια.
Το λαϊκό τραγούδι ως συνέχεια του ρεμπέτικου αποτέλεσε μια κοινωνική και πολιτική ανάγκη στο μετεμφυλιακό τοπίο. Δεν υπάρχει κάποια ρήξη όπως πολλοί υποθέτουν. Ο Καζαντζίδης του '50, που ερμηνευτικά θα δώσει σχήμα στα νέα μουσικά ήθη, αξιοποιεί την δοσμένη παράδοση, εμπλουτίζοντάς την με στοιχεία από όλη την Ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Γύρω από αυτή την εραλδική φωνή θα ακμάσουν και όλοι οι άλλοι θαυμαστοί αστέρες της εποχής -Πάνος Γαβαλάς, Πόλυ Πάνου, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Καίτη Γκρέι.
Η δεκαετία του '60 θα σημάνει αλλαγή σκυτάλης, με δύο βασικά πρόσωπα, τη Βίκυ Μοσχολιού και τον Σταμάτη Κόκοτα. Η βαρύτητα του δεύτερου υπέπεσε σε μια αβάσταχτη ελαφρότητα γύρω από τις θρυλικές φαβορίτες και το μακρύ μαλλί. Προφανώς και ο ίδιος ο Κόκοτας επένδυσε σε αυτή την εικόνα. Επιστρέφοντας από το Παρίσι της εποχής εκείνης, έφερε στην Ελληνική μουσική φρέσκιες ερμηνευτικές ιδέες. Ο Σταμάτης δεν ήταν ποτέ ένας βεριτάμπλ λαϊκός τραγουδιστής, στο ύφος του Καζαντζίδη και του Μπιθικώτση. Η φωνή του γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στο λαϊκό και στο ελαφρύ τραγούδι, με μια χροιά συμφιλίωσης. Είναι όμως σίγουρα πιο λαϊκός από έναν άλλο σημαντικό τραγουδιστή της εποχής εκείνης, τον Γιάννη Πάριο, στο βαθμό που λαϊκός ήταν και ο ανεπανάληπτος Νίκος Γούναρης Τον εμπιστεύονται συνθέτες όπως ο Τσιτσάνης και ο Καλδάρας, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Δήμος Μούτσης, ο Γιώργος Ζαμπέτας. Είναι μια ολόκληρη σχολή αυτός ο τραγουδιστής. Ακούει κανείς σήμερα τις εκτελέσεις τραγουδιών που απέχουν μισό αιώνα, αποφλοιωμένες από τις ανοησίες των δημοσιογράφων, αφουγκράζεται την τονική τους ακρίβεια, το ερμηνευτικό βάθος, την καθαρότητα και τον ευρωπαϊκό αέρα και υποκλίνεται μπροστά σε ένα πραγματικό μέγεθος.