Ο Ζαν Κοκτώ ανοίγει χαραμάδες στο μυστήριο της ζωής του Μαρσέλ Προυστ
Ο Γάλλος ποιητής και μυθιστοριογράφος υπήρξε στενός φίλος του Προυστ
Ο Ζαν Κοκτώ ήταν κατά πολύ νεότερος του Προυστ αλλά η διαφορά ηλικίας δεν εμπόδισε τους δύο άντρες να αναπτύξουν μια βαθιά φιλία που κράτησε μέχρι το θάνατο του δεύτερου.
Ο εικοσάχρονος Κοκτώ ήταν ένας ακαταμάχητος δανδής που περιέφερε τη γοητευτική αθωότητά του στα παρισινά σαλόνια. Η φιλία που ανέπτυξε με τον συγγραφέα του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», εμπεριείχε τον αμέριστο σεβασμό και την υποστήριξη στον μέγα ανανεωτή της γαλλικής λογοτεχνίας αλλά και εντάσεις και ζήλεια από την πλευρά του Μαρσέλ για το κοινωνικό χάρισμα του νεαρού φίλου του.
Από την πλευρά του ο Κοκτώ περιγελούσε τον σπουδαίο φίλο του, διασκεδάζοντας τους κοινούς τους φίλους καθώς αναπαριστούσε τον ασθματικό τρόπο ομιλίας του αλλά και τις ιδιοτροπίες της μεγαλοφυίας του. Αναπαριστούσε κυρίως τον τρόπο με τον οποίο ο Προυστ μιλούσε ασταμάτητα χωρίς να παίρνει ανάσα, κάνοντας ατελείωτες παρενθέσεις στις προτάσεις του, ακριβώς όπως και στο γράψιμό του. Στα καπομνημονεύματά του, ο Κοκτώ περιγράφει το περίφημο διαμέρισμα του Προυστ στην οδό Boulevard Haussmann, το οποίο ήταν επενδυμένο με φελλό για να μην περνάει ο θόρυβος. Σε ένα δωμάτιο που έμοιαζε με υποβρύχιο ή με τάφο, ο Προυστ ζούσε σε απόλυτο σκοτάδι, με κλειστά παράθυρα, ανάμεσα σε αναθυμιάσεις από σκόνες για το άσθμα του.
Ο Κοκτώ αναφέρει επίσης: «Γνώρισα τον Προυστ όταν ακόμα ήταν παντελώς άγνωστος αλλά όλοι του συμπεριφερόμαστε σαν να ήταν διάσημος. Ζούσε ανάμεσα στα φαρμακευτικά φιαλίδια και στα χειρόγραφά του γεμάτα καλικατζούρες που κι ο ίδιος δυσκολευόταν να διακρίνει. Αφού όταν προσπαθούσε να τα διαβάσει έβαζε τα γέλια. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνες τις νυχτερινές αναγνώσεις του που διέκοπταν τα χαχανητά του».
Ο Κοκτώ ήταν από τους ελάχιστους φίλους που στάθηκαν στο νεκροκρέβατο του Προυστ το 1922 Αντικρίζοντας δίπλα στον νεκρό τα στοιβαγμένα χειρόγραφα δίνει μια εξαιρετικά ποιητική περιγραφή: «Εκείνη η στοίβα χαρτιού στα αριστερά του ήταν ακόμα ζωντανή, σαν ρολόγια που χτυπούν στους καρπούς νεκρών στρατιωτών».