Γκρεγκ Τζάκσον: Οι άσωτοι

Η ανάμεικτη αναγνωστική εμπειρία, από τη συλλογή διηγημάτων του Γκρεγκ Τζάκσον, "Άσωτοι". Οι καλές στιγμές και το μειονέκτημα. Γράφει ο Δημήτρης Στεφανάκης. 

Γκρεγκ Τζάκσον: Οι άσωτοι

Σκέφτομαι συχνά πόσα οφείλουν οι αμερικανοί πεζογράφοι στη χαμένη γενιά των εκπατρισμένων – τι θα είχαν απογίνει χωρίς τον Φιτζέραλντ, τον Χεμινγουέι και τον Γουλφ…

Όλοι αυτοί οι συγγραφείς οι χωρίς μνήμη που έγραψαν μυθιστορήματα χωρίς μνήμη, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Καμύ, έδωσαν την ψευδή εντύπωση πως και η λογοτεχνία είναι πλέον αμερικανική υπόθεση. Ο πνευματικός ιμπεριαλισμός των γιάνκηδων γονιμοποιήθηκε στο Παρίσι του μεσοπολέμου κι έδωσε καρπούς.

Τα μυθιστορήματα των Αμερικάνων συγκλόνισαν τους αφελείς Ευρωπαίους δημοσιογράφους, που σαν να μην είχαν ξαναδιαβάσει μεγάλες αφηγήσεις τα υποδέχτηκαν όπως την τσιχλόφουσκα και τα καλσόν. Ασφαλώς και αξίζει να γίνεται λόγος για τον Μεγάλο Γκάτσμπι, το Γύρνα Σπίτι Άγγελέ μου, το Αβεσσαλώμ Αβεσσαλώμ, την Λολίτα και τον Χέρτσογκ. Η προτεραιότητα ωστόσο που δίνεται πάντα στα κείμενα του Νέου Κόσμου είναι συχνά ατυχής.

Διάβασα τη συλλογή διηγημάτων του Γκρεγκ Τζάκσον ΄Ασωτοι με κάποια προκατάληψη, οφείλω να ομολογήσω. Η αναγνωστική εμπειρία που αποκόμισα ήταν ανάμεικτη. Ο Τζάκσον είναι παιδί μιας εποχής που έχει το δικό της τρόπο να κάνει σεξ, να διασκεδάζει, να βρίζει, να εργάζεται, να ερωτεύεται, να παντρεύεται και να βρίζει. Ο Βάγκνερ στην Έρημο αποτελεί αφηγηματική κακοτεχνία στο βαθμό που η γλώσσα και οι συνήθειες των χαρακτήρων είναι προκατασκευασμένες, με ένα σκηνικό φόντο, βιασμένο και ακαλαίσθητo – η ανάγκη του συγγραφέα να δείξει ότι κολυμπάει με το ρεύμα ή, αν θέλετε, κόντρα στο ρεύμα. Το Σερβίς και βολέ κοντά στο Βισύ, αντίθετα, σε κερδίζει με αυτές τις πινελιές εσωτερικότητας που δεν θα περίμενες.

Η μοίρα των ηρώων εδώ είναι πιο πειστική, σαφώς πιο δουλεμένη. Ο συγγραφέας σκάβει βαθύτερα στη γη, για να περάσει το νήμα της πλοκής. Η διαφορά ποιότητας ανάμεσα στα δύο πρώτα διηγήματα παρά την κοινή χρήση υλικών αποδεικνύει ότι ένα αφήγημα είναι προϊόν γνώσης και σύνεσης. Ωστόσο και σε αυτή τη σύντομη ιστορία υπάρχουν οι εγγενείς αδυναμίες του αμερικανού πεζογράφου.

Ο Τζάκσον ως γνήσιο τέκνο της αμερικάνικης μυθοπλασίας έχει ένα βασικό μειονέκτημα: σαρώνει με χοντροκομμένο τρόπο τη δράση των χαρακτήρων του, περιφρονώντας τον κανόνα της προοικονομίας. Στήνει ένα στιγμιότυπο χωρίς να χολοσκάει για πολλές εξηγήσεις και το εγκαταλείπει εξίσου επιπόλαια στην επόμενη παράγραφο. Στο Επιθαλάμιον ο συγγραφέας επιστρέφει στις ευκολίες του, στη βωμολοχία του συρμού, στο αβίαστο σεξ, στις ανορθόδοξες σχέσεις, στην επιδειξιμανία του σήμερα.

Οι Δυναμικές στη θύελλα θυμίζουν κάτι από την σημαντική πεζογραφία της μεταπολεμικής Αμερικής, ενώ οι Μεταστροφές της Έιμι είναι ένα σχεδόν αριστουργηματικό διήγημα. Καλή στιγμή και οι Αδερφές του Τάννερ σε αντίθεση με το Καλοκαίρι 1984 και την Κατάρρευση της μετα-αφήγησης που μας γυρίζουν πίσω στην αστοχία και στην μετριότητα του πρώτου διηγήματος, με εξαίρεση ίσως τις τρεις τελευταίες σελίδες, όπου ο Τζάκσον αποδύεται σ’ ένα δυνατό αφηγηματικό κρεσέντο.
Κοντολογίς, έχουμε να κάνουμε με ένα πεζογράφο που πλησιάζοντας το όριο της συγγραφικής ενηλικίωσης κουβαλά τη σκευή των αναγνώσεών του μαζί με τα ποικίλματα των στοχασμών του:

«Ζούμε με τα λάθη μας. Τα μετανιώνουμε, με τον καιρό απομακρυνόμαστε από αυτά και αργότερα λέμε στους εαυτούς μας ότι ήταν αναγκαία για να δημιουργηθεί ο άνθρωπος που έχουμε γίνει» (σελ. 127)

«Η ειλικρίνεια είναι ένα ψέμα, μια πιο κοπιαστική αυταπάτη, σαν ένα λευκό φως που αν το πλησιάσεις και το δεις από κοντά αποσυντίθεται σε όλα τα χρώματα εκτός από το δικό του» (σελ. 165)

«Κάθε κωμωδία τελειώνει μ’ ένα γάμο, λένε. Κάθε τραγωδία μ’ ένα θάνατο». (σελ. 277)

Αναρωτιέμαι βέβαια γιατί ένας συγγραφέας με τέτοια ποιότητα σκέψης έχει ανάγκη να χρησιμοποιεί το σεξ, τα ναρκωτικά και τα βρομόλογα ως από «μηχανής θεούς», προκειμένου έτσι να κλείνει κάποιες τρύπες σε μια πρόχειρα δομημένη αφήγηση.
Η μετάφραση του Παναγιώτη Κεχαγιά καταφέρνει να αποδώσει την φρεσκάδα της γραφής του Τζάκσον αλλά ως εκεί.

Είναι σαφές ότι ο μεταφραστής έλκεται από την κακοχωνεμένη αργκό. Κάποιος όμως πρέπει να του εξηγήσει ότι δεν ακολουθούμε το συντακτικό και τη γραμματική της γλώσσας που μεταφράζουμε. Για παράδειγμα, τα λάθη μας «δεν τα μετανιώνουμε» αλλά μετανιώνουμε για αυτά. Επίσης η συνήθεια να ξεκινάμε μετά από τελεία με το αναφορικό που, δεν είναι έκφραση νεωτερικότητας αλλά αγραμματοσύνης.

Μετάφραση: Παναγιώτης Κεχαγιάς

Εκδόσεις Αντίποδες