Τι μας έμεινε από τη λογοτεχνία;

Ζούμε στην εποχή της πληροφορίας και κατά τον Τ.Σ. Έλιοτ αναζητούμε μάταια τη σοφία και τη γνώση που χάσαμε μέσα στο πολύχρωμο πανηγύρι της ενημέρωσης.

Τι μας έμεινε από τη λογοτεχνία;

Στην αρχή αυτής της παράξενης χιλιετίας θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι μας έμεινε από τη λογοτεχνία πέρα από αγχώδεις και πανταχού παρόντες συγγραφείς αλλά και εκδότες που αισιοδοξούν για ένα ευρύτερο κοινό που θα διογκώσει τα κέρδη τους∙ πέρα από επιδειξίες της ανάγνωσης που αντλούν κύρος και γόητρο από τη σχέση τους με τα βιβλία αλλά και δημοσιογράφους που υποκαθιστούν την ανυπαρξία λογοτεχνικής κριτικής.

Η κρίση ή η παρακμή, αν θέλετε, δεν έχει να κάνει με τη νεοελληνική πραγματικότητα και ας υπάρχουν σήμερα συγγραφείς της γενιάς του ’80 που διαπιστώνουν με λύπη πως το ελληνικό μυθιστόρημα παρακμάζει, λες και άκμαζε κάποτε. Το πρόβλημα υπάρχει σε διεθνές επίπεδο, δίνοντας συχνά την εντύπωση πως το πρώτο θύμα της παγκοσμιοποίησης είναι η λογοτεχνία.

Είναι άσκοπο να αξιολογήσουμε την ποιότητα της σημερινής λογοτεχνικής παραγωγής και θα πρέπει να περιμένουμε το χρόνο να το κάνει. Αν θέλουμε, ωστόσο, να διατυπώσουμε αξιολογικές κρίσεις για τις οποίες να μην ντρεπόμαστε ύστερα από είκοσι χρόνια, καλά θα κάνουμε να αποφεύγουμε χαρακτηρισμούς του τύπου «συγκλονιστικό μυθιστόρημα», «διαβάζεται απνευστί», «γροθιά στο στομάχι»…

Η λογοτεχνία έχασε από τη μια μέρα στην άλλη την αυτονομία της. Αποτελεί μια κομψή, βολική πρόφαση που την δένει ο καθένας πίσω από το άρμα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της ιστορικής αλήθειας, της γνώσης και των περίφημων αξιών. Τα λογοτεχνήματα σήμερα τοποθετούνται στην προκρούστεια κλίνη της ανθρώπινης αδαημοσύνης. Πρέπει να ανταποκρίνονται σε προδιαγραφές που θέτουν εκ των προτέρων στον συγγραφέα, οι αναγνώστες του, ο εκδότης και οι δημοσιογράφοι. Η λογοτεχνία επιφορτίζεται με την εξουθενωτική αποστολή να συγκλονίζει απονέμοντας δικαιοσύνη, υπερασπιζόμενη μεγάλες ιδέες, παίρνοντας θέση εκεί που ούτε η Ιστορία δεν τολμά να το κάνει.

Η λογοτεχνία είναι πια ζήτημα θεματολογίας και τίποτε περισσότερο. Εγκαταλείφθηκαν τα αιτήματα του ύφους, η λεπτή ειρωνεία και η υπαινικτική λειτουργία της είναι ψηλά γράμματα. Οι συγγραφείς γίνονται όλο και πιο χοντροκομμένοι, δεν διατυπώνουν ερωτήματα, απαντούν σε όσα ήδη απασχολούν το κοινό τους.

Η λογοτεχνία είναι το αποπαίδι της Ψυχολογίας, της Ιστορίας, των Επιστημών. Είναι η λογοτεχνία των βιβλιοπωλείων, των παρουσιάσεων, της παραλίας, των εργαστηρίων δημιουργικής γραφής. Είναι η λογοτεχνία μιας κοινωνίας που παρακμάζει, μουλιάζοντας μέσα στους γλυκερούς χυμούς της ενημέρωσης, κατασκευασμένη με τη λογική του fast food και της μεροληπτικής κατανάλωσης. Δεν είναι πια ο «θρίαμβος του ύφους», όπως θα έλεγε η Βιρτζίνια Γουλφ και σε καμία περίπτωση δεν εκπληρώνει το θεμελιώδες προαπαιτούμενο της συγγραφικής τέχνης – να ξέρει δηλαδή κάποιος πώς να γράψει. Κι αυτό είναι ό,τι μας έμεινε από τη λογοτεχνία.