«Ξυπνούσα για να την δω»

Το πραγματικό της όνομα ήταν Λούκου.

«Ξυπνούσα για να την δω»

Το «Λαμπέτη» το δανείστηκε από το ποίημα του Βαλαωρίτη «Αστραπόγιαννος» και με αυτό της έμελλε να λάμψει και να καθιερωθεί στην συνείδησή μας, ως μία από τις μεγαλύτερες ηθοποιούς, τόσο του κινηματογράφου -«Κυριακάτικο ξύπνημα», «Το κορίτσι με τα μαύρα», «Κάλπικη λίρα», «Το τελευταίο ψέμα»- όσο και του θεάτρου: «Πεγκ καρδούλα μου», «Νυφικό κρεβάτι», «Φθινοπωρινή σονάτα», «Δεσποινίς Μαργαρίτα», «Λεωφορείο ο πόθος», «Γλυκιά Ίρμα», «Πέπσι»…

Κι όμως , όταν πηγαίνει να δώσει εξετάσεις, την απορρίπτουν και στο Εθνικό και στη σχολή της Κοτοπούλη. Ωστόσο η μεγάλη Μαρίκα, διαισθάνεται ότι παρά την κάπως «προβληματική» άρθρωση αυτό το κορίτσι, «έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο» και της επιτρέπει την φοίτηση. Και μια σχέση αμοιβαίου έρωτα ξεκινά. Το σανίδι η Έλλη το ερωτεύτηκε και η σκηνή «ερωτεύτηκε» το θεσπέσιο αυτό πλάσμα. Και όχι μόνο η σκηνή... Ενδεικτικά, τα όσα γράφει στο βιβλίο του «Στο διάβα του πολυτάραχου 20ου αιώνα», ο Λυκούργος Καλλέργης : «Πάντως όλοι οι άντρες του θιάσου ήταν βαριά ερωτευμένοι μαζί της. Όλοι κάτω, ψαθί. Με λίγα λόγια η Έλλη ήταν -εκτός απ’ όλα τ’ άλλα- και το ωραιότερο, το σαγηνευτικότερο θηλυκό που υπήρχε σ’ όλο το θέατρο».

Αλλά και ο Μιχάλης Κακογιάννης γράφει για την Έλλη Λαμπέτη: «Υπήρξε περίοδος στη ζωή μου που μόλις ξυπνούσα το πρωί αναρωτιόμουν τι ώρα θα έβλεπα την Έλλη».

Όσο για την ίδια, ως μεγάλο έρωτα της ζωής της, ονομάτισε τον Θ. Σγουρδέλη, έναν ποιητή –διπλωμάτη που της αφιέρωσε μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Ατέρμονη πορεία προς τον ήλιο». (Πιο ταιριαστός τίτλος για την Έλλη Λαμπέτη, δεν θα μπορούσε να βρεθεί)

Από εκεί και πέρα, ερωτεύτηκε και συνδέθηκε με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τον Κώστα Καρρά και φυσικά τον Τάκη Χορν με τον οποίο αποτέλεσαν θρυλικό ζευγάρι, έστω κι αν ποτέ δεν παντρεύτηκαν.

Σύζυγοί της υπήρξαν οι Μάριος Πλωρίτης – με τον οποίο διατήρησε φιλία ως το τέλος της ζωής της- και ο Αμερικανός συγγραφέας Φέντερικ Γουέηκμαν. Στο πλαίσιο μάλιστα αυτού του δεύτερου γάμου, υιοθετήθηκε ένα παιδί, η μικρή Ελίζα, την οποία οι φυσικοί της γονείς διεκδίκησαν και πήραν πίσω μετά από 4 χρόνια.

Αυτή η ιστορία, κόστισε πολύ ψυχολογικά στην Λαμπέτη και μάλλον όχι τυχαία, εκείνη την περίοδο, το 1980 δηλαδή, ο καρκίνος που η μεγάλη ηθοποιός τον είχε ήδη από το 1969 αντιμετωπίσει με ολική μαστεκτομή, επανεμφανίζεται. Οι συνεχείς χημειοθεραπείες, αυτή την φορά, πλήττουν και την μοναδική φωνή της. Τελευταίος της συγκλονιστικός ρόλος αυτός της κωφάλαλης Σάρας, στα «Παιδιά ενός κατώτερου Θεού».

Κάθε μέρα λιώνει σαν το κερί που όμως η φλόγα του επιμένει να φωτίζει. Κάποιοι την θυμούνται ως Λάουρα στον «Γυάλινο Κόσμο», να σβήνει ένα σπαρματσέτο δίπλα στον κοιμισμένο αδελφό της. Μια στιγμή που κρατούσε ελάχιστα δευτερόλεπτα κι όμως έμεινε στην ιστορία, ή πιο σωστά στην Μυθολογία του θεάτρου, όπως σωστά έχει επισημάνει ο Φρέντι Γερμανός:

«“Μια ποιητική στιγμή!” Πώς να κάνεις όμως ποίηση, όταν πρέπει να φουσκώσεις τα μάγουλά σου για να φυσήξεις; Η Έλλη αποφάσισε να λύσει τον γρίφο, χωρίς να πει τίποτε στον Κουν.
Κάθε βράδυ που γύριζε στην οδό Ασκληπιού, κλεινόταν μόνη της στην κουζίνα, άναβε ένα σπαρματσέτο και προσπαθούσε να το σβήσει ποιητικά:

“Τελικά βρήκα τον τρόπο. Έπρεπε το στόμα μου να είναι ακριβώς απέναντι στο σπαρματσέτο – η ανάσα μου να σημαδεύει τη φλόγα.

Μου πήρε ένα μήνα, αλλά τα κατάφερα! Έμαθα να το σβήνω με μιαν ανάσα”».

Τον Σεπτέμβρη του 1983, ο θάνατος στάθηκε ακριβώς απέναντι από την Έλλη Λαμπέτη, πλησίασε τα χείλη της -γιατί σίγουρα κι εκείνος ποθούσε ένα φιλί της - και της πήρε την τελευταία της πνοή σε ένα νοσοκομείο της Νέας Υόρκης.

Όσο για το πρώτο της ζωής της φως, η Έλλη Λαμπέτη, το αντίκρισε μια μέρα τ’ Απρίλη, στις 13/4 του 1926.



Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 232110