Ο μπράβος Γιάννης Κατσιμίχας με το κονσερβοκούτι στο λαιμό του Καζαντζίδη

Μπράβοι της νύχτας, μια κοινωνία σκιών στα λαϊκά κέντρα του '50 και του '60 που έθετε τους δικούς της κανόνες..

Ο μπράβος Γιάννης Κατσιμίχας με το κονσερβοκούτι στο λαιμό του Καζαντζίδη

Στα λαϊκά κέντρα του ’50 και του ’60 υπήρχε μια παράξενη αύρα, μίγμα ξεφαντώματος και παρανομίας, σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη πολιτικά και κοινωνικά Ελλάδα. Ανάμεσα σε καλλιτέχνες και πελάτες παρεισέφρεαν μπράβοι της νύχτας, κουμανταδόροι μιας κοινωνίας σκιών, που γνώριζε δικούς της κανόνες.

Ο Γιάννης Κατσιμίχας, ήταν ονομαστός ταραχοποιός της Αθηναϊκής νύχτας, με παρελθόν βασανιστή πολιτικών κρατουμένων. Είχε όμως και το «ψώνιο» του τραγουδιστή και πάσχισε πολύ να περάσει την Υψηλή Πύλη της δισκογραφίας κάνοντας όνειρα για μεγάλη καριέρα. Η φραγή που έβαζαν όμως οι εταιρίες εκείνη την εποχή σε επίδοξους τροβαδούρους σαν κι αυτόν, δεν τον άφησε να γευτεί τη δόξα και το χρήμα που ονειρευόταν. Ο Κατσιμίχας φαίνεται πως είχε εμμονή με τον Καζαντζίδη θεωρώντας πως αυτός του έκοβε το δρόμο. Στις αρχές του ’60 είχε προσκολληθεί στον Χιώτη, ο οποίος, κατά τα λεγόμενά του, είχε προβάρει μαζί του ένα δυο τραγούδια χωρίς όμως άλλη εξέλιξη.

Μια νύχτα του 1961 ο Γιάννης Κατσιμίχας ξεκινά από την «Σπηλιά του Παρασκευά» στον Πειραιά, όπου εμφανίζονταν Μανώλης Χιώτης και Μαίρη Λίντα με κατεύθυνση το Μοσχάτο και το κέντρο του Κουλουριώτη, όπου τραγουδούσε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Τη συνέχεια τη διηγείται ο ίδιος ο Στέλιος στον Βασίλη Βασιλικό:

Απ’ τη ‘Σπηλιά του Παρασκευά, όπου δούλευε ο Χιώτης έρχεται ένα βράδυ στο δικό μου μαγαζί ο Κατσιμίχας μεθυσμένος και με ύφος προκλητικό. Όταν κατέβηκα στα τραπέζια μου λέει, Τί σου χω κάνει και δε μ’ αφήνεις να ανέβω και εγώ στο πάλκο σαν τραγουδιστής; Εγώ δεν τον είχα βασανιστή στην Μακρόνησο. Εγώ είχα έναν άλλον τον Μιχαηλίδη τον Θωμά. Ο Κατσιμίχας αυτός ήταν της κλάσης του Μπιθικώτση, του Θεοδωράκη. Πασίγνωστος. Τον γράφουν και τα βιβλία. Όπως και τον Θεοφιλογιαννάκο της ΕΣΑ. Του λέω, δεν σε καταλαβαίνω. Μου λέει, ξέρεις πολύ καλά τι θέλω να πω. Θα τα πούμε στο σχόλασμα. Στο σχόλασμα μπαίνει στο καμαρίνι μεθυσμένος με ένα καπάκι από κονσερβοκούτι. Τα μάτια του είχαν σακουλιάσει. Μου λέει, αν σου πάρω το λαρύγγι τώρα τί θα γίνει; Βρε Γιάννη σύνελθε τι έχεις πάθει; Μου λέει, έχεις θέσει όρο στον Λαμπρόπουλο τον Τάκη (τον διευθυντή της Columbia) ή εσύ ή εγώ. Του λέω, τρελός είσαι, ποιος σου τα έχει πει αυτά; Ο ίδιος ο Μανώλης ρε μου τα χει πει. Ο Χιώτης; Μιλάς σοβαρά; Ο Μανώλης είναι φίλος μου, μου λέει, αυτά που σου λέω, μου ορκιζότανε κιόλας...

Τη επιτυχία που οραματιζόταν ο Κατσιμίχας δεν την γεύτηκε, ωστόσο κατάφερε με το πες πες, με τη φοβέρα και τα καλοπιάσματα, να κάνει μερικά δισκάκια.

Στοιχεία αντλήθηκαν από stelioskazantzidis.blogspot.com