«Requiem για το τέλος του έρωτα»
Οι τελευταίες παραστάσεις στην Εθνική Λυρική Σκηνή της συγκλονιστικής δουλειάς.
Από την ανακοίνωση της αναβίωσης του «Requiem για το τέλος του έρωτα» στη σεζόν 2025/26 από την Εθνική Λυρική Σκηνή, κατατάχθηκε στις πιο αναμενόμενες παραστάσεις: καθολική εξάντληση των εισιτηρίων για όλες τις παραστάσεις μέσα σε λιγότερες από τρεις ώρες, τηλεφωνήματα και απέλπιδες προσπάθειες για εξεύρεση έστω και ενός εισιτηρίου από ακυρώσεις τελευταίας στιγμής.
Φυσικά, η αναβίωση μίας σύμπραξης δύο εκ των πιο σημαντικών σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών, του συνθέτη και Καλλιτεχνικού Διευθυντή της ΕΛΣ, Γιώργου Κουμεντάκη και του σκηνοθέτη, χορογράφου και performer Δημήτρη Παπαϊωάννου, και η συνεργασία τους με έναν εκ των κορυφαίων διευθυντών ορχήστρας διεθνώς, τον Θεόδωρο Κουρεντζή, αποτελούν παράγοντες προσέλκυσης μεγάλου μέρους του ελληνικού και διεθνούς κοινού.
Το συγκεκριμένο έργο ήταν και είναι «φορτισμένο» με ένα συγκεκριμένο θέμα, την απώλεια χιλιάδων ανθρώπων από το ΑIDS και αποτέλεσε κομβικό σημείο κατά τη δεκαετία του 1990 καθώς ως πρώτη δημόσια ανοιχτή καλλιτεχνική αναγνώριση της επιδημίας του AIDS στην Ελλάδα και των δικαιωμάτων μίας ολόκληρης κοινότητας, συνέβαλε στην ένταξη στην ελληνική δημόσια συζήτηση του τι συντελούνταν μέσα στην κοινωνία.
Φτάνοντας στην πρεμιέρα του έργου και πλησιάζοντας στην είσοδο της Λυρικής, εκτός από τον κόσμο που πρόκειται να παρακολουθήσει το «Requiem για το τέλος του έρωτα», η Αγορά του ΚΠΙΣΝ είναι γεμάτη και από θεατές που μόλις βγήκαν από την πρώτη παρουσίαση της ημέρας. Παρατηρώντας τους, υπάρχει ένα ξεκάθαρο μοτίβο: τσιγάρο ή/και ποτήρια κρασί στο χέρι. Η παρότρυνση στους... επόμενους είναι: «πάρε βαθιά ανάσα και μπες».
Στη σκηνή, δεσπόζει μία μεγάλη σκάλα, που καταλήγει σε μία καταπακτή. Από την κορυφή της σκάλας, για 40 λεπτά, πενήντα περφόρμερ κατρακυλούν, πέφτουν, σηκώνουν ο ένας τον άλλον, χάνονται, άλλοτε αργά, άλλοτε γρήγορα, σε άμεσο διάλογο με το μουσικό μέρος. Ένας αριστοτεχνικά δοσμένος συνδυασμός του ρεαλισμού και της ωμής πραγματικότητας του σώματος, με συνεχείς παραπομπές, αλληγορίες και συμβολισμούς, που δεν έρχονται μόνο από το οπτικό κομμάτι του έργου, αλλά και από το ακουστικό.
«Ο χτύπος αυτός σημαίνει θάνατο», ακούγεται από το ανδρικό μουσικό σύνολο MEIZON Ensemble. Μία φράση που λειτουργεί ως επεξήγηση, ως υπενθύμιση, αλλά και ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο.
Ο χτύπος αυτός μπορεί να είναι οι καμπάνες που χτυπούν πένθιμα, ή τα ποδοβολητά στην ξύλινη σκάλα, ή ο εκκωφαντικός «κούφιος» ήχος του ξύλου από την πτώση ενός σώματος ή ακόμα και η εκκωφαντική σιωπή ενός λεπτού σιγής.
Ο Γιώργος Κουμεντάκης επέλεξε για το libretto του έργου να εντάξει φράσεις από το ποίημα του Δημητρίου Καπετανάκη, «Λάζαρος», μεταφρασμένο από τα αγγλικά από τον φίλο του ποιητή, Αλέξανδρο Βεϊνόγλου. Πρόκειται για ένα ποίημα που αποτελεί έναν αυτοβιογραφικό διάλογο με τον θάνατο, μία κατάθεση σκέψεων μεταξύ του θανάτου και της υποδόρροιας ελπίδας για ανάσταση, καθώς ο ποιητής το έγραψε λίγο πριν εισαχθεί στο νοσοκομείο, όπου τελικά απεβίωσε από λευχαιμία.
Τα επιλεκτικά αποσπάσματα επανέρχονται σε επανάληψη, ακολουθώντας την κυκλική φόρμα της μουσικής, κάνοντας τον θεατή να τα απομνημονεύσει, μπαίνοντας ασυναίσθητα στο μυαλό του ήρωα που μονολογεί και επαναλαμβάνει: «Ο χτύπος αυτός σημαίνει θάνατο / Τον είχ' ακούσει άλλη μία φορά πριν, / καθώς αγωνιζόμουν να θυμηθώ ένα πράγμα / που φώναζα στον πυρετό μου / για βοήθεια, βοήθεια. [...] Η αγάπη είναι αργή, / και όταν φτάνει, δε μιλά ούτε ακούει: / μόνο φιλά και ξαναζωντανεύει το νεκρό, / ίσως μάταια».
Το μουσικό σύνολο, που αποτελούν σολίστ μουσικοί από την Ορχήστρα της ΕΛΣ, το ΜEIZON Ensemble και η σοπράνο Ντιάνα Νοσίρεβα, υπό τη μουσική διεύθυνση του Θεόδωρου Κουρεντζή, απέδωσαν άψογα το εξαιρετικό μουσικό έργο, το οποίο, όπως έχει αναφέρει ο ίδιος ο συνθέτης «έχει ως όχημα το συναίσθημα».
Αξίζει να σημειωθεί, ότι στην αναβίωση προστέθηκαν μερικά κρουστά, προσθήκη την οποία εισηγήθηκε ο Θεόδωρος Κουρεντζής, για τη συγκεκριμένη παρουσίαση.
Το έργο χαρακτηρίζεται «performance-installation» και είναι πραγματικά αυτό. Μία εγκατάσταση που λειτουργεί άψογα ως πεδίο συνεχών συμβολισμών μέσα από την άψογη εκτέλεση ενός μουσικού έργου από το μουσικό και φωνητικό σύνολο και μίας χορογραφίας από πενήντα εξαιρετικούς performers.
Στα 40 αυτά λεπτά που διαρκεί, δίνεται η εικόνα μίας αέναης πτώσης, ελεύθερης, κρύας και αχαλίνωτης. Ενίοτε αγχώδης και άλλοτε πένθιμη.
Δε χωρά καμία αμφιβολία, ότι το έργο θα «κουβαλάει» μαζί του πάντα την υπόμνηση για την επιδημία του AIDS και το ειδικό βάρος εκείνης της πρώτης παρουσίασής του το 1995, στο παλιό εργοστάσιο της ΔΕΗ στο Νέο Φάληρο.
Ωστόσο, η αναβίωσή του και η επαναφορά του στον δημόσιο διάλογο αποτελεί μία πράξη υπενθύμισης της μεγαλοφυΐας δύο σπουδαίων δημιουργών στην πρώιμη εποχή τους και, εν τέλει, μία ευθεία αναφορά στην --πάντα παρούσα και πάντα σχετική-- φθαρτότητα του Ανθρώπου και την αδυναμία του μπροστά στον θάνατο.
Απομένουν οκτώ ακόμη παραστάσεις στο ΚΠΙΣΝ, στις 27, 28, 29 και 30 Ιανουαρίου 2026 και τα εισιτήρια έχουν εξαντληθεί. Τον Νοέμβριο του 2027 το «Requiem για το τέλος του έρωτα» θα «ταξιδέψει » στο Παρίσι για να παρουσιαστεί στο ιστορικό Théâtre du Châtelet.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ