Δίψα, ο σοφός οδηγός

Κατά τη διάρκεια του τρεξίματος, ή άλλης απόπειρας αναστάτωσης της ομοιόστασης του οργανισμού, το σώμα ενεργοποιεί μηχανισμούς διατήρησης της εσωτερικής του σταθερότητας.

Δίψα, ο σοφός οδηγός

Έτσι, ένας μαραθωνοδρόμος μπορεί να έχει σημαντική απώλεια υγρών, μέσω της εφίδρωσης, και αυτό, όχι μόνο να μην επηρεάζει την απόδοσή του, αλλά να τη βελτιώνει, λόγω μείωσης τους βάρους. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα στους Κενυάτες, οι οποίοι πίνουν ελάχιστα υγρά, κατά τη διάρκεια του αγώνα και τερματίζουν αφυδατωμένοι – ελαφρύτεροι κατά τουλάχιστον τρία κιλά, διατηρώντας ή ακόμη και αυξάνοντας την ταχύτητά τους τα τελευταία χιλιόμετρα.

Η προερχόμενη από το μάρκετινγκ επικρατούσα άποψη προτρέπει τον δρομέα να πίνει πολλά υγρά, προτού καν διψάσει, διότι παραμονεύει ο κίνδυνος της αφυδάτωσης και της θερμοπληξίας. Υποστηρίζεται μάλιστα πως όταν κάποιος διψάσει είναι ήδη αργά και μειώνεται η απόδοσή του, επειδή έχει χάσει περίπου 2% του βάρους του.

Η άποψη της επιστήμης όμως έχει ξεκάθαρα αναδείξει ότι το σώμα γνωρίζει πολύ καλά τις ανάγκες του για νερό και έχει καλά αναπτυγμένους μηχανισμούς ανίχνευσης και διόρθωσης της απώλειας των υγρών του.

Ένας από τους μηχανισμούς αυτούς είναι η διατήρηση της ωσμωτικότητας σε στενά όρια. Ωσμωτικότητα είναι η ικανότητα ενός διαλύματος να συγκρατεί το νερό σε ένα χώρο, όπως ακριβώς κάνει το σφουγγάρι. Αυτό οφείλεται στην ύπαρξη διαφόρων ουσιών στο νερό. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός αυτών των ουσιών (όχι το μέγεθός τους), τόσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητα συγκράτησης του υγρού στον χώρο, δηλαδή η ωσμωτικότητά του.

Ο ενδοαγγειακός χώρος (το αίμα), ο διάμεσος χώρος (το υγρό, το οποίο περιβάλλει τα κύτταρα) και ο ενδοκυττάριος χώρος έχουν διαφορετική ωσμωτικότητα, επειδή διαθέτουν διαφορετικό αριθμό ουσιών (ωσμωτικά δρώσες ουσίες). Οι ουσίες αυτές, οι οποίες συγκρατούν το υγρό στα αγγεία (σα σφουγγάρι), όπως και στο διάμεσο χώρο είναι κυρίως το αλάτι (Na+) και τα λευκώματα, ενώ στον ενδοκυττάριο είναι κυρίως τα άλατα του Καλίου και του Μαγνησίου, οι ενδοκυττάριες πρωτεΐνες και τα ενδοκυττάρια οργανίλια.

Σημειώνεται ότι ο οργανισμός ενδιαφέρεται, κυρίως, για τη διατήρηση της ενδοκυττάριας σταθερότητας, αδιαφορώντας, έως ένα σημείο, για την απώλεια νερού και ηλεκτρολυτών μέσω της εφίδρωσης. Αν η ωσμωτικότητα αυξηθεί εκτός των κυττάρων, δηλαδή στο διάμεσο και ενδοαγγειακό χώρο, εξαιτίας της εφίδρωσης, το υγρό, το οποίο βρίσκεται στα κύτταρα θα τείνει να εξέλθει προς τον διάμεσο και ενδοαγγειακό χώρο, για να διατηρήσει την ωσμωτικότητά τους σταθερή.

Επειδή όμως το σώμα δεν το θέλει αυτό, αφού απώτερος στόχος είναι η διατήρηση της ενδοκυττάριας σταθερότητας, ενεργοποιούνται άμεσα δύο μηχανισμοί:
Α) Η παραγωγή της αντιδιουρητικής ορμόνης, ρόλος της οποίας είναι η μείωση της αποβολής των ούρων, δηλαδή οικονομία υγρών.
Β) Ο μηχανισμός της δίψας.

Ακόμα και ελάχιστη αύξηση της ωσμωτικότητας, κάτω από 4%, προκαλεί διέγερση του μηχανισμού της δίψας και οδηγεί στην αναζήτηση νερού. Μόλις το νερό φτάσει στο αίμα και το αραιώσει μειώνεται η ωσμωτικότητά του κάτω από το όριο ενεργοποίησης του αισθήματος της δίψας. Ο κύκλος αυτός επαναλαμβάνεται συνέχεια μέχρι το τέλος της άσκησης ή του αγώνα, οπότε η εφίδρωση σταματάει και αρχίζει η αποκατάσταση.

Η δίψα είναι ένας τέλειος μηχανισμός και αν ο δρομέας υπακούει σ’ αυτόν δεν κινδυνεύει από αφυδάτωση και θερμοπληξία. Αντίθετα, αν ο δρομέας αγνοεί το αίσθημα της δίψας και πίνει με βάση του υπολογισμούς της απώλειας ιδρώτα και του βάρους το πιθανότερο είναι να οδηγηθεί στην πρόσληψη περισσότερων υγρών, με αποτέλεσμα να αραιώσει το αίμα του, οπότε μειώνεται η ωσμωτικότητα έξω από τα κύτταρα, στον διάμεσο και στον ενδοαγγειακό χώρο, και το υγρό, αναπόφευκτα, μετακινείται μέσα στα κύτταρα. Το σώμα αρχικά αμύνεται, ενεργοποιώντας μηχανισμούς αποβολής ύδατος, επαναφέροντας προσωρινά την ωσμωτικότητα στα φυσιολογικά όρια, αλλά ο κίνδυνος που καραδοκεί είναι το οίδημα των εγκεφαλικών κυττάρων, λόγω υπονατριαιμίας, μιας κατάστασης ιδιαίτερα απειλητικής για τη ζωή του δρομέα.

Το βιβλίο του Δρόσου Βενετούλη «Γεννηθήκαμε δρομείς» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μπαρτζουλιάνος».

Δρόσος Βενετούλης
Πνευμονολόγος, Δ/ντής ΜΕΘ Τζανείου, Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά.